Σαμάλογλης – Σιαμίδης από το Σιμοχώρι Μεσαρέας της Τραπεζούντας (τραγουδά ο Νίκος Τσαλικίδης)
Εγώ είμαι ο Σα͜μάλογλης και-ν' ας σα Μεσαρέας
σ΄ έναν το γιάν' τη κά̤ρδα̤ς-ιμ' κείνταν τα πικρασέας
Εγώ είμαι ο Σα͜μάλογλης και-ν' ας σα Μεσαρέας
σ΄ έναν το γιάν' τη κά̤ρδα̤ς-ιμ' κείνταν τα πικρασέας
Σην εγκλεσίαν όντες πάς α’σχώρετον
κλώστ’ τέρεν τα ταφία όφ-όφ
΄ς σον κόσμον έν’ και θάνατος α’σχώρετον
μη καίεις τα ξένα ψ̆ήα όφ-όφ
-:- Τα Δίστιχα -:-
Στο χορό τραγουδούσαν οι άνδρες δίστιχα τραγούδια, οι γυναίκες τα τραγουδούσαν όταν πήγαιναν για ξύλα ή για φύλλα ή για άλλες δουλειές. Πολλά από τα δίστιχα αυτά ήταν άτεχνα, αφού ο πρώτος στίχος τους δεν είχε καμία σχέση με το δεύτερο εκτός της ομοιοκαταληξίας. Παραδείγματος χάρη: «Εβράδυνεν ο βραδυνόν αψήστεν τα φωτίας, κι οντάν ακούς το θάνατο μ’ κωφά να είν’ τ’ ωτία σ’». Η Ποίηση στη Σαντά του Πόντου
Σε απάντηση ερωτήματος που μου ετέθη αναφορικά με τη φράση «Απουρατάν ασ̆αγά» η οποία συνοδεύει ορισμένα ποντιακά δίστιχα, απαντώ ότι πρόκειται για τουρκική έκφραση. Δίνω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μέσω ενός ευρέως γνωστού δίστιχου: «Απουρατάν ασ̆αγά τρέχ̆’ ολίγον νερόπον, έπαρ’ ‘με κόρ’ έπαρ’ ‘με είμαι καλόν παιδόπον» του οποίου η ερμηνεία είναι: «Από δώ και κάτω τρέχει λίγο νερό, πάρε ‘με κόρη, πάρε ‘με είμαι καλό παιδάκι».
Έρχουμαι ρίζα μ’ έρχουμαι, έρχουμαι μη κομπώντ’ς ‘με
τα στράτας-ισ’ πολλά μακρά τη κάκου μη σκοτώντ’ς ‘με