Το τραγώδ' τη Χωνού (Το τραγούδι της εστίας) - Δημώδες βουκολικό άσμα Πόντου

dimotika,voukolika,tragoudia,pontou,trapezounta,matsouka,xonos,gomar,giarmades,fortodemataΕγώ εγρίλεψα τ’ ορμάν, κι έκοψα τα γιαρμάδες
κι’ εφόρτωσα ανάλαφρα κορτσόπα και νυφάδες
Κάθαν γιαρμάν κι΄έναν ευχ̌ήν κι΄αηγάπ’ς ομολογίας !
εφτάει ατα τ’ αρνίμ’ σ̌α̤λά̤κ’ και γίνταν τραγωδίας

Τη κόρ’τς τα φορτωδέματα, τα ξύλα μ’ αγκαλιά̤ζ’νε,
τα ξύλα μ’ κλαίν’ και τραγωδούν κι’ ατέν’ απονεγκάζ’νε
Τα σ̌α̤λά̤κα̤ χαλάγανε, κι η στίβα εκουρέφτεν
και το τραγώδ’ τ’ αηγάπης -ιμ’, ας’ ούλτς ξάν εκουσ̌έφτεν

Εχ̌ιόντσεν κι’ έψ̌αν το χωνόν κι’ έκαψαν τα γιαρμάδες
και το τραγώδ’ ξάν έκουγαν, κορτσόπα και νυφάδες

Λεξιλόγιο :
Χωνόν = η εστία, όθεν χωνεύονται τα ξύλα καιόμενα / αλλού χρησιμοποιείται με την σημασία του χωνευτηρίου και αλλού ως διάπυρος τέφρα.
Γριλεύω εκ του τουρκ, kirilmak = αφανίζω, καταστρέφω (λ.χ. : ο χάρον εργίλεψεν τ’ οσπίτ΄ν’ ατ’ & τον άρκον έστειλαν ατον ‘ς σα ξύλα κι’ εκείνος εργίλεψεν το όρος).
Ορμάν = δάσος
Γιαρμάδες = ξύλο διεσχισμένο από κορμό δέντρου
Σα̤λά̤κ’ - σ̌α̤λά̤κιν - σ̌ελέκ’ - σ̌α̤λα̤κόπον - σ̌ελεκόπον (ξένη λέξις) = φορτίον ξύλων ή χόρτων φερόμενον υπό ανθρώπου εις την ράχην του.
Φορτωδέματα = εξάρτημα γυναικείας χωρικής ενδυμασίας για το δέσιμο των χόρτων ή ξύλων του σ̌α̤λά̤κ’
Απονεγκάζ’νε = ξεκουράζουν
Εκουρέφτεν – κουρεύω & γουρεύω = εδώ σημαίνει στήθηκε-τοποθετήθηκε
Εκουσ̌έφτεν – αγνώστου ετύμου
Έψ̌αν = άναψαν

Πηγή : Φίλων Κτενίδης, Ποντιακή Εστία Τεύχος 27ον, Θεσσαλονίκη 1952

Ο Πόθος της νύφης - Δημοτικό τραγούδι απ' το χωρίον Σταυρίν του Πόντου

δημοτικά,τραγούδια,πόντου,σταυρίν,χαλδίας,αργυρούπολης,νύφη,καραβοκύρης,ρωμαίϊκα,παλληκάρια,λαογραφία,χοροίΜικρέ νυφίτσα φούμιξεν από τα πεθερ’κά τ’ς, ούτε ΄ς ση κυρού θέλ’ να πάη, ούτε ΄ς σα πεθερ’κά τ’ς.

Πάει όλο τον γιαλό γιαλόν, όλεν τον περιγιάλον, ευρίκ’ λαλάτσια̤ πλουμιστά κάθεται κά(τ) και παίζει
-Σίτ’ έπαιζεν, σίτ’ έκλαιεν, σίτ’ εψιλοτραγραγώδνεν :
“Χριστέ μ’ και να εβούρτσιζεν Πολιτειανόν καράβι(ν)
Να είχ̌εν χρυσά άρματα και πράσινα γελκιάνια
να είχ̌εν και τον ξένον μου απ’ έσ’ καραβοκύρη”
Τον λόγον ατς ‘κ̌’ επλέρωσεν καράβ’ εφανερώθεν.

Στην άσπρη θάλασσα, Δημώδες άσμα Σουρμαίνων Πόντου

δημοτικά,δημώδη,τραγούδια,σούρμενα,πόντου,άσπρη,πέτρα,καθάρισμα,καλαμποκιών,αγάπης,νοσταλγίαςΤο τραγούδι αυτό, το τραγουδούσαν στα Σούρμαινα του Πόντου, όταν καθάριζαν τα καλαμπόκια. Μια γυναίκα τραγουδάει και οι  άλλες επαναλαμβάνουν από μια φορά τον στίχο της κατάληξης κάθε στροφής.

Κάτω στην Άσπρη θάλασσα
καρδιά μου καρδιά μου
Κάτω στην Περατιά
έχω καρδιά καημένη

Καράβιν χιλιαρμάτωτον
καρδιά μου καρδιά μου
εχπάστεν ση Φραγγίαν
έχω καρδιά καημένη

Έχει απέσ΄ τους Έλληνας
καρδιά μου καρδιά μου
Ρωμαίϊκα παλληκάρια
έχω καρδιά καημένη

Παρακολουθείστε το σχετικό μας βίντεο για το δημώδες άσμα

Δημώδη τραγούδια απ' την Χαλδία του Πόντου

Δημοτικά,δημώδη,τραγούδια,αργυρούπολης,χαλδίας,πόντου,κανδηλάπτης,γιαγκάζ,ποντιακά,φύλλα,λαογραφία,παραδόσειςΚι όντας έμνε μικρόν παιδίν και ώριαζα τ’ αρνόπα
‘ς σα ψηλά-ψηλά βόσκιζα, ΄ς σα χαμηλά ελάλ’να
Ωρίαζα και τον γιαγκάζ’ ατού ‘ς σα γονοκώλια̤
Γιαγκάζ, θα γυναικίζω σε φορτού τα καλαμάνια,
Εσύ κόρη που κρύφκεσαι κι αφκά ΄ς σα καλαμάνια
Έρται ώρα και κρύφκεσαι αφκά ΄ς σο παλληκάρι.
Λιάστ’ αιματούτ’ η καρδία σου κι’ελιάς κι εμέν’ τον ξένον.
Ξένε μ’ ‘ς σα ξένα αρρωστούν, κανένας πέντ’ ημέρες.
Σ΄εσέναν πέντ’ ημέρες έν’, ΄ς σ’ εμέναν πέντε χρόνια.

Σοφίτσα, Δημώδες άσμα

πόντος,οικογένεια,φωτογραφία,ποντιακή,λαογραφίαΈνα από τα ωραιότερα και πιο συγκινητικά τραγούδια του Πόντου που τραγουδιόταν κατά τους μακρούς χρόνους της δουλείας και ειδικότερα την εποχή της τρομοκρατίας των γενιτσάρων, είναι και το τραγούδι της Σοφίτσας.
Ποιος ραγιάς τότε θα τολμούσε να έχει όμορφη γυναίκα ; Ποιος πατέρας δεν καταράστηκε το μεγαλύτερο θείο δώρο, την ομορφιά της αγαπημένης του κόρης και δεν ευχήθηκε ενδόμυχα να αποκτήσει άσχημο κορίτσι, κακοφτιαγμένο ή και ανάπηρο ώστε να μην διατρέχει τον κίνδυνο αρπαγής απ’ τον σάτυρο φεουδάρχη και να ατιμαστεί απ’ τον κτηνώδη γενίτσαρο ;
Πόσα σπαρακτικά οικογενειακά δράματα έχει να αναφέρει η ιστορία των τρομερών εκείνων χρόνων ! Και τι δεν σοφίστηκε ο δούλος Έλληνας για να σώσει την οικογενειακή του τιμή, για να γλιτώσει την σύζυγο, την μνηστή, την θυγατέρα του, απ’ την κτηνώδη βουλιμία των τυράννων !
Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε ένα τραγούδι που μέσα του κλείνει όλο τον πόνο του ερωτευμένου, τον σπαραγμό του καταδυναστευομένου, την εξυπνάδα και εφευρετικότητα του δούλου που προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποφύγει απ’ τα νύχια του τούρκου δυνάστη.

Παρακολουθείστε το σχετικό μας βίντεο για το δημώδες πονετικό άσμα

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ