• Home
  • Γλώσσα
  • Ιδιωματισμοί της Ποντιακής Διαλέκτου του Παντελή Η. Μελανοφρύδη: Σκλεπέας,Τσιλτέας, Σαχλέας, Σκλεπαρού, Σκλεπαρία, Γιλάρ, Γιλάρα, Τσιμπλέας, Χασχατίνον, Πατρατίνον, Ξυμίτας, Ξυμιτίνον, Ασκληπιός, Λίδ’, Τσάνταχον, Κασκάσον, Γλίος

Ιδιωματισμοί της Ποντιακής Διαλέκτου του Παντελή Η. Μελανοφρύδη: Σκλεπέας,Τσιλτέας, Σαχλέας, Σκλεπαρού, Σκλεπαρία, Γιλάρ, Γιλάρα, Τσιμπλέας, Χασχατίνον, Πατρατίνον, Ξυμίτας, Ξυμιτίνον, Ασκληπιός, Λίδ’, Τσάνταχον, Κασκάσον, Γλίος

Οικογένεια Χαράλαμπου και Ιωάννη Βαφειάδη / Πόντος, πρίν το 1922Όλοι σύρ'νε το γιλάρ κι η Πηνή τη σ̆κύλ' τ' ουράδ'. (Παροιμία)
Ωραία παροιμία την οποία άκουσα προ ημερών από Σουρμενίτην. Ελέγετο για απρόκοπη και οκνηρή γυναίκα που δεν κατάφερνε να αποκτήσει ζώα κι έτσι όλοι τραβούσαν τα ηνία (γιλάρα̤) των ζώων τους, ενώ η Πηνή έμεινε να τραβάει την ουρά του σκύλου. 
Παρακολουθείστε το σχετικό μου βίντεο

Λήμματα με κατάληξη σε ... -ίνον
Η κατάληξη αυτή είναι σπάνια και επιχωριάζουσα μόνον εις ολίγα μέρη, σήμαινε πλησμονή και χλευασμό συγχρόνως. Τσιμπλέας ελέγετο αυτός που είχε τσίμπλας (λήμην). Επιτατικώς και χλευαστικώς ελέγετο τσιμπλιατίνον. Επίσης Πατρατίνον και Χασ̆χατίνον (άγνωστον από ποίας ρίζας, σχεδόν συνώνυμοι λέξεις). Πατρατίνον, δηλώνει άνθρωπο χονδροειδή με αβέβαιο, ασταθές βάδισμα ενώ Χασ̆χετίνον τον ασουλούπωτο, άκομψο, τον γελοίο άνθρωπο. Ως εκ τούτων παράγεται εκ του Ξυμίτας, ο Ξυμιτίνον.

Ο Ασκληπιός
Κατ' αυτάς όλοι διαβάζομε για τις εορτές της Επιδαύρου και τον Ασκληπιόν. Κανείς όμως δεν υποπτεύεται ότι η ρίζα του ονόματος του θεού της ιατρικής διεσώθη μόνον εις τον Πόντον. Σκλέπα σημαίνει κακή, ανίατη και αηδής πληγή. Λέγεται στον Πόντο: "Το κεφάλ'ν ατ' σκλέπας έν' γομάτον". Σκλεπέας = ο πλήρης σκλέπας, γεμάτος πληγές, βρώμικος. Έτσι παράγονται και τα παρόμοια: Μαλέας, τσιλτέας, σ̆αφλέας, σ̆αχλέας κ.ο.κ. Λέγεται στον Πόντο: "Δέβα τα σκλέπας ισ' καθάρτσον". Στο θηλυκό γένος λέγεται: σκλεπαρού και σκλεπαρία. Ασκληπιός λοιπόν είναι ο θεός ο θεραπεύων τας σκλέπας, ο ιατρός των πληγών.

Το Λίδ'
Το Λίδ' το λέγαμε και σκίουρο, το λαίμαργο αυτό και ευκίνητο ζώο που τόσες ζημίες έκανε στα καρύδια μας, τα οποία αγαπούσε πολύ και όχι μόνο τα έτρωγε χορταστικά πάνω στο δέντρο αλλά και τα μάζευε και τα αποθήκευε για τον χειμώνα. Τον έλεγαν και τσ̆άνταχον για την ουρά του που έμοιαζε με τσάντα. Στην Ματσούκα τον έλεγαν κασ̆κάσ̆ον ενώ στα Σούρμενα γλίος.

Ιδιωματισμοί της Ποντιακής Διαλέκτου. Παντελή Η. Μελανοφρύδη. Πηγή: Ποντιακή Εστία σελ. 3359-3360

Ποντιακή Διαλεκτολογία - Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ