Θ’έ μ’ εδέκες έφαγαμ τ' άλλα πα να δατάχκεσαι - Ιδιωματισμοί Ποντικής Διαλέκτου
Μετά το τέλος του φαγητού έκαναν το σταυρό τους και ο νοικοκύρης σταυροκοπούμενος με ευλάβεια έλεγε την παραπάνω ευχή: “Θ’έ μ’ εδέκες έφαγαμ’ τ’ άλλα πα να δατάχκεσαι”.
Μετά το τέλος του φαγητού έκαναν το σταυρό τους και ο νοικοκύρης σταυροκοπούμενος με ευλάβεια έλεγε την παραπάνω ευχή: “Θ’έ μ’ εδέκες έφαγαμ’ τ’ άλλα πα να δατάχκεσαι”.
Στη δημοτική ποίηση του Πόντου παρατηρούνται δυο φαινόμενα άκρως αντίθετα. Πρόκειται ειδικά περί των δίστιχων. Το πρώτο αφορά τη σπουδή των ποιητών να επιτύχουν, όπως-όπως ομοιοκαταληξία, αδιάφορον αν ενίοτε δεν επιτυγχάνουν αυστηρά σημασιολογική σχέση μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου στίχου.
Ας κόφτω με το μέλ’ στην συζήτηση που άνοιξε ο κ. Γ. Σουμελίδης και συνεχίζει ο κ. Π. Μελανοφρύδης. Το ξέρω ότι βρίσκονται και οι δυό τους καλά στο χωράφι τους και εάν υπάρχει παρείσακτος αυτός χωρίς άλλο είμαι εγώ. Τους ξέρω όμως τόσο καλόβουλους και τους δυό ώστε φόβο να μου θυμώσουν δεν έχω.
• Τα χ̆έρα̤ τ' μακρέα είναι = είναι κλέφτης
• Τσακωμένον χ̆έρ’ σο μανίκ’ = λέγεται για άνθρωπο άπειρο και ανίκανο όπως το σπασμένο χέρι
• Το μανίκ’ν ατ’ κοντόν έν’ = είναι πτωχός
• Τ’ ομμάτ’ έγκεν άδολο (έκφραση Ματσούκας – Σουρμένων) = το μάτι έφερε ασπράδι
• Έγκεν ασ’ ομμάτα̤ (φράση για τη στέρηση και την πείνα) = έφερε ασπράδι το μάτι του, όμοια με τη φράση: ο σ̆κύλον ασό τέρεμαν εψόφεσεν