• Home
  • Γλώσσα
  • Κολλημένε - Χαριφερά - Κατσίν - Εχπούλ'. Ερμηνεία & Ετυμολογία των λημμάτων

Κολλημένε - Χαριφερά - Κατσίν - Εχπούλ'. Ερμηνεία & Ετυμολογία των λημμάτων

Ποντιακή,Διαλεκτολογία,Κολλημένε,Χαριφερά,Κατσίν,Εχπούλ',καμένε,κολασμένε,καταραμένε,κολατίγουμαι,κολατισμένος,Χαριφέρτς,καψίον,καψίν,κατσίν,καυκίν,πιλίτζια,πουλιάζω,εχπουλιάζω Κολλημένε
Ερμηνεία : καμένε, κολασμένε, καταραμένε
Ετυμολογία : α) εκ του κολλώ = συνάπτω, β) κολασμένε = κόλασις, ρήμα εις την Ποντιακή : κολατίγουμαι = αμαρτάνω, και κολατισμένος (στην Κρώμνη) ενώ κολλημένος (στη Ματσούκα) : «Μώ ντ’ εκόλτσες με εσύ» = Άχ, μ’ έκανες να αμαρτήσω, γ) καταραμένε = εκ του αποκολληθέντος, αποχωρισθέντος

Χαριφερά
Ερμηνεία : α) τα δώρα που προσφέρουν στον γάμο (στη χαρά), εξ’ ου και ο Χαριφέρτς, β) η τελετή της απονομής των δώρων (χάρτα) κατά τον γάμο
Ετυμολογία : χάρις – φέρω (χάρις εις την Ποντιακή : η χάρ’, στον πληθυντικό χάρτα, φράση : έγκαν τα χάρτα = έφεραν τα δώρα, τα χαρίσματα

Κατσίν
Ερμηνεία : το μέτωπο (κούτελο)
Ετυμολογία : α) κατά – ασινές (αβλαβές), β) κάψα, καψίον, καψίν, κατσίν. Κατά τον ίδιο τρόπο παράγεται το καυκίν (ποτήρι), γ) καψίον, κοίλον δοχείον (το ψ γίνεται τα όπως και στα : κοψός, κοτσός=κουτσός, και ψευδός = τσευδός.

Εχπούλ'
Ερμηνεία : νεοσσός, μόλις εκκολαφθείς (οι μεγαλύτεροι ελέγοντο πιλίτζια, ίσως υποκοριστικό του ουσιαστικού πουλί.
Ετυμολογία : εκ-πουλίζω και εκ-πουλιάζω = εχ-πουλιάζω = αποπερατώνω την εκκόλαψη. Το ρήμα πουλιάζω και επουλίασεν λεγόταν συνήθως στην Κρώμνη. Απαντάται επίσης και στο παιδικό τραγούδι : «Τίμη – Τίμη τον αετόν….απαντά : ν’ εχπουλιάζω τα πουλιά μου…».

Πηγή : Ποντιακή Εστία, Θεσσαλονίκη 1950, τεύχος 3ον

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ