Φουμίζω, Μανέα, Κουκάρα. Ερμηνεία και ετυμολογία των λημμάτων
Φουμίζω
Ερμηνεία: δυσαρεστούμαι, θυμώνω, δυστρωπώ. Εκ του φού-φού που εκφέρει ο θυμωμένος απ’ τα ρουθούνια του.
Ετυμολογία: α) εκ του Φημίζω (διάλεκτος Καστελλόριζου: φουμίζω=φημίζω). Φουμίζω = θίγομαι και θυμώνω, όπως χολούται μια προσωπικότητα, ένας φημισμένος = κάνω τον φημισμένο, εξ ού το: «λέγει φούμαρα» & β) Επίσης με την έννοια του θυμώνω (εκ του λατινικού Fumus = καπνός), θυμός.
Μανέα
Ερμηνεία: καπνιά – μαυρίλα
Ετυμολογία: α) εκ του αρχαίου μαίνομαι. β) Άλλη έννοια η ασβόλη των καπνοδόχων, γ) εκ του αμαντίτου (εξ’ ού και το μανιτάρι) εξ’ αυτού η λέξις μανίν = ύσκα/ίσκα (ίσκα θηλυκό, στα λατινικά esca είδος μύκητα με πολύ σκούρο καφέ χρώμα, που το ξέραιναν και τον χρησιμοποιούσαν, παλαιότερα, για να ανάβουν την αποξηραμένη ίσκα. Η ίσκα ή ύσκα στα ρωσικά "σπίθα" προέρχεται από το είδος τοy μύκητα και αγαρικό. Αγαρικό ή και Ίσκα: α) μύκητας της οικογένειας των Αγαριδοειδών που περιλαμβάνει το κοινό μανιτάρι, β) φιτίλι για πυροβόλο όπλο και για τον παλιό αναπτήρα (το τσακμάκι). Το χρησιμοποιούσαν παλιότερα ως φιτίλι για τσακμάκι. Φουμίζω, Μανέα & Κουκάρα. Ερμηνεία και ετυμολογία των λημμάτων
Κουκάρα
Ερμηνεία: αγκυλωτή άκρη ξύλου ή σιδερένιας ράβδου
Ετυμολογία: ακωκή & συλλέκτης καρπών, εκ του λατινικού Cogo = συλλέγω.
ακωκή < αρχαία ελληνική ἀκωκή < ἀκή ακωκή θηλυκό αιχμή, μυτερή άκρη ακίδα
ἀκωκή = ἀκωκή < ἀκή ἀκωκή θηλυκό (ᾰ) ακωκή ἀκίς
Πηγή: Ποντιακή Εστία, τεύχος 2ο, Θεσσαλονίκη Φεβρουάριος 1950
Ποντι(α)κή Διαλεκτολογία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
