Πανηγυρισμοί εις την Παναγίαν Γουμερά του Πόντου - Ά μέρος

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Θρησκεία

παναγία,γουμερά,πόντου,τσίτη,τσίτε,άρδασσα,σίδη,κανδυλάπτης,μελανοφρύδης,μοναστήρια,μονές,χαλδίαςΗ εορτή της Θεομήτορος αποτελούσε το κορύφωμα όλων των εορταστικών και θρησκευτικών εκδηλώσεων σε όλη την περιφέρεια Τραπεζούντος και Χαλδίας.

Αλλά και τα Χριστούγεννα με την εωθινή λειτουργία μέσα στο Χειμώνα, επίσης όμως και η Λαμπρή (το Πάσχα ) με τις λαμπάδες, τα αυγά, το Χριστός Ανέστη που αποτελούσε το χαιρετισμό μέχρι της Αναλήψεως του Κυρίου, και τέλος η εορτή του Αγίου Γεωργίου στην αρχή της Άνοιξης. Αυτές ήταν οι μεγαλύτερες Χριστιανικές εορτές στον Πόντο. Ο εορτασμός της Παναγίας, συνέπιπτε με το πέρας των γεωργικών εργασιών και τη συγκομιδή των προϊόντων. Η πίστη στα θαύματα της Παναγίας και κυρίως οι ιάσεις των ασθενών είχαν τεράστια απήχηση όχι μόνο στους Έλληνες Χριστιανούς αλλά και στους Τούρκους, οι οποίοι συμμετείχαν στους εορτασμούς της (Μεϊράμανα) Meyremana. Τα δύο μεγάλα μοναστήρια της Παναγίας, εκείνο του Σουμελά και αυτό του Γουμερά τα περιέβαλαν θρύλοι αιώνων αλλά και η αίγλη της μεγαλοπρέπειας και της γραφικότητας των ορεινών τοποθεσιών τους. Όλα αυτά έδιναν την αφορμή για ανυπέρβλητους εορτασμούς και πανηγύρεις ώστε να καθιερωθούν ως οι πιο δημοφιλείς εορτές.

Δείτε το βίντεο για τους Πανηγυρισμούς εις την Παναγίαν Γουμερά Πόντου

παναγία,γουμερά,πόντου,τσίτη,τσίτε,άρδασσα,σίδη,κανδυλάπτης,μελανοφρύδης,μοναστήρια,μονές,χαλδίαςΤόσο στη μονή Γουμερά όσο και στη μονή Σουμελά σήμαινε εθνικός και θρησκευτικός συναγερμός, αληθινές εκστρατείες με καβαλάρηδες, με ένοπλους, με ακατάπαυστους πυροβολισμούς, με ζιπκαλήδες και ζουπουνοφόρες, με συνοδεία από νταούλια, ζουρνάδες, λύρες, αποτελούσαν ατέρμονες συνοδείες κατευθυνόμενες προς τα δύο μοναστήρια. Οι Κατωφερίτες όπως χαρακτηριστικά αποκαλούνταν οι από Ζύγανα και κάτω, κατευθύνονταν στη μονή Σουμελά, το πλέον σεβάσμιο προσκύνημα στον Πόντο, ενώ οι Ανωφερίτες έσπευδαν προς τη μονή Γουμερά. Οι εορτασμοί ήταν μοναδικοί, αλησμόνητοι και ανεπανάληπτοι. Υπάρχουν πολλές περιγραφές για τους πανηγυρισμούς στην ιερά μονή της Παναγίας Γουμερά, υπο μορφή νοσταλγικών αναμνήσεων από Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα μετά την περιβόητη ανταλλαγή των πληθυσμών συνεπεία της άτακτης φυγής τους από τα πατρώα χώματα. Αιτία ήταν η γενοκτονία που συντελέστηκε κατά του Χριστιανικού κόσμου της Ανατολής από τους νεότουρκους. Παραθέτω την αφήγηση – περιγραφή των πανηγυρικών αυτών εορτασμών από τον Παντελή Μελανοφρύδη που θεωρείται απ τις πληρέστερες. «Δεν υπήρχε δημοφιλέστερη πανήγυρις στον Πόντο απ αυτήν του δεκαπενταύγουστου. Αληθινός συναγερμός των πιστών στις εκκλησίες και στα πανηγύρια. Πραγματική κινητοποίηση πληθυσμού, με γλέντια, χορούς, πυροβολισμούς και τραγούδια. Τα πλήθη του κόσμου μετά από πολύωρη πεζοπορία σε μικρές ή μεγάλες ομάδες κατέφθαναν ως ευλαβείς προσκυνητές στους σεπτούς ναούς και μονές. Συνδύαζαν την πίστη και την ευλάβεια που τους οδηγούσε στα μεγάλα πανηγύρια, με την κοινωνική ανάγκη της συγκέντρωσης, της γνωριμίας, με συγγενείς και φίλους για να ξεφαντώσουν, να διασκεδάσουν.  Την παραμονή της Παναγίας, απ το μεσημέρι κάθε εργασία είχε τελειώσει και ετοιμάζονταν όλοι πυρετωδώς για την πανήγυριν. Η Αυλίανα, τα Σαράσκια, τη Μαυρενά, τη Σιμικλή, το Σαραντάρ, η Ματζερά, τη Φιτιανάντων, η Χόψια, η Γολή, η Κορόνιξα, τ' Αμπρικάντων, η Δέσμαινα, το Παλαιοχώρ, το Ριάκ, τη Τσιμπρικά, τη Κορκατά, η Χαβίανα και τελευταία τα πλησιέστερα χωριά : η Άδυσα, η Πιβερά, η Τσίτη, τη Ξοπολάντων, όλα ετοιμάζουν καραβάνια προσκυνητών. Αλλά και Τούρκοι με πλήρη οπλισμό, με τις ωραίες ζίπκες, την πάλαν (καμπυλωτή σπάθη), την κουκούλαν, με το ασημένιο χαϊμαλί και τις ασημένιες αλυσίδες του ρολογιού, ευσταλείς και αρρενωποί ξεκίνησαν και καταφθάνουν. Πολλοί είναι έφιπποι. Πυκνοί πυροβολισμοί απ τα βουνά και τις χαράδρες αντηχούν.

Δεν είναι μόνο Χριστιανική πανήγυρις. Έλληνες και Τούρκοι συνεορτάζουν αδελφωμένοι. Από νωρίς, διάφοροι μικροπωλητές έχουν εγκατασταθεί στις θέσεις τους και εκεί τους βρίσκουν οι πρώτοι επισκέπτες – προσκυνητές διαλαλώντας τα εμπορεύματα τους που κυρίως ήταν προϊόντα της περιοχής. Ο Παντελής Μελανοφρύδης μαζί με τον νεαρό Ασκληπιάδη (Θ. Θεοφύλακτο νεαρό ιατρό τότε), και τον Παπακωνσταντίνο κατέλαβαν θέση δίπλα στο νάρθηκα για να γράψουν ονόματα προσκυνητών και να πουλήσουν κεριά. Οι προσκυνητές δρασκελίζουν με ευλάβεια και κατάνυξη την εξώθυρα της μονής. Οι άνδρες, άλλοι με ευρωπαϊκή ενδυμασία, άλλοι με σαλβάρια ή ζίπκες, με ένα δισάκι στον ώμο για τα ψώνια. Οι γυναίκες με την επιχώρια ενδυμασία, με λιπατέν (*) ή με τσόχα, την ζουπούνα, το πολύπτυχο σαλβάρι, την φοτά, την τάπλαν με το χρυσόν κουρσίν ή με μεταξωτήν μποχτσιάν. (*) = λιπατά̤=είδος γυναικείου φορέματος σχεδόν ποδήρους περιέχοντος λεπτό στρώμα βάμβακος μεταξύ της όψεως και της φόδρας.  Στο μεταξύ κατέφθασε ο Θόδωρος Δεμιρτζής, ο περιβόητος Τότορας με την αθάνατη λύρα του και κάτω απ την καρυδιά της μονής, συγκροτήθηκε ο πρώτος κύκλος χορευτών. Ο χορός Σέρα, το Λάζικον έχει την τιμητική του. Αελλόποδες χορευτές με τις ρυθμικές και βίαιες κινήσεις του χορού αυτού, κινούν τα χέρια, χτυπούν το έδαφος με τα πόδια τους, αναπηδούν, συσπούν τα μέλη τους, ενώ τα όπλα αναπαλλόμενα παράγουν ιδιαίτερη κλαγγή που συναρπάζει και ενθουσιάζει. Ο Θόδωρος αεικίνητος παίζει τη λύρα και τραγουδά. Σε λιγάκι έρχονται και άλλοι λυριτζήδες. Ο Μίλτον ο Αγριδενόν και ο Μήτσος του Κιοχαγιά και οι δύο δεινοί χειριστές του τοξαριού, λεβέντες και οι δύο με τις ζίπκες τους, με τις κουκούλες να πέφτουν με χάρη στους ώμους τους και με όλα τα απαραίτητα μαρτίνια (όπλα εποχής). Οι ομάδες των χορευτών πληθαίνουν και το κέφι ανάβει.

παναγία,γουμερά,πόντου,τσίτη,τσίτε,άρδασσα,σίδη,κανδυλάπτης,μελανοφρύδης,μοναστήρια,μονές,χαλδίαςΗ μεγάλη καμπάνα την μονή χτυπά και προσκαλεί τα πλήθη στον εσπερινό. Ο ναός ασφυκτικά γεμάτος και πολλοί μένουν στο προαύλιο. Τα δωμάτια της μονής γέμισαν και οι όσοι έφτασαν καθυστερημένα φιλοξενούνται στο νάρθηκα, τα υπόστεγα και τις αποθήκες. Το απόγευμα οι μοναχοί παραθέτουν γεύμα στους προσκυνητές. Όλη τη νύχτα οι χοροί εξακολουθούν και οι εύθυμες ομάδες διασχίζουν το πλήθος προχωρώντας μέχρι τον πλησιέστερο λόφο. Το πρωί μετά τη θεία λειτουργία πάλι αρχίζουν οι χοροί και οι διαχύσεις. Μετά το μεσημέρι ετοιμάζονται οι προσκυνητές κατά ομάδες να εγκαταλείψουν το μοναστήρι». Ο αείμνηστος Θεοφύλακτος Θεοφυλάκτου απ την Τσίτη δίνει τη δική του συγκινητική εικόνα για τον εορτασμό της πανηγύρεως της Παναγίας του Γουμερά.

«Παραμονή της μεγάλης πανηγύρεως της περιφερείας όλης. Το δεκαπενταύγουστο γιόρταζε η Παναγία Γουμερά, το περίφημο μοναστήρι "Τη Τσίτες η Παναγία".Η επικράτεια της Παναγίας περιελάμβανε Χριστιανικά χωριά απ την Αργυρούπολη ως την Πράσαρι, την Πουλαντζάκη, την Τρίπολη και πιο πέρα. Πολύ μεγάλος ζωντανός, σφριγών Ελληνισμός, σε ομαλές περιστάσεις απόλυτα ελεύθερος, πάντοτε οικονομικά κυρίαρχος του τόπου.  Το δεκαπενταύγουστο, όλος αυτός ο κόσμος πήγαινε στην Παναγία και το πλήθος που μαζευόταν εκεί ήταν πολύ. Ολονυχτίες, πανηγυρισμοί, διασκεδάσεις, χοροί και ότι άλλο μπορούσε να εκδηλώσει η ζωή και το σφρίγος του Ελληνισμού εκεί, συνέβαινε τη βραδιά εκείνη. Όσοι ερχόντουσαν από μακρινά χωριά αραδιαζόντουσαν στους ξενώνες. Εξάλλου τα κελιά των μοναχών ήταν 15-17 στον αριθμό. Ήταν καθορισμένο που και πως θα φιλοξενηθεί ο κάθε ένας. Τους Αδυσσηνούς θα τους πάρει ο Γιαννίκιος, τους Χαβιανίτες ο Σαμουήλ, τους Ματσερέτες ο Νίκανδρος, τους Δεσμαινέτες ο Πολύκαρπος, του Κοροξενούς εκ των οποίων πολλοί ήσαν έμποροι στην Τραπεζούντα (λ.χ. ο Μολτοβάνον, ο Λάμπρον ο Κοροξενόν, οι Εξακουστάντ κτλ) ο Διονύσιος, τους Αμπρικότες, τους Ριακότες, τους Παλαιοχωρέτες, τους Φιτιανέτας της Γιάλτας, ο Γερβάσιον. Όλους τους επίλεκτους της Χόψιας, της Αυλίανας, τη Σαρπίσκια, τη Μουρενά, τη Κορκοτά, τη Τσιμπρικά, το Λαμπαδίον, τη Τσολόχαινας, τη Νίβαινας, το Μεγάλο Ηγουμενείο, τον Έξαρχο ασό Τσαράχ και τους άλλους επισήμους ο Ηγούμενος. Μια σειρά δωματίων – ξενώνων στον κάτω όροφο των κελιών των καλογήρων (τα χειμερινά κελιά), δεχόντουσαν τους Τσαραχώτες, τους Κεπεκκλησιώτες ως την Ελεβή, την Τρίπολη, το Πουλαντζάκι. Εκεί κάτω ήταν το κελί του Θεόκλητου του Τσιμερίτα που φίλευε τους πατριώτες του απ τη Μουζενίτας. Και από πολύ μακριά ακόμα, απ την Άργονη της Μεσοποταμίας, πολλών ημερών δρόμο, ερχόντουσαν προσκυνητές. Η Μονή είχε σχέσεις από παλιά με εκείνα τα μέρη.  Μπορείτε να δείτε περισσότερα στοιχεία στα δύο προηγούμενα βίντεο μου αναφορικά με το ιστορικό της Μονής του Γουμερά. Δεσποτάδες χρηματίσανε εκεί σε αυτές τις περιοχές, απ τους μοναχούς της Μονής και ήδη τον τελευταίο καιρό πήγαιναν και ιερείς απ την Τσίτη και την Άδυσσα. Οι κάτοικοι εκείνων των περιοχών ήταν παλαιοί άποικοι μετεντζήδες απ την Τσίτη και τη Ξοπολιάντων. Οι εγκαταστάσεις των μαγειρείων της μεγάλης τράπεζας (τραπεζαρίας) με τη μεγάλη και μακριά πετροσκάλιστη τράπεζα είχαν μεγάλη κίνηση. Μεγάλα χαλκά (καζάνια) εξάλαβα (με έξι λαβές-χερούλια) βράζανε αδιάκοπατη τη νηστίσιμη σούπα, το φασουλοσούρβ' για τον κόσμο. Δέκα δεκαπέντε φουρνιές ψωμί, μεγάλα ψωμιά, δύο τριών οκάδων. Απ τους κήπους της Μονής πρασινάδες διάφορες, πιρπιρίμια ξεχωριστά, παρασκευασμένα με λάδι. Με αυτά και άλλα τιμούσαν τους επισήμους και τους επίλεκτους. Όλα αυτά χωρίς χρήματα. Ήταν ένα μικρό αντίδωρο της Μονής προς τους κατοίκους για όλα όσα εκείνοι προσέφεραν κάθε χρόνο σε αυτήν. Κάθε χρόνο, οι καλόγεροι της Μονής σκορπιζόντουσαν σε όλη την επικράτεια της δικαιοδοσίας τους (που ήταν τεράστια) την περίοδο της συγκομιδής κάθε αγαθού, κουβαλούσαν και γέμιζαν τις αποθήκες. Ο γύρος του καθενός διαρκούσε πολλές φορές δύο και τρείς μήνες. Τα αγαθά προς αποθήκευση προορίζονταν για τις ετήσιες ανάγκες της Μονής. Η Μονή χρησίμευε σα σταθμός διανυκτέρευσης και φιλοξενίας όλων των περαστικών Χριστιανών και Τούρκων χωρίς διάκριση. Περνούσαν απο 'κει, έτρωγαν, διανυκτέρευαν και μετά έφευγαν. Δίλαβα χαλκά και τρίλαβα, καθημερινά έβραζαν την πατροπαράδοτη πασκιτανόσουπα (το πασκιτανοσίβρ), και τη νηστίσιμη το φασουλοσίβρ (φασούλια με κορκότα).
Όλη τη νύχτα γινόταν η αγρυπνία στην Εκκλησία, η Μεγάλη Παναγία και κολλητά δίπλα στο ιερό της, η Μικρή Παναγία και οι δύο μεγαλοπρεπείς. Η Μεγάλη είχε τρούλο και δεσποτικές εικόνες εξαιρετικής τέχνης, φερμένες ή σταλμένες απ την Βλαχία στις αρχές του 18ου αιώνα απ' τον μεγάλο διδάσκαλο Ανανία Κουζάνο. Στολισμένες και οι δύο εκκλησίες (ναοί) με πλούτο που μόνο οι μεταλλωρύχοι απ τα γύρω χωριά και τα μεταλλεία τους στην Ανατολή μπορούσαν να προσφέρουν. Στην αγρυπνία προεξήρχε ο ηγούμενος με τους καλογήρους του και τους ιερείς απ τα γύρω χωριά, εκτός των μοναχών που είχαν το διακόνημα επι της υποδοχής των προσκυνητών. Η λειτουργία ξεκινούσε νύχτα-νύχτα και τελείωνε σύναυγα. Έψαλε ο Σαλονίκς ο περίφημος μουσικοδιδάσκαλος της Τσίτης με την γλυκιά μαλακή φωνή του και με εξαίσια τέχνη. Πρίν από αυτόν αναφέρουν τον προπάππου μου (αφηγείται ο αείμνηστος Θεοφύλακτος Θεοφυλάκτου) Χατζηθεοφύλακτον που στα Ιεροσόλυμα και κοντά στο μοναχό πατέρα του (που είχε χηρέψει) σπούδασε την Εκκλησιαστική μουσική. Στα νεότερα χρόνια διάσημος ήταν ο Ηλίας Μελανοφρύδης ο δάσκαλος με τη μελωδική και καλλικέλαδη φωνή του. Αρκετοί προσέτρεχαν από διάφορα χωριά – διεκδικητές του γέρατος του ιεροψάλτου, αλλά κανείς τους δε μπορούσε να ξεπεράσεις τους ως άνω αναφερθέντες. Έξω απ' τον πετρόχτιστο αυλόγυρο της Μονής, γύρω απ' το υδραγωγείο και τη λιθόκτιστη βρύση, το μεγάλο συλλεκτήρα και τη μεγάλη πέτρινη σκάφη, αλλά και πιο έξω απ' τα τείχη της, το ευρύχωρο προαύλιο και σε όλη τη δεντροστοιχία ως το Ομάλ', βοά η ετήσια εμποροπανήγυρης με λογής λογιών εμπόρους, κτηνεμπόρους, κασάπηδες, τα είδη τροφίμων, τα ζαχαρωτά, τα καφενεία, τα ουζοπωλεία. Όλη αυτή τη σφύζουσα κοινωνία τη ζωντάνευε η λύρα, ο ζουρνάς το ταβούλ. Με τους εκπροσώπους τους, τον Γιώρ τον ζουρνατζή απ την Άδυσσα (Τσορκόν) και τον γιό του τον Θόδωρο που ήταν αναγνωρισμένα ο καλλιτέχνης όλης της περιφέρειας και ξακουστός και πέρα από αυτήν. Πατέρας και γιός δρούσαν σαν συνομήλικοι και αυτοεκτίμηση ο ένας για τον άλλον, με πολύ ζέση μετέδιδαν το κέφι στον κόσμο μιας και ήταν και οι δυο τους, η προσωποποίηση της χαράς.

Συνέχεια στο δεύτερο μέρος  

Print