Άγιος Ιωάννης ο νέος ελεήμων απ’ τα Λωρία της Μούζενας του Πόντου

άγιος,ιωάννης,νέος,ελεήμων,λωρία,μούζενα,τραπεζούντα,πόντος,αγιολόγιο,χριστιανισμός,μαρτυρολόγιο,κρυπτοχριστιανοί,τριανταφυλλίδης,μητρπολίτης,χαλδίας,γερβάσιος,λερμούχου,ζαντού,χουτουρά,νέος,χρυσόστομοςΟ τι­μώ­με­νος ὡς τοπικός Ἅ­γιος ἀ­πό τούς Πο­ντί­ους, π. Ἰ­ω­άν­νης Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δης[1] γεν­νή­θη­κε στίς 10 Φε­βρου­α­ρί­ου 1836 στό χω­ριό Λω­ρί­α (Μού­ζε­να) τοῦ νο­μοῦ Τρα­πε­ζοῦ­ντος, ἀ­πό εὐ­λα­βεῖς γο­νεῖς τόν Τρι­αν­τά­φυλ­λο καί τήν Κυ­ρια­κή. Ἐ­πει­δή δέν ὑ­πῆρ­χε σχο­λεῖ­ο στήν πα­τρί­δα του ἔ­μα­θε ἀπό ἕναν ἐγγράμματο τά κοι­νά γράμ­μα­τα σέ ἕξι μῆ­νες, ὄντας πο­λύ εὐ­φυ­ής. Σέ ἡ­λι­κί­α δε­κα­τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νός ἀ­πό πα­τέ­ρα γι᾿ αὐ­τό ἀ­ναγ­κά­στη­κε πρός ἐ­ξεύ­ρε­ση ἐρ­γα­σί­ας νά ξε­νι­τευ­θῆ στά πα­ρά­λια τοῦ Πόν­του, ὅ­που ἐρ­γα­ζό­ταν τόν χει­μῶ­να σέ ἀρ­το­ποι­εῖ­ο καί τό κα­λο­καί­ρι σέ γε­ωρ­γι­κές ἐρ­γα­σί­ες. Ἐ­νυμ­φεύ­θη δέ­κα ἑ­πτά ἐ­τῶν κά­ποι­α σε­μνή καί εὐ­λα­βῆ νέ­α, ὀ­νό­μα­τι Ἑ­λέ­νη, μέ τήν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε ἕ­ναν υἱ­ό καί θυ­γα­τέ­ρες. Κά­ποι­ο κα­λο­καί­ρι μέ τήν σύ­ζυ­γό του πή­γαι­ναν στό χω­ριό του μέ τά πό­δια. Στόν δρό­μο τούς συ­νάν­τη­σαν τρεῖς Ἄγ­γε­λοι μέ μορφή ἀν­θρώ­πων.

Προ­πο­ρευ­ό­ταν ὁ Ἰ­ω­άν­νης. Τόν κοί­τα­ξαν προ­σε­κτι­κά οἱ Ἄγ­γε­λοι ἀλ­λά δέν τοῦ μί­λη­σαν. Με­τά συ­νάν­τη­σαν τήν σύ­ζυ­γό του καί ὁ ἕ­νας τῆς λέ­γει: «Οἱ χω­ρια­νοί σας πε­ρι­μέ­νουν νά γίνη ἱ­ε­ρέ­ας ὁ Ἰ­ω­άν­νης. Αὐ­τό εἶ­ναι τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ». Ὁ δεύ­τε­ρος τῆς εἶ­πε: «Με­τά ἀ­πό τριά­ντα χρό­νια θά ἀ­ξι­ω­θῆ­τε νά προ­σκυ­νή­σε­τε τούς Ἁ­γί­ους Τό­πους», καί ὁ τρί­τος: «Με­τά τήν κοί­μη­σή του θά συ­να­ριθ­μη­θῆ μέ τούς Ἁ­γί­ους».

Ἡ Ἑ­λέ­νη ἐ­ρώ­τη­σε μέ ἀ­πο­ρί­α: «Πῶς ἐ­σεῖς πού εἶ­στε ἄν­θρω­ποι γνω­ρί­ζε­τε τό μέλ­λον, τί θά γί­νει με­τά ἀ­πό τριά­ντα χρό­νια;». Ἀ­πήν­τη­σαν: «Ἐ­μεῖς δέν εἴ­μα­στε ἄν­θρω­ποι ἀλ­λά Ἄγ­γε­λοι τοῦ Θε­οῦ καί ἤρ­θα­με νά σᾶς προ­ει­δο­ποι­ή­σου­με νά μήν ἀρ­νη­θῆ ὁ Ἰ­ω­άν­νης τό μυ­στή­ριο τῆς Ἱ­ε­ρω­σύ­νης». Ἐ­κεί­νη μέ φό­βο καί συγ­κί­νη­ση ἀ­πάν­τη­σε: «Ἄς γί­νη τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ». Τό ἔ­τος 1870, σέ ἡ­λι­κί­α τριά­ντα τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν ὁ Ἰ­ω­άν­νης προ­σκ­ληθείς στό μέ­γι­στον ἀξί­ω­μα τῆς Ἱ­ε­ρω­σύ­νης καί κά­νον­τας ὑ­πα­κο­ή στό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, κα­τά τήν Ἀγ­γε­λι­κή πρόρ­ρη­ση, χει­ρο­το­νή­θη­κε ἱ­ε­ρέ­ας ἀ­πό τόν ἀ­εί­μνη­στο Μη­τρο­πο­λί­τη Χαλ­δί­ας Γερ­βά­σιον. Το­πο­θε­τή­θηκε ἐ­φη­μέ­ριος στό χω­ριό πού γεν­νή­θη­κε καί λει­τουρ­γοῦ­σε στίς Ἐκ­κλη­σί­ες τοῦ ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος, τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου καί στό Μο­να­στή­ρι τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου (Λερ­μού­χου καί Ζαν­τοῦ). Ἄν καί ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τος, ἀ­πό τό ἐν­δι­α­φέ­ρον του καί τήν εὐ­φυ­ΐ­αν του ἔ­μα­θε πο­λύ κα­λά τήν τά­ξη τῶν Ἀ­κο­λου­θι­ῶν καί τά τῆς Ἱ­ε­ρω­σύ­νης ἀ­πό τούς μο­να­χούς τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου Χου­του­ρᾶ. Εἶ­χε χά­ρι­σμα στήν ὁ­μι­λί­α. Ὅ­ποι­ος μι­λοῦ­σε μα­ζί του ἔ­νι­ω­θε χα­ρά. Καί ὅ­ταν ἐ­κή­ρυτ­τε τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ, οἱ λό­γοι του με­τέ­δι­δαν γλυ­κύ­τη­τα καί χά­ρη. Παρ᾿ ὅ­τι δέν εἶ­χε σπου­δά­σει, ἦταν σπου­δαῖ­ος ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κας, γι᾿ αὐ­τό τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν «νέ­ο Χρυ­σό­στο­μο».  Ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε με­τά τήν χει­ρο­το­νί­α του στό ποι­μαν­τι­κό ἔρ­γο καί προ­σπα­θοῦ­σε νά ἐρ­γά­ζε­ται τήν ἀ­ρε­τή καί νά τη­ρῆ μέ ἀ­κρί­βεια τίς ἐ­ντο­λές τοῦ Θε­οῦ, ἰ­δι­αί­τε­ρα δέ τήν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Μο­λο­νό­τι ἦ­ταν μέ­τριος ἀ­πό ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά, ἔ­τρε­φε τούς πει­να­σμέ­νους, ἔν­τυ­νε τά φτω­χά καί ὀρ­φα­νά καί φι­λο­ξε­νοῦ­σε τούς ξέ­νους στό σπί­τι του. Τούς φτω­χούς τοῦ χω­ριοῦ τούς βο­η­θοῦ­σε νά πλη­ρώ­νουν τούς φό­ρους. Γιά τό κα­λό τοῦ χω­ριοῦ ἔ­κα­νε δρό­μους, γέ­φυ­ρες καί βρύ­σες.  Τό 1877 λό­γῳ τοῦ ρωσ­σο­τουρ­κι­κοῦ πο­λέ­μου ἔ­πε­σε πεῖ­να. Ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης, ὁ κα­λός ποι­μήν, φρόν­τι­σε νά μήν λεί­ψουν τά βα­σι­κά εἴ­δη δι­α­τρο­φῆς. Ἔ­γρα­ψε ἐ­πι­στο­λές σέ γνω­στούς του πλου­σί­ους καί συγ­κέν­τρω­σε τά ἀ­πα­ραί­τη­τα τά ὁ­ποῖ­α δι­έ­νει­με στούς φτω­χούς καί ἔ­τσι σώ­θη­καν ἀ­πό τήν πεῖ­να. Ἡ ἀ­ρε­τή καί οἱ φι­λαν­θρω­πί­ες του ἔ­γι­ναν γνω­στές στήν πε­ρι­ο­χή τοῦ Πόν­του καί οἱ ἄν­θρω­ποι τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν «νέ­ον ἐ­λε­ή­μο­να». Ὁ πατήρ εἶ­χε τό χά­ρι­σμα νά συμ­φι­λι­ώ­νη τούς ἀν­θρώ­πους πού εἶ­χαν ἔ­χθρα με­τα­ξύ τους. Ὡς εἰ­ρη­νο­ποι­ός ἔ­γι­νε τό εἰ­ρη­νο­δι­κεῖ­ον τῆς ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως. Ὅ­ταν με­μο­νω­μέ­να ἄ­το­μα ἤ καί ὁ­λό­κλη­ρα χω­ριά πή­γαι­ναν στόν Μη­τρο­πο­λί­τη νά ἐκ­δι­κά­ση τίς δι­α­φο­ρές τους, αὐ­τός τούς πα­ρέ­πεμ­πε στόν π. Ἰ­ω­άν­νη λέ­γον­τας: «Πη­γαί­νε­τε σ᾿ ἐ­κεῖ­νον. Θά σᾶς συμ­βι­βά­σει ἐ­πει­δή εἶ­ναι σο­φός, ἔ­χει γλυ­κειά γλῶσ­σα καί θεί­α χά­ρι».

Καί ὄν­τως τούς εἰ­ρή­νευ­ε. Ἔρ­χο­νταν σάν ἐ­χθροί ζη­τώ­ντας ἐκ­δί­κη­ση καί ἔ­φευ­γαν σάν ἀ­δελ­φοί ἀ­γα­πη­μέ­νοι. Ἦ­ταν ἐ­χθρός καί πο­λέ­μιος τοῦ μί­σους, τῆς ἐκ­δι­κή­σε­ως καί τῶν σκαν­δά­λων, ἀλλά φί­λος καί δι­δά­σκα­λος τῆς ἀ­γά­πης καί τῆς εἰ­ρή­νης. Ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης εἶ­χε ἕ­να ἐγ­γο­νά­κι ἀ­πό τήν θυ­γα­τέ­ρα του ἡ ὁποί­α πέ­θα­νε καί τό ἄ­φη­σε ὀρ­φα­νό. Ὅ­ταν πή­γαι­νε στό σχο­λεῖ­ο, κά­ποι­α μέ­ρα ἔ­κα­νε μιά ἀ­τα­ξί­α καί ὁ δά­σκα­λος τό ἔ­δει­ρε μέ ρα­βδί καί μέ κλω­τσι­ές. Με­τά ἀ­πό λί­γες μέ­ρες τό ὀρ­φα­νό ἐγ­γο­νά­κι ­πέ­θα­νε. Ἄλ­λοι συγ­γε­νεῖς καί ὁ πα­τέ­ρας τοῦ παι­διοῦ ἤ­θε­λαν νά ἐκ­δι­κη­θοῦν τόν δά­σκα­λο καί νά τόν σκο­τώ­σουν. Ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης ἔ­κα­νε πολ­λή προ­σευ­χή. Στό δι­κα­στή­ριο ζή­τη­σε καί κα­τώρ­θω­σε νά εἰ­ρη­νεύ­ση τούς ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νους συγ­γε­νεῖς καί νά βγά­λη ἀ­πό τήν φυ­λα­κή τόν δά­σκα­λο. Ὡς παπ­ποῦς τοῦ πε­θα­μέ­νου ὀρ­φα­νοῦ πό­νε­σε, ἀλ­λά ὡς μα­θη­τής τοῦ Χρι­στοῦ, ὡς κή­ρυ­κας τῆς ἀ­γά­πης, συγ­χώ­ρη­σε καί ἀ­πο­φυ­λά­κι­σε τόν δά­σκα­λο. Τό ἔ­τος 1900 μα­ζί μέ τήν πρε­σβυ­τέ­ρα του ἀ­ξι­ώ­θη­καν νά προ­σκυ­νή­σουν στόν Πα­νά­γιο Τά­φο, στόν Γολ­γο­θᾶ καί στά πα­νά­για προ­σκυ­νή­μα­τα τῶν Ἁ­γί­ων Τό­πων. Ἔ­μει­ναν ἕ­ξι μῆ­νες καί ἐ­πέ­στρε­ψαν στό χω­ριό τους. Τό προ­σκύ­νη­μά τους ἔ­γι­νε τριά­ντα χρό­νια με­τά ἀ­πό τήν συ­νάν­τη­ση καί τήν πρόρ­ρη­ση τῶν Ἀγ­γέ­λων. Ἡ κα­λή πρε­σβυ­τέ­ρα Ἑ­λέ­νη ἐ­κοι­μή­θη στίς 26–7– 1902. Ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης, ἀ­φοῦ ἐ­πί τριά­ντα τρί­α ἔ­τη ἐ­ποί­μα­νε θε­α­ρέ­στως τό λο­γι­κό του ποί­μνιο, ἐ­κοι­μή­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ στίς 13 Ἰ­ου­νί­ου 1903, ἡ­μέ­ρα Πα­ρα­σκευ­ή, καί ἐ­τά­φη στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος. Ἔ­φυ­γε κα­τά­φορ­τος ἀ­πό κα­λά ἔρ­γα τά ὁ­ποῖ­α τόν ἀ­κο­λου­θοῦν, καί ἄ­φη­σε πα­ρα­μυ­θί­α, στή­ριγ­μα καί θη­σαυ­ρό πο­λύ­τι­μο στούς πι­στούς τό ἱ­ε­ρό του λεί­ψα­νο.

άγιος,ιωάννης,νέος,ελεήμων,λωρία,μούζενα,τραπεζούντα,πόντος,αγιολόγιο,χριστιανισμός,μαρτυρολόγιο,κρυπτοχριστιανοί,τριανταφυλλίδης,μητρπολίτης,χαλδίας,γερβάσιος,λερμούχου,ζαντού,χουτουρά,νέος,χρυσόστομοςΜε­τά τόν ἐν­τα­φια­σμό, μιά νύ­φη τοῦ π. Ἰ­ω­άν­νου εἶ­δε τό Ἅ­γιον Πνεῦ­μα ἐν εἴ­δει πε­ρι­στε­ρᾶς νά κα­τέρ­χε­ται στόν τά­φο του. Ὕστε­ρα ἀ­πό τρί­α ἔ­τη, ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης πα­ρου­σι­ά­στη­κε σέ ὄνει­ρο σέ μιά γυ­ναῖ­κα ὀ­νό­μα­τι Πα­να­γί­λα καί τῆς εἶ­πε νά κά­νη μέ τόν ἀ­δελ­φό της τήν ἀ­να­κο­μι­δή τῶν λει­ψά­νων του, γε­γο­νός πού πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στίς 7 Ὀ­κτω­βρί­ου 1906 ὡς ἑ­ξῆς: Ὅ­ταν πῆ­γαν στό κοι­μη­τή­ριο, εἶ­δαν τόν π. Ἰ­ω­άν­νη νά στέ­κε­ται ἐ­πά­νω ἀ­πό τόν τά­φο του μέ τήν ἱ­ε­ρα­τι­κή του στο­λή καί νά δι­α­βά­ζη τό Εὐ­αγ­γέ­λιο. Τό πρό­σω­πό του ἔ­λαμ­πε σάν ἥ­λιος καί τούς προ­έ­τρε­ψε νά σκά­ψουν. Εἶ­χαν μα­ζευ­τῆ πολ­λοί ἄν­θρω­ποι, ἔ­βλε­παν τήν Πα­να­γί­λα νά μι­λά­η ἀλ­λά δέν ἔ­βλε­παν μέ ποι­όν μι­λᾶ καί τήν θε­ώ­ρη­σαν γιά τρελ­λή.  Ὅταν βρῆ­καν τά λεί­ψα­να τοῦ π. Ἰ­ω­άν­νου, εἶ­δαν τά δυ­ό του χέ­ρια νά εἶ­ναι ἄ­φθο­ρα. Ἔκλα­ψαν ἀ­πό χα­ρά καί συγ­κί­νη­ση, τά προ­σκύ­νη­σαν καί πλη­ρο­φο­ρή­θη­καν γιά τήν ἁ­γι­ό­τη­τά του δο­ξά­ζο­ντας τόν Θε­ό.  Τό γε­γο­νός ἔ­γι­νε γρή­γο­ρα γνω­στό στήν πε­ρι­ο­χή τῆς Χαλ­δί­ας. Κά­θε μέ­ρα κα­τέ­φθα­ναν πλή­θη ἀν­θρώ­πων, χω­ριά ὁ­λό­κλη­ρα μέ τούς ἱ­ε­ρεῖς, ἀ­κό­μη καί Τοῦρ­κοι ἀ­γά­δες, γιά νά προ­σκυ­νή­σουν τά ἅ­για λεί­ψα­να φέρ­νο­ντας λά­δια καί κε­ριά ὡς δῶ­ρα στόν Ἅ­γιο. Ἔ­λε­γαν οἱ Τοῦρ­κοι: «Αὐ­τός ὁ πα­πάς ἐ­φέν­της καί ζών­τας ἅ­γιος ἦ­ταν καί με­τά τόν θά­να­τό του φα­νε­ρώ­θη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἄν τοῦ κτί­σε­τε Ἐκ­κλη­σί­α καί ἐ­μεῖς θά προ­σφέ­ρου­με». Ἔ­γι­ναν τό­τε καί θαύ­μα­τα. Πολ­λοί ἀ­σθε­νεῖς θε­ρα­πεύ­τη­καν. Κά­ποιος νέος εἴ­κο­σι ἐτῶν ἀπό τήν πό­λη Μι­χα­ή­λο­βα κον­τά στήν Τι­φλί­δα τοῦ Καυ­κά­σου, πού εἶ­χε τρελ­λα­θῆ, τόν εἶ­χαν δε­μέ­νον, γιά νά μήν προ­ξε­νή­ση κα­κό στόν ἑ­αυ­τό του ἤ σέ ἄλ­λους. Τόν πῆ­γαν σέ πολ­λούς για­τρούς, σέ μά­γους, σέ Ἐκ­κλη­σί­ες καί τέ­λος χω­ρίς νά θε­ρα­πευ­θῆ τόν ἔ­κλει­σαν σέ φρε­νο­κο­μεῖ­ο τῆς Τι­φλί­δος. Μιά νύ­χτα φαί­νε­ται στόν ὕ­πνο τῆς μη­τέ­ρας τοῦ τρελ­λοῦ παι­διοῦ ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης λέ­γο­ντάς της νά μήν κλαί­η για­τί τό παι­δί της θά γί­νει κα­λά. Νά τοῦ δώ­ση νά­ πι­ῆ νε­ρό στό ὁ­ποῖ­ο νά βά­λη μέ­σα ἀ­πό τό χῶ­μα τοῦ τά­φου του, καί νά κά­ψη ἕ­να κομ­μα­τά­κι ἀ­πό τό φε­λώ­νι νά τό θυ­μιά­ση. Ἔ­κα­νε ὅ­πως τῆς εἶ­πε ὁ ἅ­γιος καί τό παι­δί της ἔ­γι­νε κα­λά.

Μιά Ἀρ­με­νι­κή οἰ­κο­γέ­νεια εἶ­χε μο­να­χο­παί­δι δώ­δε­κα ἐ­τῶν, ἄ­φω­νο ἐ­πί τέσ­σε­ρα ἔ­τη, ἐ­ξ αἰ­τί­ας φό­βου. Ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν κομ­μου­νι­στής καί τό παι­δί του τό πῆ­γε γιά ἐ­ξε­τά­σεις στό Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Τι­φλί­δος ἀλ­λά χω­ρίς ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ἡ μη­τέ­ρα του ἦ­ταν πι­στή χρι­στια­νή καί κρυ­φά ἀ­πό τόν ἄν­δρα της τό πή­γαι­νε σέ πολ­λές Ἐκ­κλη­σί­ες ἀλ­λά δέν θε­ρα­πεύ­θη­κε τό παι­δί. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε τό πα­ρα­πά­νω θαῦ­μα, μέ πί­στη καί εὐ­λά­βεια ζή­τη­σε χῶ­μα ἀ­πό τόν τά­φο τοῦ Ἁ­γί­ου, τό δι­έ­λυ­σε σέ νε­ρό, πό­τι­σε μέ αὐ­τό τό ἄ­φω­νο παι­δί της καί ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σε νά μι­λᾶ. Μέ χα­ρά με­γά­λη ἡ μη­τέ­ρα τοῦ παι­διοῦ ἀ­νήγ­γει­λε τό θαῦ­μα στόν ἄ­θε­ο ἄν­δρα της καί κή­ρυ­ξε τήν χρι­στι­α­νι­κή της πί­στη. Τό­τε καί ὁ σύ­ζυ­γός της πί­στε­ψε καί με­τα­νοιω­μέ­νος εὐ­χα­ρί­στη­σε τόν Θε­ό. Οἱ ἀ­πό­γο­νοι τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου ἦρ­θαν πρό­σφυ­γες στήν Ἑλ­λά­δα καί ἔ­φε­ραν μα­ζί τους τό χέ­ρι καί τήν κά­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου. Τά λεί­ψα­να τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου συ­νε­χί­ζουν νά θαυ­μα­τουρ­γοῦν.

Ἡ Ἀ­να­στα­σί­α, ἐγ­γο­νή τοῦ Ἁγί­ου, δι­η­γή­θη­κε: «Κα­τά τό 1930 ἀρ­ρώ­στη­σε κά­ποι­ος για­τρός γνω­στός μιᾶς φί­λης μου ἐ­δῶ στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη. Εἶ­χαν πα­ρα­λύ­σει τά χέ­ρια του καί οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τοι για­τί ἦ­ταν νέ­ος στήν ἡ­λι­κί­α, πε­ρί­που τριά­ντα πέν­τε ἐ­τῶν. Τόν πῆ­γαν σέ πολ­λούς για­τρούς καί σέ Ἐκ­κλη­σί­ες ἀλ­λά δέν βρῆ­κε θε­ρα­πεί­α. Ὅ­ταν ἀ­πό τήν φί­λη μου ἔ­μα­θε γιά τά λεί­ψα­να τοῦ παπ­ποῦ μου ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου, ζή­τη­σε νά τά προ­σκυ­νή­ση. Τόν σταύ­ρω­σα μέ τήν ἁ­γί­α χεῖ­ρα καί τό­τε ὁ ἄρ­ρω­στος κί­νη­σε τά πα­ρά­λυ­τα χέ­ρια του, πῆ­ρε τά ἅ­για λεί­ψα­να καί τά ἔ­σφιγ­γε στό στῆ­θος του μέ με­γά­λη πί­στη, εὐ­χα­ρι­στών­τας τόν Θε­ό καί τόν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη γιά τήν θε­ρα­πεί­α». Ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δης εἶ­ναι ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος Ἅ­γιος ἀ­πό τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο καί κα­τα­χω­ρημέ­νος στά βι­βλί­α τῶν το­πι­κῶν ἁ­γι­ο­λο­γί­ων τοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου. Ἡ μνή­μη του τι­μᾶ­ται στίς 13 Ἰ­ου­νί­ου (κοί­μη­ση) καί στίς 7 Ὀ­κτω­βρί­ου (ἀ­να­κο­μι­δή). Ὑ­πάρ­χει ἀ­σμα­τι­κή ἀ­κο­λου­θί­α υπό ἀ­γνώ­στου ὑ­μνο­γρά­φου. Ὁ Μη­τρο­πο­λί­της πρώ­ην Ρο­δο­πό­λε­ως Λε­όν­τιος Χου­του­ρι­ώ­της (1844–1926) ἐρ­γά­σθη­κε γιά τήν κα­θι­έ­ρω­ση τῆς ἐ­τή­σιας μνή­μης του στήν Χαλ­δί­α. 

[1]. Δυ­στυ­χῶς λί­γα εἶ­ναι τά στοι­χεῖ­α πού γνω­ρί­ζο­με γιά τόν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δη, τόν νέον ἐλε­ή­μο­να. Δι­α­σώ­θη­καν ἀ­πό τόν ἐγ­γο­νό του Σπυ­ρί­δω­να Τρι­α­ντα­φυλ­λί­δη σέ χει­ρό­γρα­φες ση­μει­ώ­σεις σέ γλῶσ­σα κα­θα­ρεύ­ου­σα. Ὁ Σπυ­ρί­δων εἶ­χε χρη­μα­τί­σει δά­σκα­λος στήν Τρα­πε­ζοῦν­τα καί ἐ­κοι­μή­θη τό 1942 στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ὁ γυι­ός του Ἰ­ω­άν­νης τά ἔ­δω­σε στόν κ. Κλη­μεν­τί­δη Πα­να­γι­ώ­τη καί ἐ­κεῖ­νος μᾶς τά πα­ρα­χώ­ρη­σε. Τόν εὐ­χα­ρι­στοῦ­με.

Πηγή : «Ασκητές μέσα στον κόσμο», Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής)

Από άλλη πηγή πληροφορούμαστε ότι :
Ο Όσιος πατήρ Ηλίας Διαμαντίδης απ' το χωριό Χουρμικιάντο των Σουρμένων του Πόντου κι έπειτα πρόσφυγας στο χωριό Μαχμουτία του Βατούμ είχε ως ευλογία το δεξί χέρι του παπα-Γιάννη Τριανταφυλλίδη. Οι απόγονοι του αγίου Ιωάννου ήρθαν πρόσφυγες στην Ελλάδα και έφεραν μαζί τους το χέρι και την κάρα του Αγίου. Τα λείψανα του Αγίου Ιωάννου συνεχίζουν να θαυματουργούν.  Ο Μέγας Συναξαριστής του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη δεν αναφέρει κάτι σχετικό που να απαντά στο ερώτημά για το που βρίσκονται τα ιερά λείψανα του Αγίου Ιωάννου του Νέου Ελεήμονος απ' τα Λωρία της Τραπεζούντος του Πόντου. Από μια έρευνα που έκανα στον παρακάτω σύνδεσμο (μάλλον) τα λείψανα φυλάσσονται σε κάποιο σπίτι των απογόνων του Αγίου και όχι σε κάποιο ναό ή μοναστήρι γι αυτό και δεν αναφέρονται μεταξύ των άλλων αγίων που φέρουν το όνομα "Ιωάννης" : https://www.vimaorthodoxias.gr/theologikos-logos-diafora/pou-vriskontai-ta-leipsana-olon-ton-agion-synecheia/?fbclid=IwAR02lKYraOuezKGMIMMSYEi8IWkIpdOsR1ZkFZ4dmoYorpVZUINCBDxnhVY

 

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ