• Home

Ανέκδοτα Κρώμνης. Ο Πότζιολον τη Μαρούλας

ανέκδοτα,κρώμνης,φίλων,κτενίδης,σοχτάβα,ορτάρια,πότζιολον,μαρούλα,τσιπίν,φορκάλι,μαλέζ,ποντιακή,λαογραφία Οι γειτονάδες εκάθουσαν απάν’ ΄ς σο δώμαν τη Σοχτάβας, έπλεκαν τ’ ορτάρα̤ τουν, εμπάλωναν τα λώματα τοι μωρίων τουν και εκεβεζελέγευαν. Ο Πότζιολον τη Μαρούλας επέγνεν κι έρχουτον έμπρια̤ του και με τ’ έναν τσιπίν φορκαλή εκαθάριζεν τα δόντια̤ τ’. Τερούν ατόν οι γυναίκ’ και γελούν, κι ασ’ ολουνούς πολλά γελά η Φανή η Ιορδανάβα.
- Φανή ντο γελάς ; Ερωτά ‘τεν η Βαρβάρα τη Τσουπογιάν.
- Κιά πως να μη γελώ ναι Βαρβάρα. Ασή Μαρούλας έρθα. Απάν’ σο φαγίν ερούξα. Ντο έφαγαν ; μαλέζ δίχα ψωμίν, κι ο Πότζιολον αγλαθά̤ζ’ τα δόντια̤ τ’, να εθαρρεί η γειτονία πως έφαγεν κρέας …

Print

Η ενδυμασία ανδρών και γυναικών στο χωρίον Αγούλα̤ (Αγούλια) της Νικόπολης του Πόντου

αγούλα̤,αγούλια,νικόπολη,πόντου,λαογραφία,εντερί,καμίς,γερανέον,κοντέσ̆,κοντές,σπαλέρ,φοτά,ποδαρί,τσιτένια,ορτάρα̤,ορτάρια,κουντούρας,τσ̆αρούχ̆α,τσαρούχια,βαλάν,τάβλα,τάμπλα,λαχόρ,τραπολός,τσ̆αγούνα̤,τσαγούνια,τίνγκια,τουρπάνι,τσ̆αρκούλ,τσαρκούλ,κασίτιλια,σεβαϊ,ζίπκα,ατζέμσ̆αλού,ατζέμσάλι,ατζέμσαλού,χάττιχουμαγιούν,χάττι,χουμαγιούν,ποστάλα̤,ποστάλιαΙστορικόν και Λαογραφικόν Σημείωμα

Ενδυμασία : 
Οι γυναίκες για συνηθισμένη ενδυμασία είχαν το εντερί, φόρεμα μακρύ, σχιστό στα πλάγια. Από μέσα φορούσαν το καμίς (πουκάμισο), ολοκόκκινο οι νέες ενώ μπλέ (γερανέον) όπως το έλεγαν οι ηλικιωμένες. Μάλλινο ή μεταξωτό όπως και να ήταν καμωμένο φαινόταν απ’ τη σχιστή πλευρά στα πλάγια του εντερί. Πάνω απ’ το εντερί φορούσαν το κοντέσ̆, ένα είδος ανδρικού γιλέκου κοντό και κομψό. Δεξιά κι αριστερά στο στήθος ήταν κεντημένος απ’ τον ράφτη ο δικέφαλος αετός με τρόπο ώστε να μη γίνεται αντιληπτός απ’ τους τούρκους. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι γυναίκες δεν έραβαν αλλά μόνο ύφαιναν ο,τι ήταν απαραίτητο στο σπίτι, τα ρούχα τους όλα τα έραβε ο ράφτης.

Print

Παραμύθια και ανέκδοτα Σαντάς Πόντου. Ψάλτεν ποπάδες ψάλτεν

παραμύθια,ανέκδοτα,ποντιακά,ποπάδες,ποπάς,οκνέας,οκνερία,σάντα,σαντά,επτάκωμος,λαογραφία,πόντου,ψάλλω,τσεγκέν,ταφία,πουγάλεμα,κουϊζω,τζούζω,αναλυγμέναΈτον είνας πολλά οκνέας. Ώκνηνεν να τρώει πιλέ. Ελιγοθύμεσεν έναν ημέραν ας σην πείναν και έχ̆’ κι’ επεθάν’νεν. Έγκαν ατον κάτ’ να τρώει άμα ατός την τσ̆εγκέν ατ’ ώκνησεν να λαϊζ’ και μασά το φαγίν. Επουγαλεύταν οι χωρέτ’ ατ’ και είπαν : «αβούτος να ζή ‘κ̆΄ έν’, άμον ντο λιγοθυμά θα παίρωμε και πάμε θάφτωμ’ ατον».

Print

Παραμύθια και ανέκδοτα Νικοπόλεως. Τη δα̤βόλ’ τ’ ουράδιν

γαρή,διάβολος,δάβολος,χτήνον,νικόπολη,γαράσαρη,σεμπίνκαραχισάρ,παραμύθια,ανέκδοτα,ποντιακάΕίνας γαρή, σίτε έλμεγεν το χτήνον ατ’ς, εξ̆ύεν το γάλαν.
- Ανάθεμά σε δά̤βολε ! είπεν κι΄ εχολιάστεν. Ο δά̤βολον έτρεξεν ΄ς ση μάνναν ατ’ και είπεν :
- Μάννα ! για τέρ’ α, εγώ εκεί ‘κ̆’ έμουν και πάλ’ κατηγορούνε ‘με !
- Γιάβρου μ’, εσύ αν ‘κ̆’ έσουν πα εκεί, τ’ ουραδόπο σ’ εκεί έτον ! είπεν η μάννα τ’.

Πηγή : Αρχείον Πόντου, Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, Παράρτημα 1, Αρχ. Άνθιμου Παπαδόπουλου «Ιστορική Γραμματική της Ποντιακής διαλέκτου, σελ 216».

Print

Δίστιχα απ' τη Λιβερά της Ματζούκας του Πόντου

λιβερά,ματσούκα,πόντος,τραγούδια,δίστιχα,δημώδη,άσματα,λαϊκές,παραδόσεις,λαογραφία

Αγάπη σ’ κοφτερόν μαχ̆αίρ’ και σίδερον ξαμμένον, ναϊλλοί εκείνο την καρδά̤ν, όθεν έν’ καρφωμένον.

Αούτο ο κόσμος ψεύτικον καμμίαν κ̆ι τελείται, που τρώει και πίν’ και χ̆αίρεται καμμίαν ΄κ̆ι κομπούται.

Αροθυμία σ’ θα τρώει ‘με εγάπη σ’ θα τελό̤̤ν ‘με, έναν πουλλίν για στείλον ‘με τιδέν ας έρται λέει ΄με.

Ασπρήμερον κεράσ’ είσαι νασάν που αγαπά ‘σε, και άμον μάλαμαν σταυρόν πάει κι έρται προσκυνά ‘σε.

Παρακολουθείστε το σχετικό μας βίντεο

Print

Ταπιάτ, Έξεργος, Έπεργος, Μουρδουλίζω,Έταιρος, Έτερος. Ποντιακή διαλεκτολογία

Ταπιάτ,ταπιά̤τιν,ταπι͜ά̤τ’,ταπιγι͜ά̤τιν,κεμεντζόπο,εξεργάτ’κα,λώματα,έπεργος,έταιρος,έταιρον,λυγερή,έτερα,έτερος,μουρδουλίζω,άρκος,μουρδουλίζ’νε,χάρον,μουρδούλισμα,γρυλλισμός,ποντιακή,διαλεκτολογία,διάλεκτος,λαογραφία,δημώδη,άσματαΤαπι͜ά̤τ’
(το) Ταπιά̤τιν, Ταπι͜ά̤τ’ , Ταπιγι͜ά̤τιν, Ταπιγιέτ, από το Αραβικό tabiat = διάθεση, έξις, φύσις, συνήθεια, χαρακτήρ’ (φυσική διάθεσις)

Εξεργάτ’κα, Έξεργος (έξ-έργον)=αργία, μή εργάσιμη ημέρα, το ανήκον εις μη εργάσιμη ημέρα (γιορτινή).
Έπεργος=εργάσιμη ημέρα.
“Τον έξεργον που ‘κ̌ι’ κρατεί , τον έπεργον θα χάν’”.
Δημώδες άσμα : «Απές ‘ς σο κεμεντζόπο μου πουλόπο μ’ να εχώρ΄νες, τ’ εξεργάτ’κα τα λώματα τον έπεργον να εφόρ’νες».

Print

More Articles ...