Λαλασεύω - Κάκαλα - Κουσκούρ - Πλάν'. Ερμηνεία & Ετυμολογία των λημμάτων

Ποντιακή Διαλεκτολογία  Λαλασεύω - Κάκαλα - Κουσκούρ - Πλάν'. Ερμηνεία & Ετυμολογία των λημμάτωνΛαλασεύω
Ερμηνεία : χαϊδεύω, παραχαϊδεύω, χαϊδεύω σε βαθμό να ξετρελαίνω
Ετυμολογία : α) εκ του αρχαίου λαλαγώ = λαλαγή = άναρθρος φωνή, β) εκ του λάλα = παλαβή θηλυκό του παλαλός = παλαβός και η συνήθης κατάληξη -εύω, όπως απραϊα, απραεύω, καλόγερος, καλογερεύω

Print

Καφούλ’ – Γούλα - Τσιμίδ’ – Ορτάρι͜α. Ερμηνεία & Ετυμολογία των λημμάτων

Καφούλ’ – Γούλα -  Τσιμίδ’ – Ορτάρι͜α. Ερμηνεία & Ετυμολογία των λημμάτων Καφούλ’ – Γούλα - Τσιμίδ’ – Ορτάρι͜α

Καφούλ’
Ερμηνεία : θάμνος
Ετυμολογία : κατάφυλλος, κατάφυλλον, καταφύλλιον, κατ’ φούλλιν – καφούλ’ (καρυόφυλλον – καραφούλ’). Στ’ αράβικα Καφούλ = κλειστός

Print

Φουμίζω - Μανέα - Κουκάρα. Ερμηνεία και ετυμολογία των λημμάτων

Φουμίζω,δυσαρεστούμαι,θυμώνω,δυστρωπώ,ρουθούνια,φουμίζω,φημίζω,φούμαρα,Fumus,καπνός,θυμός,μανέα,ασβόλη,καπνοδόχων,αμαντίνου,μανίν,ύσκα,ίσκα,αγαρικό,μανιτάρι,φιτίλι,αναπτήρας,τσακμάκι,κουκάρα,συλλέκτης,καρπών,Cogo,ακωκή,αιχμή,ακίδα,ἀκωκή,ἀκή,ἀκίς,ποντιακή,γλώσσα,διαλεκτολογίαΦουμίζω
Ερμηνεία : δυσαρεστούμαι, θυμώνω, δυστρωπώ. Εκ του φού-φού που εκφέρει ο θυμωμένος απ’ τα ρουθούνια του.
Ετυμολογία : α) εκ του Φημίζω (διάλεκτος Καστελλόριζου : φουμίζω=φημίζω). Φουμίζω = θίγομαι και θυμώνω, όπως χολούται μια προσωπικότητα, ένας φημισμένος = κάνω τον φημισμένο, εξ ού το : «λέγει φούμαρα». β) Επίσης με την έννοια του θυμώνω (εκ του λατινικού Fumus = καπνός), θυμός.

Print

Πάς Σουρμενίτες ψάλτης. Ανέκδοτο Σουρμένων Πόντου

Τα παιδιά του Κώστα Κωνσταντινίδη από τα Σούρμενα καθιστοί από αριστερά  Παναγιώτης, Σάββας και Γιάννης, όρθιοι από αριστερά Ιορδάνης, Δημήτρης, Ανέστης και Θεόδωρος στο ΒατούμΣην Τραπεζούντα σον Άη-Βασίλ’ την Εγκλησία, απ’ αδά’ κι εξήντα χρόνα̤ πρωτοψάλτες έτονε ο Γιορδάνη’ς ο Κωνσταντινάντες ο Σουρμενίτες. Ένα Κερεκή σην Εγκλησία εγίνοντονε Δεσποτιακό λειτουργία. Ο Γιορδάνης αρχίνεσε να δεβάζ’. Πρίν να φτάν’ σα Καταβασία εστοχάστεν πως ο αριστερόν ο ψάλτες ακόμαν ‘κ̆’ έρθε. Στέλλει ένα κανονάρχη να πάει ρωτά ντ΄εγέντονε. Έρται ο επίτροπος και λέει ατόν : Αριστερόν, ερρώστησε. Εσύ κανείνα κι ξέρεις να λέπομε και φέρομ’ ατόνα ;

Print

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ