Ας είχα την σαϊτα μ' κι ας έμνε παλληκάρι δωδεκάχρονον. Ποντιακή ποίηση

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Λαογραφία

Πόθοι,επιθυμίες,έθνους,ελλήνων,πόντου,λαϊκά,τραγούδια,αλώσεως,τραπεζούντας,αςείχα,παλληκάρι,δωδεκάχρονον,σαϊτα,άλογον,αργυρόν,κοντάρ,φεγγαροπρόσωπος,κηφαλοκόφτες,πρόγατα,αρνόπα,κρωμή,κρώμνη,ραχόπα,πολεμικά,κατορθώματα,βουνά,κοιλάδες,λειβερά,λιβερά,τσοπάνος,παναϊας,ποτάμ,ψάλτεν,τραγωδάνον,δεντρόπα φυλλωμένα,τσοπάν,σύριγμαν,γαβαλί,νηχόπονΟι πόθοι και οι επιθυμίες ενός έθνους το χαρακτηρίζουν καλύτερα από κάθε τι άλλο, καταδεικνύοντας τις τάσεις, τον χαρακτήρα, τα ιδανικά και τις επιδιώξεις του, τόσο στον πνευματικό κόσμο όσο και στον υλικό. Συνεπώς ο χαρακτήρας των Ελλήνων του Πόντου αντικατοπτρίζεται στα λαϊκά του τραγούδια τα οποία εκφράζουν τις μύχιες επιθυμίες του, τις βλέψεις στο επίπεδο της βιοτικής πάλης και τα ιδεώδη με τα οποία γαλουχήθηκε. Σε ένα ποίημα το οποίο ανάγεται χρονολογικά στην εποχή προ της αλώσεως της Τραπεζούντας, ο ελεύθερος τότε Έλληνας Πόντιος φαίνεται πόσο ατίθασος είναι και πόσο η περιβάλλουσα άγρια και μεγαλοπρεπής φύση με τα υπερύψηλα βουνά, τα βαθύσκια δάση και τους ροχθούντας ορμητικούς ποταμούς, συνέτεινε στη διάπλαση ανδρικού χαρακτήρα, ορμητικού, υπερήφανου, που περιφρονεί τις υλικές απολαύσεις, αρκουμένου στον έρωτα, την ελευθερία και τη δόξα.

Παρακολουθείστε το σχετικό μας βίντεο

Πόθοι,επιθυμίες,έθνους,ελλήνων,πόντου,λαϊκά,τραγούδια,αλώσεως,τραπεζούντας,αςείχα,παλληκάρι,δωδεκάχρονον,σαϊτα,άλογον,αργυρόν,κοντάρ,φεγγαροπρόσωπος,κηφαλοκόφτες,πρόγατα,αρνόπα,κρωμή,κρώμνη,ραχόπα,πολεμικά,κατορθώματα,βουνά,κοιλάδες,λειβερά,λιβερά,τσοπάνος,παναϊας,ποτάμ,ψάλτεν,τραγωδάνον,δεντρόπα φυλλωμένα,τσοπάν,σύριγμαν,γαβαλί,νηχόπον“Ας είχα”, είναι μια δυνητική ευχή. Κάτι που μπορεί να συμβεί, να πραγματοποιηθεί. Νοσταλγική ευχή για το άγνωστο. “Ας είχα”, …δηλαδή δεν έχω, αλλά αν ήταν δυνατό ποτέ, να είχα ! Διαφέρει απ’ το “να είχα”, που εκφράζει μόνο ευχή μιας ταπεινής και αδύνατης ύπαρξης η οποία ζητά κάτι το οποίο δεν μπορεί να κατορθώσει, κάτι το οποίο μόνο η εξαιρετική εύνοια της τύχης θα μπορούσε να πραγματώσει.  “Ας είχα”, είναι ευχή ανδρική, αλλά συγχρόνως και απειλή. Ευχή ενός προσώπου που ζητά κάτι που ξέφυγε….που ξεγλίστρησε : Ας είχα …και θα έβλεπες τι θα έκανα.  “Ας έμνε παλληκάρι δωδεκάχρονον ! κι ας είχα και την κάλη μ’ έξ’ – εφτάχρονον”.
Η πρώτη απραγματοποίητη ευχή ; Ας ήμουν παλληκάρι, άρα δεν είμαι πια. Πρόκειται για άνδρα που νοσταλγεί την νεότητα ή για γέροντα που αναπολεί την ανθηρά του εφηβεία, το σφρίγος της νεανικής του ηλικίας. Οι ορισμοί (δωδεκάχρονος και εφτάχρονος) είναι σχετικοί. Δεν πρόκειται βεβαίως περί παιδικής ηλικίας, αλλά περί εφηβικής. Θέλει να είναι νέος 18-20 χρονών με την αγάπη του 15-17 χρονών, πάνω στην άνθηση της σωματικής δύναμης και ομορφιάς. Μαζί πηγαίνουν η δύναμη, το σφρίγος, η ομορφιά και ο έρωτας. Λόγος για πλούτη δε γίνεται, υπάρχει απόλυτη περιφρόνηση στα υλικά αγαθά.  “Ας είχα την σαϊτα μ’ κι έναν άλογον ! (ή) Ας είχα την σαϊτα μ’ κι αργυρόν κοντάρ’ ”.  Εδώ σπινθηρίζει η ευχή του ελεύθερου ανδρείου πολεμιστή. Ο πολεμικός ίππος, ο μαύρος όπως αναφέρεται αλλού, το τόξο και το ακόντιο. Δεν έχει σαϊτα ούτε αργυρό κοντάρι, αυτά επιθυμεί, κι αυτά ονειρεύεται να αποκτήσει.
“Σον ουρανόν εσύρνα τ’ άστρα τόξευα, (ή) Σον ουρανόν εβγαίνα τ’ άστρα τόξευα, τη γήλτς και τη φεγγάρους κι ούλτς αντάμαν !”  

Πόθοι,επιθυμίες,έθνους,ελλήνων,πόντου,λαϊκά,τραγούδια,αλώσεως,τραπεζούντας,αςείχα,παλληκάρι,δωδεκάχρονον,σαϊτα,άλογον,αργυρόν,κοντάρ,φεγγαροπρόσωπος,κηφαλοκόφτες,πρόγατα,αρνόπα,κρωμή,κρώμνη,ραχόπα,πολεμικά,κατορθώματα,βουνά,κοιλάδες,λειβερά,λιβερά,τσοπάνος,παναϊας,ποτάμ,ψάλτεν,τραγωδάνον,δεντρόπα φυλλωμένα,τσοπάν,σύριγμαν,γαβαλί,νηχόπονΤι άλλο έκανε ένας άλλος μέγας εκπρόσωπος της ελληνικής ανδρείας, ο θρυλικός Ηρακλής ; Δεν τόξευσε τον ήλιο ; Κι ο Έλληνας του Πόντου βασιζόμενος στη δύναμη του, το ίδιο κάνει. Θα τόξευε τον ήλιο, το φεγγάρι κι όλα τα άστρα μαζί. Είναι τόση η πεποίθηση του στη ρώμη, την τόλμη, ή μάλλον το θράσος του, που περιφρονεί όλα τα επίγεια, δεν καταδέχεται να αναμετρηθεί με τους όμοιούς του, αλλά τολμά να αναμετρηθεί με τον ουρανό.  Αναφέρεται συχνά η ποντιακή μούσα στον ήλιο και στο φεγγάρι και πολλά παραμύθια του λαού ωραία και απλοϊκά έχουν ως πρωταγωνιστές αυτούς τους δύο βασιλείς του στερεώματος. Αυτοί αντιπροσωπεύουν τη δύναμη και το κάλλος στην ποντιακή ποίηση ώστε όταν ο Έλλην Πόντιος θέλει να παραστήσει την εξαιρετική ομορφιά, την παραβάλλει προς τον ήλιο και το φεγγάρι.  “Τον ήλο̤ν λέει : για λάμψον για θα λάμπω”.  Επίσης αναφέρονται τα επίθετα : φεγγάρα, φεγγαροπρόσωπος κτλ.  Επομένως ο εύψυχος και ρωμαλέος πρέπει να αναμετρηθεί με αυτούς τους δύο δυνατούς. Την έννοια αυτή επεξηγεί άλλο άσμα ποντίας που καυχάται για την καταγωγή της :  “Είχα άντραν κι έτον κλέφτες κι αδελφόν κηφαλοκόφτες. Έκλεψαν τη γήλ’ τα κάλλα̤ τη φεγγάρ’ τα μαύρ’ ομμάτα̤”.

Πόθοι,επιθυμίες,έθνους,ελλήνων,πόντου,λαϊκά,τραγούδια,αλώσεως,τραπεζούντας,αςείχα,παλληκάρι,δωδεκάχρονον,σαϊτα,άλογον,αργυρόν,κοντάρ,φεγγαροπρόσωπος,κηφαλοκόφτες,πρόγατα,αρνόπα,κρωμή,κρώμνη,ραχόπα,πολεμικά,κατορθώματα,βουνά,κοιλάδες,λειβερά,λιβερά,τσοπάνος,παναϊας,ποτάμ,ψάλτεν,τραγωδάνον,δεντρόπα φυλλωμένα,τσοπάν,σύριγμαν,γαβαλί,νηχόπονΣε μεταγενέστερη εποχή, σε χρόνους υποτέλειας, η ευχή του Έλληνα του Πόντου δε φτερουγίζει πια. Ούτε σαϊτες, ούτε τόξα, ούτε άλογα, ούτε πολεμική σκευή, ούτε αρειμάνιο ήθος. Η υποτέλεια κάμπτει τη σπονδυλική στήλη και αρκείται σε απλούστερες ευχές, σε ήρεμο και ήσυχο βίο.  “Ας είχα χ̆ίλια̤ πρόγατα και πεντακόσια̤ αρνόπα, ας είχα την αιγάπη μου ση Κρωμή τα ραχ̆όπα”.   Πως αλλάζουν οι καιροί και οι σκέψεις, οι ευχές και τα ιδανικά ! ο υποτελής αποζητά την ήσυχη ζωή, δεν αποβλέπει στα χρήματα αλλά στη σχετική ελευθερία πάνω στα πολυύμνητα βουνά της Κρώμνης. Εκεί στον καθαρό αέρα των παρχαριών, στο ποιμενικό περιβάλλον, αποζητά τον έρωτα. Οι ευχές λησμονήθηκαν. Η δόξα απουσιάζει. Πολεμικά ή άλλα κατορθώματα δεν αναφέρονται. Άλλα είναι τώρα τα ιδανικά. Ο βουκολικός βίος έλκει ιδιαίτερα τους Έλληνες στον Πόντο, αφενός διότι το ορεινό έδαφος ευνοεί την κτηνοτροφία κι αφετέρου διότι είναι το μοναδικό επάγγελμα που συμβιβάζεται με τον ελεύθερο χαρακτήρα. Ο βοσκός γυρίζει ελεύθερος σαν το πουλί επάνω στα βουνά και κάτω στις κοιλάδες. Ο μυροβόλος και ζωογόνος αέρας του δίνει δύναμη. Μόνος μέσ’ στη φύση συγκεντρωμένος στον εαυτό του με τα χαρούμενα ή και τα θλιβερά του τραγούδια, τραγουδά κι η φωνή του αντιλαλεί μέσα στους πανύψηλους βράχους και στα στενά φαράγγια. Η ποιμενική ζωή υμνείται με πάθος πάντοτε συνυφασμένη με τον έρωτα :  “Χριστέ μ’ κι άς εποίνες ‘με σήν Λειβεράν τσ̆οπάνον, ση Παναγίας το ποτάμ’ ψάλτεν και τραγωδά̤νον”.  Βοσκός, ψάλτης και τραγουδιστής. Ήρεμα – ιδανικά !  Με την ίδια δίψα του βουκολικού βίου επαναλαμβάνεται συχνά η ευχή :  “Χριστέ μ’ κι άς εποίνες ‘με δέντρον σην λειβαδώναν, εποίνες ‘με πολύκαρπον με χαμελά κλωνάρα̤, έπλανες και σην ρίζα μου έναν κρύον νερόπον”. Γιατί ; Μα για να έρθουν τα κορίτσια να καθίσουν στον ίσκιο του και να αποκοιμηθούν. Σε στιγμές απόγνωσης και σπαραγμού ο Έλληνας της ποντιακής υπαίθρου αποτείνεται προς τα αγαπημένα του βουνά απ’ τα οποία ζητά παρηγοριά : “Ψηλά ραχ̆όπα πράσινα δεντρόπα φυλλωμένα, κλίστεν κά’ τα κλαδόπα σουν και κλάψτεν για τ’ εμέναν”.  Η αγάπη για το βουνό, για τον καθαρό αέρα προχωρεί μέχρις θανάτου :  “Αν αποθάνω θάψο-‘με σ’ έναν ψηλόν ραχ̆όπον ν’ ακούω τσοπάν’ σύριγμαν και γαβαλί ν-ηχόπον”.

Πηγή : Παντελής Η. Μελανοφρύδης

Print