Λαογραφικά σύμμεικτα περιοχής Κάρς. Αινίγματα για την Υφαντική, την Ενδυμασία, τα Κοσμήματα.

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Λαογραφία

καπνοσακούλα,τερσ̆ή,αδράχτι,χαπαπία,μολόχα,γουϊν,πηγάδι,τζουπία,καλτσοβελόνες,ορτάρ’,μάλλινηκάλτσα,φοσίν,λάκκος,παπάχ,καπέλο,θελέκα,κουμπότρυπα,πούρτ,δέρμα,φουτίν,αέρισμα,βδόλος,νεβράχω,βρέχω,καταβρέχω,ποντιακή,λαογραφία,κάρς,αινίγματαΑινίγματα για την Υφαντική, την Ενδυμασία, τα κοσμήματα : 

Αραπίτσα κλώσκεται η κοιλία τ’ς’ πρέσκεται (τερσ̆ή)

Χαπαπία κλώσ̆κεται η κοιλία τ’ς’ πρέσ̆κεται (τερσ̆ή)

Πέντε αδέλφα̤ χτίζ’νε έναν γουϊν (τζουπία – ορτάρ’)

Πέντε αδέλφα̤ δουλεύ’νε έναν πεγάδ (τζουπία – ορτάρ’)

Πέντε αδέλφα̤ δουλεύ’νε έναν φοσίν (τζουπία – ορτάρ’)

Πέντε αδέλφα̤ χτίζ΄νε έναν οσπίτ’ (τζουπία – ορτάρ’)

Ας σον άρθωπον ψηλόν κι ας σήν κοσσάραν χαμελόν (παπάχ)

Πάγω πάει, στέκω στέκ’ (παπούτζ’ – τσ̆αρούχ̆’)

Το στρογγυλόν ΄ς σο σ̆κιστό σ’ (κουμπίν – θελέκα)

Λύν’ ατα στέκ’νε , δεν’ ατα πάνε (τσ̆αρούχ̆ια)

Πούρτ’ κουτίν, προγατί φουτίν (τσ̆αρούχ̆’ – ορτάρ’)

Νεβράχω το λιλόπο μ’ κρούγ’ ατο σο κολόπο μ’ (βελόν’ – ράμμαν)

Εγώ εσέν’ επήρα ‘σε, να βάλω ‘σε σο τρυπί σ’ έναν κομμάτ’ κρέας (δαχτυλίδ’)

Λεξιλόγιο :
Τερσ̆ή = αδράχτι
Χαπαπία = είδος μολόχας, αραβ.khubbar
Γουϊν = πηγάδι
Τζουπία = καλτσοβελόνες
Ορτάρ’ = μάλλινη κάλτσα
Φοσίν = λάκκος
Παπάχ = γούνινο ανδρικό καπέλο
Θελέκα = κουμπότρυπα
Πούρτ = δέρμα
Φουτίν = αέρισμα, βδόλος, κλανιά
Νεβράχω = βρέχω-καταβρέχω

Τα παραπάνω αινίγματα καταγράφονται στο γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής του Κάρς. Τα θέματα είναι παρμένα απ’ την αγροτική ζωή, φύση, γεωργικά εργαλεία, φυτά, ζώα. Τα αινίγματα λέγονταν παλιότερα στις βεγγέρες (παρακάθα̤) του χειμώνα, από μεγάλους και μικρούς, στα πλαίσια των γεωργικών εργασιών (θέρος) και στα βοσκοπότια. Λέγονταν ως ένα είδος διαγωνισμού, για ψυχαγωγία αλλά και για να μείνουν ξάγρυπνοι οι βοσκοί των ποιμνίων. Οι μεγαλύτεροι στην ηλικία για να τραβήξουν την προσοχή των μικρών άρχιζαν με τη φράση : Για εύρηκον αβούτο το λόγον (για βρες αυτό το αίνιγμα). Άλλοι ως κίνητρο για τη λύση του αινίγματος έλεγαν : Ήντσαν ευρήκ’ αβούτο το λόγον, εν τη Θεού το παιδίν (όποιος βρεί αυτό το αίνιγμα είναι παιδί Θεού). Οι ακροατές πάλι, για όσους ήξεραν να λένε πολλές τέτοιες σπαζοκεφαλιές έλεγαν με κάποια δόση θαυμασμού : Μά̤ρ’ ευρήκ’ και λέε͜ι -α̤τα ! (που τα βρίσκει και τα λέει)

Πηγή : Αρχείον Πόντου – Περιοδικόν σύγγραμα – Επιτροπής Ποντιακών Μελετών – τόμος 44ος – Αθήναι 1992-93

Print