• Home

Η μεγάλη αλυσίδα της φυλής και το ιστορικό της Ιεράς Μονής Διονυσίου Αγίου Όρους Άθω

ελληνική,φυλή,ιστορία,πόντος,τραπεζούντα,ιερά,μονή,διονυσίου,αγίου,όρους,άθω,χρυσόβουλο,αλεξίου,κομνηνού,αυτοκράτορος Μοναχός Τραπεζούντιος, μονάζων εις «Την Μονήν Του Μεγάλου Κομνηνού»*, ιδρυθείσα το 1370, συνεργάτης της Ποντιακής εστίας (1950).
Ο απ’ το χωρίον Κορυσσός της Δυτικής Μακεδονίας κοντά στην Καστοριά καταγόμενος Άγιος Διονύσιος, ασκήσας στην περιφέρεια του μικρού Άθωνος όπου βρισκόταν το ερημητήριο του στην τοποθεσία που ως σήμερα καλείται Παλαιός Πρόδρομος, οικοδόμησε όπως μπορούσε στον βράχο, λίγο πριν το 1366 κατόπιν θείας οπτασίας ένα μικρό φρούριο. Επειδή τα μέσα και οι πόροι δεν επαρκούσαν για την ίδρυση της μονής, ο ιερός του ζήλος τον έφερε ως την Τραπεζούντα για οικονομική ενίσχυση. Αφορμή στάθηκε το εξής γεγονός :

Δημοτικό τραγούδι της Κρώμνης του Πόντου (του ΙΔ' αιώνος)

δημοτικά,τραγούδια,κρώμνης,πόντου,δρακοντοπούλια,ρωμαίϊκα,παλληκάρια̤,παρχάρια̤ ,κάτσκαμον,ταύρος,όρος,έλλενοι,δράκον,δράκοιΑπό την “Ιστορίαν της Κρώμνης” του Ι. Παρχαρίδη

Ασόν βασιλέαν χαρτίν έρθεν δράκοι δρακοντοπούλια,
δράκοι δρακοντόπουλα, Ρωμαίϊκα παλληκάρια̤.
Ζωστέστεν τα λωρίτζ̌α σουν, κρεμάστεν τα σπαθία,
δράκοι και παλληκάρια μου, επάρτεν τα ραχ̌ία,
περάστε ΄ς σα παρχάρια̤ μου, σα δύο κρύα πεγάδια̤.

Ο Λυπηρίδης ο Θόδωρον - Ανέκδοτη διήγησις χωρίου Παρτίν Κρώμνης Πόντου

πατρίν,κρώμνης,πόντου,χαλδία,αργυρούπολη,σταυρίν,βαρενού,λυκάστ,ποντιακή,διάλεκτος,ανέκδοτες,διηγήσεις,λαογραφία,διαλεκτολογία,λυπηρίδης,θεόδωροςΟ Λυπυρίδης ο Θόδωρον ας σο Παρτίν, έτον αγράμματος, άμαν το τσιμίδ’ν ατ’ εδούλευεν. Έξυπνος, τετραπέρατος και πολλά τίμιος, ΄ς σο χωρίον ούλ’ εποίναν ατόν εχτιπάρ’ και πάντα ουντάν είχαν κάποιον σοβαρόν δουλείαν έλεγαν : Ας ερωτούμε τον θείον τον Θόδωρον. Τα λόγια τ΄ μετρεμένα κι’ οι χωρέτ’ έκουαν ατόν με το σέβας. Για τ΄ατό εθέλεσαν να εποίναν ατόν επίτροπον τ’ εγκλησίας, άμαν ο Θόδωρον ουράντσεν : Εγώ, είπεν, είμαι αγράμματος, επιτροπή ‘κ̌ ‘ επορώ να εφτάγω. Οι χωρέτ’ επάτεσαν ποδάρ’ κι ο Θόδωρον εγέντον επίτροπος κι’ η εγκλησία είδεν νοικοκύρεμαν και παράδας σην κάσσαν.

Ανέκδοτο Ματσούκας - Λαογραφικά Γλωσσικά Σύμμεικτα Πόντου

 λαογραφικά,γλωσσικά,σύμμεικτα,ματσούκας,πόντου,πιβόλα̤,απίδα̤,τσ̌αϊρια̤,πεσ̌κέσ’,ασ̌λαμάδας,τσ̌άλωσαν,ορμίν,κατακλυμίδ,κερασινού,σ̌εκέρ,εχαντίαζαν,πάσ̌,σκουντουλάκα̤,σεπεπί,τάγκουλη,βουκ̌άχος,παχ̌οτσίμιδος Σ’ εμπροσνά τα χρόνα̤ η Ζάβερα γομάτον ‘πιβόλα̤ απίδα̤ έτον. ΄Σ σο Λεφτοκαρέν απάν’, το παλαιόν το χωρίον, ‘ς σα τσ̌αϊρια̤ ‘πεσ̌κέσ’ ετέρνες παμπάλαια ασ̌λαμάδας άμον θεμόνα̤ τα ρίζας ατουν, πεντακόσ̌α ‘ξακόσ̌α χρονών δεντρά.Ατώρα υστερνά τ’άλλα ‘τσ̌άλωσαν κι΄ερούξεν ατα άνεμον, τ’ άλλα ‘κόπαν’, άμα ξάν πολλά επέμ’ναν.  ΄Σ σου Δάβαρ αφκά οι Σουλεϊμανάντ’ είχαν ΄ς σου Χατζή τ’ ορμίν απέσ’ άναυ τ’ άλλα έναν θερίον κανέταν, κάθαν χρόνον κατακλυμίδ’ έστεκεν ασ’ σ’ απίδια̤ έβγαν Κερασινού ακόμαν πουδέν μεϊβέν κ̌΄εφαίνουτον κ’ εείνο έφτανεν τ’ ευλοημένον, άμον σ̌εκέρ ΄ς σο στόμα σ’ ελύουτον. Την Άνοιξην εχαντίαζαν τη ρίζαν εθε, άμα με την χώραν πάσ̌ κ̌ι γίνεται με τα λιθάρα̤ με τα σκουντουλάκια̤ ξάν εγρίλευαν το δεντρόν, σεπεπί τ’ απίδα̤.

Γαμήλια έθιμα των Ελλήνων Ποντίων του Κάρς και του Καυκάσου

έθιμα,ποντίων,καυκάσου,δράμας,καρσλήδες,μαυρόβατος,γαράσαρη,νικόπολη,κάν,αργυρούπολη,καρακούρτ,μέτσιτλι,γουζούλ,τσ̌ορέκια,τσουρέκια,πληγούρι,κορκότο,ορφανός,γαμπρός,μειζετέρ,χάρισμαν,χάρ,κουμπάρος,ορτάρια̤,αποκαμάρωμαν,μονοστέφανα,χοροί,όργανα,ομάλ,τέ̤κΑνάμεσα στα τόσα ποντιακά χωριά της Δράμας, οι Καρσλήδες του χωριού Μαυρόβατος, διακρίνονται για τα γαμήλια έθιμα τους, που προκαλούν τον θαυμασμό στα γειτονικά χωριά. Η παρακάτω συλλογή απαντάται λίγο πολύ και στους Έλληνες εκ Πόντου άλλων περιφερειών. Τα έθιμα αυτά απεικονίζουν την ψυχή των ανθρώπων και των συγγενών τους Καυκασίων και ιδιαίτερα των Καρσλήδων που είναι γιοί και εγγονοί εκείνων που είχαν ξεκινήσει απ’ την Γαράσαρη (Νικόπολη), την Κάν (Αργυρούπολη) κ.λ. και δημιούργησαν στον Καύκασο το Καρακούρτ, το Μέτσιτλι, το Γουζούλ και τα λοιπά χωρία.
Τα τσ̌ορέκια
Την Παρασκευή πριν την Κυριακή του γάμου, οι οικείοι του γαμπρού, στέλνουν μικρά κορίτσια ηλικίας 10-13 ετών, σε όλα τα σπίτια του χωριού, προσκαλώντας τις οικογένειες με την φράση : “οριστέστε ΄ς σα τσ̌ορέκια". Κατά το απόγευμα, μετά τις δύο το μεσημέρι ξεκινούν οι γυναίκες κατά ομάδες για το σπίτι του γαμπρού φέρνοντας μαζί τους μικρά καλαθάκια ή δίσκους με διάφορα είδη τροφίμων, ιδιαίτερα όμως με εκείνα που θα χρησιμεύσουν για τα φαγητά της Κυριακής του γάμου.

Το τραγώδ' τη Χωνού (Το τραγούδι της εστίας) - Δημώδες βουκολικό άσμα Πόντου

dimotika,voukolika,tragoudia,pontou,trapezounta,matsouka,xonos,gomar,giarmades,fortodemataΕγώ εγρίλεψα τ’ ορμάν, κι έκοψα τα γιαρμάδες
κι’ εφόρτωσα ανάλαφρα κορτσόπα και νυφάδες
Κάθαν γιαρμάν κι΄έναν ευχ̌ήν κι΄αηγάπ’ς ομολογίας !
εφτάει ατα τ’ αρνίμ’ σ̌α̤λά̤κ’ και γίνταν τραγωδίας

Τη κόρ’τς τα φορτωδέματα, τα ξύλα μ’ αγκαλιά̤ζ’νε,
τα ξύλα μ’ κλαίν’ και τραγωδούν κι’ ατέν’ απονεγκάζ’νε
Τα σ̌α̤λά̤κα̤ χαλάγανε, κι η στίβα εκουρέφτεν
και το τραγώδ’ τ’ αηγάπης -ιμ’, ας’ ούλτς ξάν εκουσ̌έφτεν

Εχ̌ιόντσεν κι’ έψ̌αν το χωνόν κι’ έκαψαν τα γιαρμάδες
και το τραγώδ’ ξάν έκουγαν, κορτσόπα και νυφάδες

Λεξιλόγιο :
Χωνόν = η εστία, όθεν χωνεύονται τα ξύλα καιόμενα / αλλού χρησιμοποιείται με την σημασία του χωνευτηρίου και αλλού ως διάπυρος τέφρα.
Γριλεύω εκ του τουρκ, kirilmak = αφανίζω, καταστρέφω (λ.χ. : ο χάρον εργίλεψεν τ’ οσπίτ΄ν’ ατ’ & τον άρκον έστειλαν ατον ‘ς σα ξύλα κι’ εκείνος εργίλεψεν το όρος).
Ορμάν = δάσος
Γιαρμάδες = ξύλο διεσχισμένο από κορμό δέντρου
Σα̤λά̤κ’ - σ̌α̤λά̤κιν - σ̌ελέκ’ - σ̌α̤λα̤κόπον - σ̌ελεκόπον (ξένη λέξις) = φορτίον ξύλων ή χόρτων φερόμενον υπό ανθρώπου εις την ράχην του.
Φορτωδέματα = εξάρτημα γυναικείας χωρικής ενδυμασίας για το δέσιμο των χόρτων ή ξύλων του σ̌α̤λά̤κ’
Απονεγκάζ’νε = ξεκουράζουν
Εκουρέφτεν – κουρεύω & γουρεύω = εδώ σημαίνει στήθηκε-τοποθετήθηκε
Εκουσ̌έφτεν – αγνώστου ετύμου
Έψ̌αν = άναψαν

Πηγή : Φίλων Κτενίδης, Ποντιακή Εστία Τεύχος 27ον, Θεσσαλονίκη 1952

More Articles ...