Ιδιωματισμοί της Ποντιακής Διαλέκτου. Π.Η. Μελανοφρύδη: Τσούνα και μιαντή. Τρικέφαλον οφίδ’. Άγιος ο Κύρτς. Τη συντέκν’ ιμ’ το χωράφ’ έτον. Άπιστον ουντάν ομνύ’ ο πιστεμένον πιστεύ’ α̤τον. Άρκον. Δ' Μέρος.

Ελληνίδες Κοτυωρίτισσες με τις επιχώριες παραδοσιακές τους ενδυμασίες.Τσούνα και μιαντή
Στην περιφέρεια Κρώμνης μεταχειρίζονταν την ύβρη αυτή: τσούνα και μιαντή, προς παντός στις γυναίκες σε σοβαρούς καβγάδες. Ήταν μια απ τις πιο σοβαρές ύβρεις και στρεφόταν κατά της ηθικής και της τιμής της υβριζόμενης η οποία παρομοιαζόταν με σκύλα αδιάντροπη, μιασμένη, βρωμερή, μολυσμένη γυναίκα.

Print

Ιδιωματισμοί της Ποντιακής Διαλέκτου. Π.Η. Μελανοφρύδη: Μέγγκλα, Τα ζώδια, Κύρβας, Χαντσεύω, Κρούγω. Γ' Μέρος.

Μαθητές του Φροντιστηρίου Τραπεζούντος 1903 - Ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρός με, τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. [Ματθ. ιθ’ 14.2]Μέγγκλα
Μέγγκλα = χοντρό, στραβό ραβδί, μαγκούρα, κατ’ αντίθεση προς την βίτσαν = λεπτή εύκαμπτη βέργα, στουράκ = βακτηρία /μπαστούνι, λοπούτ’ = χοντρή βακτηρία, τοπούζ’ = ρόπαλο, λεπτό στα λαβή και χοντρό στο κάτω μέρος. Χλευαστικά λεγόταν: Άμον μέγγκλα = άγαρπο, άσχημο. Η λέξη μεγγκλαράς δεν υπήρχε ως έκφραση.

Print

Ιδιωματισμοί της Ποντιακής Διαλέκτου. Π.Η. Μελανοφρύδη: Σελβίρα, Σ’ αποκαμάρωμαν έρθεν, Μνημόρα̤ ανοί’, Τσιμπαρά̤ουμαι, Μιαντή, Χόχορας (κουκουβάγια), Χατσένια. Β' Μέρος.

Ναυτική εκστρατεία Νέοι Έλληνες του Πόντου κατά τη διάρκεια βαρκάδας Σελβίρα
Ένα σπάνιο όνομα που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ξενόφερτο. Το όνομα Ελβίρα δεν ήταν γνωστό στον Πόντο. Φαίνεται να προέρχεται απ’ το τουρκικό σεβλίν που είναι το κυπαρίσσι. Δηλαδή Σελβίρα σημαίνει Κυπαρισσένια, Κυπαρέσσα, εξ' ου και το Παρέσσα.

Print

Ιδιωματισμοί της Ποντιακής Διαλέκτου. Παντελή Η. Μελανοφρύδη με λήμμα το Κηφάλ (κεφάλι) - Μέρος Δεύτερο

Παντελής Μελανοφρύδης • Σκεπάγ’ κρούει ‘σε ο ήλον ‘ς σο κηφάλ’ = παθαίνεις ηλίαση
• Πα̤ντοκέφαλον = η αρχή του αυλακιού του μυαλού
• Καφηλόπονος και Κηφαλοπονίος = όπως γουλόπονος, κοιλόπονος και κοιλοπονίος 

Print

Ιδιωματισμοί της Ποντιακής Διαλέκτου. Παντελή Η. Μελανοφρύδη με λήμμα το Κηφάλ (κεφάλι) - Μέρος Πρώτο

Ο αείμνηστος Αδυσσινός λόγιος δάσκαλος, συγγραφέας και ερευνητής κ. Παντελής ΜελανοφρύδηςΚρούω κηφάλ’ = (χτυπώ κεφάλι) κάνω μίαν έρευνα, ρίχνω ματιά να δω τι γίνεται. «Επήγεν εντώκεν έναν κηφάλ’ ‘ς σήν αγοράν κι έσ’».

Το κηφάλ’τ ατ’ έξ’ έν’ = λέγεται για άνθρωπο που δεν είναι προσηλωμένος στη δουλειά του / για παντρεμένο άντρα ή γυναίκα που επιζητεί έρωτες εκτός της συζυγικής εστίας.

Κλίθω κηφάλ’ = κλίνω την κεφαλή, υποτάσσομαι, υπακούω.

Print

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ