Ο Λαζάραγας (Λάζαρος Κυριλλίδης), απ' το Αρσατζούκ της Νεοκαισάρειας του Πόντου

Λαζάραγας,αρσατζούκ,νεοκαισαρεία,νιξάρ,πόντου,λάζαρος,κυριλλίδης,αμελέ,τταμπουρού,εσ̌έκταμπουρού,τακίπ,εσ̌κιάδες,τρίπολη,ιστορίαΤο Ασαρτζούκ ήταν χωρίον της εκκλησιαστικής επαρχίας της Νεοκαισάρειας του Πόντου και είχε περί τις 40 με 50 ελληνικές οικογένειες. Τούρκοι δεν ζούσαν εκεί. Πρόκριτος και άρχοντας του χωριού ήταν ο ακτήμονας σε σχέση με τους άλλους συγχωριανούς τους, ο Λαζάραγας ή Λάζαρος Κυριλλίδης, γέρος 65 με 68 ετών, ασπρομάλλης, ξερακιανός, χλωμός, έξυπνος, σοβαρός, κοινωνικότατος στις σχέσεις του, πολύ δυναμικός αλλά πάνω απ’ όλα παθιασμένος υπηρέτης του χωριού !
Τον γνώρισα το 1917 όταν ήμουν σε ηλικία 10-11 ετών, όταν βρέθηκα εξόριστος με την οικογένεια μου, με την εξορία των Κοτυωριτών μαζί με ακόμη 8-10 άλλες οικογένειες εξορίστων.

Παρακολουθείστε το αφιερωματικό μας βίντεο για τον Λαζάραγα απ ' το Αρσατζούκ της Νεοκαισάρειας του Πόντου

Ο Λαζάραγας έκανε παρέα σχεδόν καθημερινά με τον πατέρα μου. Με μάγευε ο Λαζάραγας με την εξαιρετικά θαυμάσια ευφράδεια του. Ήταν αγράμματος αλλά χειριζόταν έξοχα την τουρκική γλώσσα. Ήταν πραγματικός Έλληνας και έδινα πάντα το παρόν σε κάθε ιστορική αναγκαιότητα.
Έχαιρε του σεβασμού όλων των χωρικών, μικρών και μεγάλων, αλλά και όλων των γειτονικών χωριών.
Σε όλο το διάστημα του μεγάλου πολέμου 1914-1918, κατόρθωσε να μη δώσει ούτε έναν στρατιώτη στα απαίσια Αμελέ Ταμπουρού ή Εσ̌έκ Ταμπουρού (εσ̌έκ=γαϊδούρι) της εγκληματικής γερμανικής επινόησης. Όλοι οι στρατεύσιμοι παρέμεναν στο χωριό !
Όταν καμιά φορά εμφανιζόταν το “τακίπ”, όπως έλεγαν οι χωρικοί στα τούρκικα την δύναμη της χωροφυλακής ή του στρατού που αναζητούσε και συλλάμβανε τους ανυπότακτους, κατόρθωνε εκείνος ο επιβλητικός γέρος να γλιτώνει το χωριό από αυτήν την υποχρέωση. Το απόσπασμα έφευγε άπρακτο ! Με ποια μέσα όμως κατόρθωνε κάτι τέτοιο ; Η ηθική του παρουσία, η πειθώ της ομιλίας του, ένα πλούσιο φαγοπότι και μερικές χρυσές λιρίτσες.
Λαζάραγας,αρσατζούκ,νεοκαισαρεία,νιξάρ,πόντου,λάζαρος,κυριλλίδης,αμελέ,τταμπουρού,εσ̌έκταμπουρού,τακίπ,εσ̌κιάδες,τρίπολη,ιστορίαΚάποια μέρα όμως, οι διαπραγματεύσεις φάνηκαν κουραστικές, μακροσκελείς, και το αποτέλεσμα αργούσε. Η επιμονή του αποσπασματάρχη ήταν μεγάλη. Ζητούσε από έναν ονομαστικό κατάλογο, 25 ανυπότακτους. Το χωριό ήταν γεμάτο από ανυπότακτους στρατολογικά άντρες.
Ανακοινώθηκε ότι θα παραδοθούν οκτώ άντρες. Πρώτος μεταξύ αυτών, ο μικρότερος αδερφός του Λαζάραγα, ο Καλλιφρόν’ ηλικίας περίπου 40 ετών.
Το αίσθημα αυτοθυσίας του Λαζάραγα ήταν πολύ γνωστό στο χωριό. Ωστόσο η πράξη αυτή κατασυγκίνησε τους πάντες. Κανείς δεν θα είχε το παραμικρό παράπονο εάν ο Λαζάραγας δεν παρέδιδε τον αδερφό του. Ανάστατο όλο το χωριό και με κλάματα παρέδιδε για πρώτη φορά και ξεπροβόδιζε τους οκτώ άντρες. Όλοι γνώριζαν ότι ήταν ζήτημα εάν θα κατόρθωναν οι δύο απ’ τους οκτώ να επιστρέψουν ζωντανοί στο χωριό κάτω από τις απαίσιες και γνωστές συνθήκες “υπηρεσίας” στα αμελέ ταμπουρού.
Δεν πέρασαν δύο ώρες απ’ τον αποχωρισμό και ιδού επέστρεψαν οι δύο απ’ τους οκτώ στρατευμένους, μετά από δύο ώρες επέστρεψαν κι άλλοι δυό και ως τα ξημερώματα επέστρεψαν και οι υπόλοιποι τέσσερις.
Τι συνέβη ;
Φανατικοί τούρκοι από τα γειτονικά χωριά είχαν καταγγείλει ότι το Ασαρτζούκ ποτέ δεν έδωσε στρατιώτες στο κράτος. Ο αποσπασματάρχης πήρε στην συνοδεία του τους οκτώ αυτούς έλληνες στρατευμένους και τους πέρασε απ’ όλα τα τούρκικα χωριά για να τους δουν οι τούρκοι και να ικανοποιηθούν. Στην συνέχεια, το απόσπασμα προχωρώντας άφηνε ανά δύο τους στρατευμένους μας να επιστρέψουν στο Ασαρτζούκ.
Αυτή ήταν λοιπόν η μηχανή (το σχέδιο) που επινόησε και κατάφερε να επιβάλει ο υπέροχος εκείνος γέρος, ο Λαζάραγας. Το εκμυστηρεύτηκε μετά από δύο ημέρες στον πατέρα μου. Έτσι μάθαμε τι έννοια είχαν εκείνες οι τελευταίες διαπραγματεύσεις του Λαζάραγα με τον αποσπασματάρχη.
Εκείνο που έκανε τεράστια εντύπωση στην παιδική μου ψυχή ήταν η γενναιότητα και αντρειοσύνη εκείνου του ανθρώπου. Εκείνα τα χρόνια οργίαζε η τουρκική ληστεία. Λιποτακτούσαν οι τούρκοι απ’ τον τουρκικό στρατό κι έπαιρναν τα βουνά. Η πείνα τους θέριζε κι αναγκάζονταν να επιδίδονται σε ληστείες. Έκαναν επιθέσεις σε διαβάτες, σε ομάδες, όπου μπορούσαν. Κυριότερο πεδίο στην δράση τους ήταν οι δρόμοι και τα στενοπάτια μεταξύ Νικ΄σάρ (Νεοκαισάρειας Πόντου) και χωριών. Επιτίθεντο στους χωρικούς που πήγαιναν να πουλήσουν την παραγωγή τους στα γύρω μέρη. Καμιά φορά σχημάτιζαν μεγάλες ομάδες και έκαναν επιθέσεις σε χωριά και τα καταλήστευαν.
Το Ασαρτζούκ για να αμυνθεί σε τυχόν τέτοιου είδους επιθέσεις, είχε οπλιστεί. Τις νύχτες οι χωριανοί φύλαγαν το χωριό. Φτωχοί καθώς ήταν δεν είχαν τρόπο να οπλιστούν επαρκώς και όλος ο οπλισμός ήταν μόλις οκτώ όπλα. Είχε αγοράσει όπλο και ο πατέρας μου και ο Λαζάραγας του μάθαινε τον χειρισμό.
Ένα πρωινό, καταφτάνει ένας χωριανός, λαχανιασμένος και φωνάζει : Λαζάραγα, εδώ, μισή ώρα έξω απ’ το χωριό, φάνηκαν εσ̌κιάδες (έτσι έλεγαν τους ληστές και τους αντάρτες στα τούρκικα).
Το γεροντικό, το αρρωστιάρικο σώμα του Λαζάραγα ορθοστυλώθηκε. Άστραψαν τα έξυπνα καστανά του μάτια. Ζήτησε τον “γούρ”, το κόκκινο του άλογο. Ζώστηκε τα άρματα, άρπαξε το τουφέκι και μαζί με οκτώ οπλισμένους, μεταξύ τους τα τρία παιδιά του και ένας αδερφός του βγήκαν απ’ το χωριό για να αντιμετωπίσουν τους ληστές. Τον ακολουθούν όλοι οι άντρες του χωριού με τσεκούρια, με ρόπαλα. Μα κι εμείς τα πιτσιρίκια και οι νεαροί δεν αφήσαμε να μας ξεφύγει η ευκαιρία και πήραμε το κατόπι τους. Είχαμε ηλεκτριστεί. Θέλαμε να δούμε πως θα γίνει η μάχη, να συνεισφέρουμε κι εμείς το κατά δύναμη. Οι μεγάλοι, μας έδιωχναν. Κάναμε πως επιστρέφουμε στο χωριό και μόλις φεύγαμε απ’ την προσοχή τους, ακολουθούσαμε και πάλι το κατόπι τους ώσπου βαρέθηκαν, μας άφησαν και δεν μας έδιωχναν πια. Ανεβαίναμε ανήφορους, κατεβαίναμε χαράδρες, τρέχαμε όλοι μαζί από πίσω τους. Μερικοί άντρες έκοψαν δρόμο από σύντομη διαδρομή για να περικυκλώσουν τους ληστές. Τέλος, φτάσαμε σε ένα λαγκάδι.
Μια στιγμή ο αγγελιοφόρος γεροχωρικός δείχνει τους ληστές : Νάτους ! φωνάζει. Πυκνοί πυροβολισμοί αντηχούν στο έρημο πεδινό μέρος. Μια τελευταία προσπάθεια και τρέχουμε κοντά τους. Οι ληστές φεύγουν. Μπροστά πάντα ο Λαζάραγας πάνω στο άλογο του, κατευθύνεται στον ένα απ’ τους ληστές σκούζοντας στα τουρκικά : “ολάν ταχά κατσ̌ατζάκμισιν δηλαδή, ως πότε θα φεύγεις παλληκάρι ;” προτείνοντας το όπλο του. Ήταν ένας μαντράχαλος περίπου 25 ετών. Τον περικυκλώνουμε όλοι. Κατακίτρινος από τον φόβο του, παρακαλεί : Λαζάραγα (γνώριζε τον Λαζάραγα καθώς ήταν απ’ το διπλανό χωριό) κουϊμα τζανουμού – μη με σκοτώνεις !.
Ένας νέος κάπου 20 ετών, εξόριστος απ’ την Τρίπολη του Πόντου ορμά αγριεμένος με το όπλο του πάνω στον ληστή, παρακαλώντας : Λαζάραγα, άσε με να το σκοτώσω το σκυλί. Ο Λαζάραγας όμως δεν άφησε κανέναν να τον πειράξει. Του φέρθηκε με καλοσύνη και ιπποτισμό. Τον έφερε στο χωριό, τον τάϊσε, τον περιποιήθηκε και την άλλη μέρα τον παράδωσε στον κοντινότερο αστυνομικό σταθμό.
Οι τρομοκρατημένοι ληστές διέδωσαν στα γύρω χωριά φεύγοντας ότι το Ασαρτζούκ τους έκανε επίθεση με 70 οπλοφόρους. Η φήμη μαζί με την προγενέστερη όμοια δράση, ωφέλησε το χωριό. Οι στρατιωτικές αρχές της περιοχής θεώρησαν σιωπηρά τους χωρικούς του Ασαρτζούκ ως συνεργάτες στην επιβολή της τάξης. Γι’ αυτό ως ένα βαθμό παράβλεπαν και αγνοούσαν τη μη στράτευση τους.
Ήταν υπερευαίσθητος ; Ήταν κενόδοξος ; Ήταν θερμός πατριώτης ; Ήταν τρελός ;
Ο αυτοχειροτονημένος υπεύθυνος του χωριού, ο Λαζάραγας !
Προσωπικά, προσκυνώ και την τρέλα του ακόμη. Τέτοιοι άντρες υπήρξαν οι μεγάλοι συντελεστές και στυλοβάτες στην επιβίωση του Ποντιακού Ελληνισμού.

Πηγή : Ποντιακή Εστία τεύχος 10ον - Θεσσαλονίκη 1950

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ