• Home

Εσύ την βούκα-σ' εγνώρτ'σον. Ποντιακά ανέκδοτα Χαλδείας Πόντου, Γιάννε Ανεφορέτε.

βούκα,ανεφορέτες,ανεφορίτης,τσίτη,χαλδείας,κοροξενοί,κοροξενίτες,άρτασσα,άδρασσα,συφάγια,αγνόν,πουγαλεμένον,αποφκακές,ποντιακή,λαογραφία,ανέκδοταΈναν ημέρα κάμποσ’ νομάτ’ Κοροξενοί επήγαν σην Άρτασσαν κές. Ση στράταν σίτια̤ επαίναν, επείνασαν. Αρ άμον ντο έρθαν σ΄έναν κρύον πεγάδ’ κεκά εκάτσαν κά και εξέγκαν τα ψωμία τουν και τα συφάγια τουν και ερχίνεσαν να τρώνε, χώρια είνας ασόν άλλον. Σίτια̤ έτρωγαν έρθεν να περάν επεκές ένας τούρκος, καβαλκιασμένος σ’ άλογον κι άμον ντο είδεν-ατς πως τρώγνε χώρια̤ είνας ασον άλλον, κάπως αγνόν έρθεν-ατον και εστάθεν και ερώτεσεν-ατς, απ’ είναν – είναν.

Print

Τη δύονος τα ευχάντας. Ποντιακά Ανέκδοτα Χαλδίας Πόντου. Γεωργίου Κανδηλάπτη (Κάνι)

Ποντιακά,ανέκδοτα,κανδηλάπτης,κάνις,μαρία,γκιούλμπαχάρ,λιβερίτσα,λιβερίτισσα,τραπεζούντας,βιλαέτι,εβραίοι,εμπόριο,τσακούτσ,χαχάμης,χαχάμς,μαρκατάσηδες,χότσας,χότζας,γουρπάνια,κουρπάνμπαϊράμ,ευχάντας,ποντιακή,λαογραφία Σα χ̆ίλια̤ πεντακόσ̆ια̤ σερανταπέντε της χρονίας, πρωτού η σουλτάνα Μαρία Γκιούλ Μπαχάρ, η Λιβερίτσα να παίρ’ άντραν-ατς τον σουλτάνον Μουράτ το φερμέν ντο όριζεν, να μη πατούν ση Τραπεζούντας το βιλαγέτ Εβραίοι, ένας Εβραίος χαχάμς έρθεν σην Τραπεζούνταν για να πασ̆κίζ κι έρχουνταν εκεί Εβραίοι για εμπόριον, γιατί Εβραίοι έχνε όρκον, νιά αλέτρ να κρατούνε και νιά τσ̆ακούτσ̆. Τον χαχάμ σην Τραπεζούνταν έτυχαν-ατονα ο μολάς τση πολιτείας κι είνας ποπάς, κι άμον μαρκατάσ̆ηδες επροσκάλεσαν-ατονα κι εποίκαν-ατονα τραπέζ σ’ έναν μαειρείον.

Print

Λαϊκά παραμύθια της Χαλδίας του Πόντου. Ο χωρέτες ΄ς σο μοναστήρ

παραμύθια,χαλδίας,πόντου,σουμελίδης,ποντιακά,φύλλα,χωρέτες,κρεατινή,εβδομάδα,μοναστήρι,καλογέροι,εμπονέστια,γονατοκλισίες,λιμός,βαρκίζ,λαρώνω,λαβάς,λελεύω,ξεροφαγία,ράστια,πουρνό,χουλιάζω,λημέρα Εκ της συλλογής Α. Σουμελίδη

Είνας χωρέτες, ση κρεατινής την εβδομάδαν, ευρέθεν σ’ έναν μοναστήρ. Εκείν’ την εβδομάδαν οι καλογέρ έτρωγαν κι έπιναν. Ο χωρέτες σον ουρανόν ντ’ εράγεβεν σην γήν εύρεν-ατο. Όλεν την εβδομάδαν με τοι καλογέρτς εντάμαν έτρωγεν κι έπινεν, κι άμον ντ΄ελογαρίασεν, ασο μοναστήρ και καλλίον πουθέν ‘κ̆’ επορεί να ευρίκ’, κι’αγέτς πα εσέγκεν σο νούν-ατ’ ν’ απομέν’ εκεί. Εθάρρεσεν οι καλογέρ άλλο τιδέν δουλίαν ‘κ̆’ έχνε και πάντα τρώγνε και πίνε. Εδέβαν τ’ εμπονέσ̆τα̤ κι έρθεν η μεγάλ’ Δευτέρα.

Print

Τα Κοφρακοφώλια, ή Κορακοφωλιά . Μεταξύ Ίμερας και Κρώμνης του Πόντου

κοφρακοφώλια,κρώμνης,σαράντων,μόχωρα,ίμερα,θωμάντων,λυκάστ’,κοχρακοφώλια,κορακοφώλια,κορακοφωλιές,αγιάννες,αεθόδωρος,κρωμναίος,ιμερίτης,ποντιακή,λαογραφία,τραγούδα,γεωργαφία Σαν ορόσημο στεκότανε η εκκλησία (ναός) του Αγίου Θεοδώρου πάνω στο λόφο που στεφάνωνε τη δυτική ακραία ενορία της Κρώμνης που λεγόταν τη Σαράντων. Πίσω απ’ το λόφο εκείνο που ήταν συνέχεια των βουνών της Μόχωρας, έχασκε ένα τεράστιο βάραθρο με πυθμένα το ποτάμι που έβρεχε τις άκρες του χωρίου Λειβάδ’.  Το βάραθρο αυτό σε απότομες, κάποτε κατακόρυφες πλαγιές ανέβαινε απ’ τη μια πλευρά ως την κορυφή του Αγίου Ηλία του ομώνυμου βουνού μεταξύ Κρώμνης και Ίμερας κι’ απ’ την άλλη ως την απομονωμένη ενορία της Ίμερας της λεγόμενης Θωμάντων και παραπέρα ως την κορυφή του χωρίου Λυκάστ’.

Print

Ανέκδοτα Κρώμνης. Ο Πότζιολον τη Μαρούλας

ανέκδοτα,κρώμνης,φίλων,κτενίδης,σοχτάβα,ορτάρια,πότζιολον,μαρούλα,τσιπίν,φορκάλι,μαλέζ,ποντιακή,λαογραφία Οι γειτονάδες εκάθουσαν απάν’ ΄ς σο δώμαν τη Σοχτάβας, έπλεκαν τ’ ορτάρα̤ τουν, εμπάλωναν τα λώματα τοι μωρίων τουν και εκεβεζελέγευαν. Ο Πότζιολον τη Μαρούλας επέγνεν κι έρχουτον έμπρια̤ του και με τ’ έναν τσιπίν φορκαλή εκαθάριζεν τα δόντια̤ τ’. Τερούν ατόν οι γυναίκ’ και γελούν, κι ασ’ ολουνούς πολλά γελά η Φανή η Ιορδανάβα.
- Φανή ντο γελάς ; Ερωτά ‘τεν η Βαρβάρα τη Τσουπογιάν.
- Κιά πως να μη γελώ ναι Βαρβάρα. Ασή Μαρούλας έρθα. Απάν’ σο φαγίν ερούξα. Ντο έφαγαν ; μαλέζ δίχα ψωμίν, κι ο Πότζιολον αγλαθά̤ζ’ τα δόντια̤ τ’, να εθαρρεί η γειτονία πως έφαγεν κρέας …

Print

Η ενδυμασία ανδρών και γυναικών στο χωρίον Αγούλα̤ (Αγούλια) της Νικόπολης του Πόντου

αγούλα̤,αγούλια,νικόπολη,πόντου,λαογραφία,εντερί,καμίς,γερανέον,κοντέσ̆,κοντές,σπαλέρ,φοτά,ποδαρί,τσιτένια,ορτάρα̤,ορτάρια,κουντούρας,τσ̆αρούχ̆α,τσαρούχια,βαλάν,τάβλα,τάμπλα,λαχόρ,τραπολός,τσ̆αγούνα̤,τσαγούνια,τίνγκια,τουρπάνι,τσ̆αρκούλ,τσαρκούλ,κασίτιλια,σεβαϊ,ζίπκα,ατζέμσ̆αλού,ατζέμσάλι,ατζέμσαλού,χάττιχουμαγιούν,χάττι,χουμαγιούν,ποστάλα̤,ποστάλιαΙστορικόν και Λαογραφικόν Σημείωμα

Ενδυμασία : 
Οι γυναίκες για συνηθισμένη ενδυμασία είχαν το εντερί, φόρεμα μακρύ, σχιστό στα πλάγια. Από μέσα φορούσαν το καμίς (πουκάμισο), ολοκόκκινο οι νέες ενώ μπλέ (γερανέον) όπως το έλεγαν οι ηλικιωμένες. Μάλλινο ή μεταξωτό όπως και να ήταν καμωμένο φαινόταν απ’ τη σχιστή πλευρά στα πλάγια του εντερί. Πάνω απ’ το εντερί φορούσαν το κοντέσ̆, ένα είδος ανδρικού γιλέκου κοντό και κομψό. Δεξιά κι αριστερά στο στήθος ήταν κεντημένος απ’ τον ράφτη ο δικέφαλος αετός με τρόπο ώστε να μη γίνεται αντιληπτός απ’ τους τούρκους. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι γυναίκες δεν έραβαν αλλά μόνο ύφαιναν ο,τι ήταν απαραίτητο στο σπίτι, τα ρούχα τους όλα τα έραβε ο ράφτης.

Print

More Articles ...