Ανέκδοτα Κρώμνης. Ο Πότζιολον τη Μαρούλας

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Γλώσσα

ανέκδοτα,κρώμνης,φίλων,κτενίδης,σοχτάβα,ορτάρια,πότζιολον,μαρούλα,τσιπίν,φορκάλι,μαλέζ,ποντιακή,λαογραφία Οι γειτονάδες εκάθουσαν απάν’ ΄ς σο δώμαν τη Σοχτάβας, έπλεκαν τ’ ορτάρα̤ τουν, εμπάλωναν τα λώματα τοι μωρίων τουν και εκεβεζελέγευαν. Ο Πότζιολον τη Μαρούλας επέγνεν κι έρχουτον έμπρια̤ του και με τ’ έναν τσιπίν φορκαλή εκαθάριζεν τα δόντια̤ τ’. Τερούν ατόν οι γυναίκ’ και γελούν, κι ασ’ ολουνούς πολλά γελά η Φανή η Ιορδανάβα.
- Φανή ντο γελάς ; Ερωτά ‘τεν η Βαρβάρα τη Τσουπογιάν.
- Κιά πως να μη γελώ ναι Βαρβάρα. Ασή Μαρούλας έρθα. Απάν’ σο φαγίν ερούξα. Ντο έφαγαν ; μαλέζ δίχα ψωμίν, κι ο Πότζιολον αγλαθά̤ζ’ τα δόντια̤ τ’, να εθαρρεί η γειτονία πως έφαγεν κρέας …

Πηγή : Φίλων Κτενίδης, Ποντιακή Εστία τεύχος 1ο, 1950

Λεξιλόγιο :
ορτάρα̤ = μάλλινες πλεχτές κάλτσες
Λώματα = ρούχα
Εκεβεζελέγευαν = εκ του τουρκικού geveze = φλυαρώ – μωρολογώ
Έμπρια̤ = από μπροστά
Τσιπίν & τσ̆ιπούκιν ή & τσ̆ιπούκ ή & τσ̆ιπούχ απ’ το τουρκικό Çubuk ή Çibuk = μικρό ξύλο / ξυλαράκι – εδώ έχει τη σημασία της σημερινής μας οδοντογλυφίδας
Φορκάλ’ = σκούπα – φορκαλί = της σκούπας
Ερούξα απάν’ ΄ς σο φαγίν = βρέθηκα να παρίσταμαι την ώρα του φαγητού
Μαλέζ & μαλέζιν = εκ του αρχαίου ελληνικού μάζα. Υδαρής χυλός από αλεύρι, κοινώς η αλευρόσουπα. Παροιμία : «Έκαψεν το μαλέζ κι έτον κι έναν καλόν φαείν» λέγεται για κάτι κακό που προκαλείται από άνθρωπο, ανάξιο λόγου, ή για ατυχία που συμβαίνει από μικρή αφορμή.
Αγλαθά̤ζω – αγλαφά̤ζω – γλαθά̤ζω = απ το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό γλάφυ – κοίλωμα γης – γλύφω = κοιλαίνω. Εκδοχές - Ερμηνείες : Αγλαθά̤ζω το ρυμίν. Αγλαθά̤ζω το νερόν. Εγλαθίασα το ψωμίν κι εσέγκα απέσ’ βούτορον, (καθαρίζω – διοχετεύω-ενσκάπτω). Αγλαθά̤ζω την δουλείαν. Τη μυίας τ’ ιντέρα̤ αγλαθά̤ζ’. (Εξερευνώ με ακρίβεια). Εγλαθίασεν κι είπεν ατό (το εξέθεσε με σαφήνεια).

Print