Το Πανηγύρι του Αη-Λία της Μόχωρας της Τραπεζούντας του Πόντου

εορτολόγιο,πόντου,αεηλίας,μόχωρα,κρώμνη,τραπεζούντα,αεζαχαρέας“ ‘σ σον Αη-Λία αφκακές θερίζ’ τ’ εμόν τ’ αρνόπον και ντ έμορφα και νόστιμα κρατεί το καγανόπον”
Πολλές μέρες πρίν τις 20 του Θερνού (Ιουλίου) εορτή του αγίου Προφήτου Ηλία, η Μόχωρα, ένα απ’ τα μεγαλύτερα και καλύτερα χωριά της Κρώμνης, φανέρωνε κάποιον αλλιώτικο οργασμό, μια ξεχωριστή κίνηση (οργάνωση). Χωμένη στο βάθος μιας χαράδρας που την πλαισίωναν απ’ το μέρος της Ίμερας η καταπράσινη βουνοκορφή Σκοπέλ’ κι’ απ’ το μέρος του Αη-Ζαχαρέα η πετρώδης κατωφέρεια Σπέλεν με τους θεόρατους γρανιτώδεις βράχους της, που η επικίνδυνη κλήση τους αποτελούσε έναν διαρκή κίνδυνο για ένα τμήμα, δικαιολογούσε απόλυτα η Μόχωρα τον λαϊκό τραγουδιστή που κάποτε στα περασμένα χρόνια την έψαλε με τον ακόλουθο στίχο :
“Η Μόχωρα η Μόχωρα τ’ ολόγερα λιθάρια, εκεί απέσ’ ευρίουνταν έμορφα παληκάρια”.

Κάθε φορά λοιπόν που πλησίαζε η γιορτή του αγίου Προφήτου Ηλία (Αη-Λιά) η Μόχωρα βρισκόταν σε μια αναστάτωση. Τα ταρέσια (ντουλάπια) ξεσκονίζονταν, τα ντουβάρια ελουκίουσαν (ασπρίζονταν) και όλο το χωριό έπαιρνε μια χαρούμενη, γιορτινή και πανηγυρική όψη.
Μονάκριβο το είχαν το παρεκκλήσι τ’ Αη-Λιά σ’ ολόκληρη την Κρώμνη κι εκείνο βρισκόταν εδώ σε αυτό το ακρινό κεφαλοχώρι, λίγο πιο έξω απ’ το χωριό στο βάθος μιας μαγευτικής και χλοερής χαράδρας. Οι Μοχωρέτ’ αυτό το πανηγύρι του παρεκκλησίου τους, ήθελαν να το γιορτάζουν με εξαιρετική μεγαλοπρέπεια.
Απ’ το “κρενίν”, την ξακουσμένη βρύση με το ορμητικό νερό που βρισκόταν στην μια άκρη του χωριού και ακριβώς στο σημείο που άρχιζε ο δρόμος για τον “Καστρότειχον” ως του “Καβαζίτα” την άλλη ιστορική βρυσούλα που βρισκόταν στο αντίθετο άκρο, μέσα στο ρέμα, όλοι οι Μοχωρέτ’ σαν ένας άνθρωπος ήταν ξεσηκωμένοι απ’ τις ετοιμασίες. Όλοι λάμβαναν μέρος στα προεόρτια, απ’ την πιο πλούσια ως την πιο φτωχή οικογένεια.
Οι Γραγράντ’ και οι Καπρανάντ’ και οι αγάδες του Κελκιτίου οι Φιρτινάντ’ οι Σαλεχάντ’ κι’ οι Μολογλάντ που είχαν το όμορφο αρχοντόσπιτο μέσα στην πλατεία του χωριού, οι Μαχάντ’, οι Τζιτακάντ’ κι οι Υψηλάντ’, αλλά και οι ξακουσμένοι αρχοντάδες και τιμημένοι κοινοτικοί παράγοντες της Κρώμνης και της Τραπεζούντας Περσοπουλάντ’, οι αείμνηστοι αδερφοί Πέτρος και Νικολής, γενικά όλοι οι Μοχωρέτ’ πλειοδοτούσαν στην προσπάθεια για την επιτυχία του πανηγυριού τους.
Δυο-τρείς μέρες νωρίτερα απ’ την γιορτή, μια ομάδα από Μοχωρέτς με επικεφαλής έναν κεμεντζετζή τον Πάντζον τον Γραγράν ή τον αδικοσκοτωμένο τον Πάντζον τον Τοπάλ’, θα έπαιραν αράδα όλα τα σπίτια του χωριού, όπου με χορούς και τραγούδια θα μάζευαν όλα τα χρειώδη για την σούπα του Αη-Λιά. Λίγο κορκότο, λίγο ρύζι, λίγο βούτυρο, λίγο πληρούγι, λίγα φασόλια κλπ, όλη αυτή η Βαβέλ των καρπών και των οσπρίων θα αποτελούσε τα συστατικά του ροφήματος που θα προσφερόταν την μέρα της γιορτής στους προσκυνητές, μετά το πέρας της θείας λειτουργίας.
Ακόμα και οι πιο φτωχοί πρόσφεραν κατά την οικονομική τους δυνατότητα έστω λίγα κουσκούρια (αποξηραμένη κοπριά ζώων) που χρησίμευε ως καύσιμη ύλη για το ψήσιμο της σούπας.
Όλα αυτά τα είδη μαζί με 3-4 μεγάλα καζάνια θα μεταφέρονταν στον τόπο της θυσίας στο παρεκκλήσι απ’ το βράδυ της παραμονής.
Την επόμενη ημέρα πρωϊ-πρωϊ, απ’ όλα τα σημεία κι από κάθε χωριό της Κρώμνης άρχιζαν να καταφθάνουν οι προσκυνητές. Όλες οι γύρω κορφές αντιλαλούσαν απ’ τις φωνές και τα τραγούδια τους.
Το τοπίο παρουσιάζει χτυπητές αντιθέσεις. Δίνει την εντύπωση πελώριου χαλιού σε πράσινο φόντο που απλώνεται παντού, σε πλαγιές και βουνοκορφές διανθισμένο με άπειρα μυριόχρωμα αγριολούλουδα που σαλεύουν αδιάκοπα με τις καλοκαιρινές πνοές πάνω στους λυγερούς τους μίσχους.
Πέρα και πάνω απ’ το απαλόχρωμο αυτό τοπίο ορθώνονται σαν ξωτικά, σαν υπερκόσμιοι ήσκιοι, οι μουντόχρωμες και επιβλητικές κορυφές Καρά-Ντάς του περήφανου και πανύψηλου βουνού που λες και κρατούσε μέσ’ στην τεράστια αγκαλιά του όλα κείνα τα βουναλάκια και τις κορφές, τις ρεματιές και τις βρυσούλες καθώς και τα γκρεμισμένα καλύβια των ερημωμένων παρχαριών.
Τα πλήθη των προσκυνητών μεγάλωναν και ζωήρευαν. Τόσο μεγάλο και ξακουστό ήταν το πανηγύρι του Αη-Λιά ώστε κανείς δεν ήθελε να λείψει απ’ αυτό. Φορτωμένοι άλλοι καλάθια και ζεμπίλια κι άλλοι τους τρυφερούς βλαστούς τους, τραβούσαν για την χάρη του Αγίου. Άλλοι ντυμένοι με τις υπέροχες ζίπκες και τα κατάχρυσα μπασλήκια (πασλούκια), αρματωμένοι με γκράδες και κάμες, στολισμένοι με τα ασημοκέντητα τους φυσεκλήκια κατέφθαναν παρέες-παρέες ξεσηκώνοντας τον κόσμο με τους αδιάκοπους τους ντονανμάδες (ομοβροντίες τυφεκίων).
Μετά το τέλος της λειτουργίας, γινόταν το μοίρασμα της σούπας και μετά το ρόφημα αυτό όλος ο κόσμος με επικεφαλής τους ιερείς και τα εξαπτέρυγα ξεκινούσαν σαν σε λιτανεία για τα Κλιβένια, το παλιό εκείνο κι ερειπωμένο παρχάρι που βρισκόταν σε ένα κοντινό οροπέδιο.
Ανάμεσα στα χαλάσματα του ερειπωμένου αυτού παρχαριού, ανάμεσα στις χορταριασμένες πέτρες, ξεπηδούσαν ολόδροσες και ολοκάθαρες βρυσούλες που μέσα στο υπόκωφο μουρμούρισμα τους ελευθέρωναν πλήθος γάργαρων νερών, σαν να συνέχιζαν την ιστορία του παρχαριού που το ζωντάνευαν κάποτε κάποιες βεργολυγερές και ηλιοπρόσωπες ρωμάνες και παρχαρομάνες.
Εκεί ανάμεσα σ’ αυτά τα ερείπια και σε ένα σημείο που τα νερά σχημάτιζαν μια ολοκάθαρη λίμνη 3-4 τετραγωνικών μέτρων, σύμφωνα με το έθιμο, θα γινόταν ο αγιασμός και η ρήψη του Τιμίου Σταυρού.
Μετά τις ιεροπραξίες αυτές, ο κόσμος σκορπιζόταν ολόγυρα και επιδιδόταν σε ένα αδιάκοπο φαγοπότι και γλέντι ως το βράδυ που συνεχιζόταν ως κάτω σε όλη τη διαδρομή και ως τα χωριά των πανηγυριστών.
Αυτό ήταν περιληπτικά το ξακουστό πανηγύρι του Αη-Λιά της Μόχωρας του οποίου η ανάμνηση έδινε σε όλους όσους το έζησαν, μια ζωντανή και αξέχαστη ανάμνηση.

Πηγή : Ποντιακά Φύλλα - Μιχαήλ Μεταλλείδης

 

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ