Κοτσαμάνια, Μωμόγεροι, Καπνάντ και Τιτιντζίδες στη Λιβερά της Ματσούκας του Πόντου

Κοτσ̆αμάν,λιβερά,ματσούκα,επαρχίας,ροδοπόλεως,κοτσαμάνια,τραπεζούντα,περικεφαλαία,στορέα,προσωπίδα,εύζωνες,γελέκι,σιλαχλίκι,δερμάτινη,ζώνη,ελεβής,πιστόφ,καρακουλάκ,φουστανέλα,πιστόφ,μονόστομο,πλουμία,καγκέλια,στροβίλια,ταραπλούζ,τσαρούχια,φούντα,ταραπουλούζ,εγκόλπιο,εγκαίριμων,πολυχρονιστής,αράπης,αράπς,γολγόνια,μιζτράχ,ρεπούπλικα,τσιλίντρο,πράγκαλης,μαβής,μαραπάς,κοκόϊς,δήμος,ζάπρης,ενορία,φάλαινα,κολοθάντων,κολενάταν,ζάμενα,χαντσουκά,παραλίθ’,σεϊτανάντων,κάστρον,μαγκάν,ρακάν,κορτσιακάντων,δρενίτα,εναύλια,κατωχώρι,υποδιοίκησης,τζεβιζλούκ,κοτσ̆αμάν,καπίκιοϊ,κοσμά,χατζάβερα,δανίαχα,χορτοκόπι,κουσπιδή,βερύζαινα,κοστέλια,καπνάντ,τιτιντζίδεςΣτη Λιβερά και στα περισσότερα χωριά της επαρχίας Ροδοπόλεως Ματσούκας, τα κάλαντα, όπως λεγόταν το Νέο Έτος, υπήρχε το έθιμο το Κοτσ̆αμάνων (έβγαιναν οι Κοτσ̆αμάν’). Αυτό το έθιμο γινόταν ανελλιπώς και με πολύ ενθουσιασμό κάθε χρόνο. Λάμβαναν μέρος πολλοί νέοι άντρες ηλικίας 35 – 45 ετών. Αρκετές ημέρες πριν τα Χριστούγεννα άρχιζαν να ετοιμάζουν τις ενδυμασίες τους, οι μεν ξενιτεμένοι στην Πόλη και στην Τραπεζούντα ενώ οι υπόλοιποι στο χωριό όπου θα συγκεντρώνονταν και οι ξενιτεμένοι προκειμένου να οργανώσουν τους ομίλους (ομάδες) τους. Τα ρούχα και ο εξοπλισμός που χρησιμοποιούσαν οι Κοτσ̆αμάν’ ήταν τα εξής :

Κοτσ̆αμάν,λιβερά,ματσούκα,επαρχίας,ροδοπόλεως,κοτσαμάνια,τραπεζούντα,περικεφαλαία,στορέα,προσωπίδα,εύζωνες,γελέκι,σιλαχλίκι,δερμάτινη,ζώνη,ελεβής,πιστόφ,καρακουλάκ,φουστανέλα,πιστόφ,μονόστομο,πλουμία,καγκέλια,στροβίλια,ταραπλούζ,τσαρούχια,φούντα,ταραπουλούζ,εγκόλπιο,εγκαίριμων,πολυχρονιστής,αράπης,αράπς,γολγόνια,μιζτράχ,ρεπούπλικα,τσιλίντρο,πράγκαλης,μαβής,μαραπάς,κοκόϊς,δήμος,ζάπρης,ενορία,φάλαινα,κολοθάντων,κολενάταν,ζάμενα,χαντσουκά,παραλίθ’,σεϊτανάντων,κάστρον,μαγκάν,ρακάν,κορτσιακάντων,δρενίτα,εναύλια,κατωχώρι,υποδιοίκησης,τζεβιζλούκ,κοτσ̆αμάν,καπίκιοϊ,κοσμά,χατζάβερα,δανίαχα,χορτοκόπι,κουσπιδή,βερύζαινα,κοστέλια,καπνάντ,τιτιντζίδες1. Η περικεφαλαία, που ήταν πανομοιότυπη με εκείνη της αρχαίας Ελλάδος, φτιαγμένη από μεταξωτό ύφασμα και στολισμένη με διάφορα αστραφτερά αντικείμενα και καθρεφτάκια. Είχε δύο μεταξωτές ταινίες (κορδέλες) στα πλάγια οι οποίες έπεφταν πάνω στους ώμους και στο πίσω άκρο της έφερε θύσανο ( νήματα δεμένα μαζί σε ένα άκρο τους ενώ αφήνονται να κινούνται ελεύθερα στο άλλο άκρο, με άλλα λόγια η φούντα ).
2. Υποκάμισο λευκό με πλατειά μανίκια, όπως των Ευζώνων (τσολιάδων), με πολλά κεντήματα στο στήθος και στα πλατιά του μανίκια.
3. Η στορέα (προσωπίδα) με ωραία αρρενωπά χαρακτηριστικά με την οποία σκέπαζαν το πρόσωπο τους (οι Κοτσαμάν’) για να μην αναγνωριστούν.
4. Το γελέκι. Ήταν σταυρωτό όπως των Ευζώνων, φτιαγμένο από βελούδινο ύφασμα κυανού ή ερυθρού χρώματος με πολλά χιαστή επίχρυσα κουμπιά. Κυανό είναι το χρώμα του καθαρού ουρανού και της βαθειάς θάλασσας ενώ ερυθρό είναι το κόκκινο χρώμα.
5. Το σιλαχλίκι. Ήταν πέτσινη (δερμάτινη) ζώνη με πολλές πτυχές που δενόταν στη μέση των ανδρών. Στο αριστερό μέρος τοποθετούσαν την πάλα (αμφίστομο μαχαίρι) ενώ στο δεξιό μέρος το πιστόφ μονόστομο ή δίστομο (Ελεβής πιστόφ) ή κανένα πιστόλι. Την πάλα συχνά την αντικαθιστούσαν με το καρακουλάκ (κυρτό ξίφος).
6. Φουστανέλα. Κατασκευαζόταν από λευκό χασέ ύφασμα κι ήταν συνεπτυγμένη σε πολλές πτυχές ενώ το μήκος της έφτανε ως τα γόνατα.
7. Η περικνημίδα. Κατασκευαζόταν από λευκό βαμβακερό ύφασμα που έσφιγγε καλά στα σκέλια και προσαρμοζόταν με καλτσοδέτες κάτω απ το γόνατο. Οι καλτσοδέτες υφαίνονταν στα σπίτια και είχαν πολλά πολύχρωμα πλουμία καγκέλια και στροβίλια και κατέληγαν σε φούντα που κρεμόταν στο εξωτερικό μέρος του ποδιού για να φαίνονται και για να αποδίδουν χάρη στην γενικότερη αρρενωπή και λεβέντικη εικόνα του νέου.
8. Τα παπούτσια ή τσαρούχια με φούντα στη μύτη.
9. Το ξίφος. Κατασκευαζόταν από ξύλο και ήταν ζωγραφισμένο με πολλά σχέδια και χρώματα που το χρησιμοποιούσαν αντί για ραβδί.
10. Το Ταραπλούζ. Ήταν μεταξωτή υφασμάτινη ζώνη που τη φορούσαν (τύλιγαν) στη μέση τους. Τα άκρα του ταραπουλούζ (που ήταν πολύχρωμες φούντες) αφήνονταν να κρέμονται σε μήκος δύο πιθαμών πάνω στην άσπρη φουστανέλα απ τη μία ή και απ τις δύο πλευρές του σώματος του νέου (μπρός και πίσω).
11. Στο στήθος φορούσαν αλυσίδα με πολλές σειρές που στο τέλος της κρεμόταν η ώρα (ωρολόγι) που το τοποθετούσαν στην τσέπη του γελεκιού. Επίσης κρεμούσαν το εγκόλπιο βαλμένο χιαστή απ τον έναν ώμο τους.
Με αυτή την ενδυμασία ντύνονταν στην Λιβερά της Ματσούκας συνήθως δύο όμιλοι ένας των νέων κι ένας των εγκαίριμων. Κάθε όμιλος αποτελείτο από 20-30 άτομα μερικά εκ των οποίων αναλάμβαναν ειδικό ρόλο. Τέτοιοι ιδιαίτεροι ρόλοι ήταν οι :
1. Ο πολυχρονιστής ο οποίος ήταν και ο ταμίας του ομίλου. Στους ώμους του είχε δισάκι για τις δωρεές σε είδος. Προπορευόταν του ομίλου και ήταν ο πρώτος που έμπαινε μέσα στα σπίτια λέγονταν την ευχή : Κάλαντα και καλούς καιρούς, πάντα και του χρόνου !
Κοτσ̆αμάν,λιβερά,ματσούκα,επαρχίας,ροδοπόλεως,κοτσαμάνια,τραπεζούντα,περικεφαλαία,στορέα,προσωπίδα,εύζωνες,γελέκι,σιλαχλίκι,δερμάτινη,ζώνη,ελεβής,πιστόφ,καρακουλάκ,φουστανέλα,πιστόφ,μονόστομο,πλουμία,καγκέλια,στροβίλια,ταραπλούζ,τσαρούχια,φούντα,ταραπουλούζ,εγκόλπιο,εγκαίριμων,πολυχρονιστής,αράπης,αράπς,γολγόνια,μιζτράχ,ρεπούπλικα,τσιλίντρο,πράγκαλης,μαβής,μαραπάς,κοκόϊς,δήμος,ζάπρης,ενορία,φάλαινα,κολοθάντων,κολενάταν,ζάμενα,χαντσουκά,παραλίθ’,σεϊτανάντων,κάστρον,μαγκάν,ρακάν,κορτσιακάντων,δρενίτα,εναύλια,κατωχώρι,υποδιοίκησης,τζεβιζλούκ,κοτσ̆αμάν,καπίκιοϊ,κοσμά,χατζάβερα,δανίαχα,χορτοκόπι,κουσπιδή,βερύζαινα,κοστέλια,καπνάντ,τιτιντζίδες2. Οι Αράπ. Ήταν απαραίτητα δύο άτομα, τα οποία έφεραν στη μέση και στους ώμους τους αρμαθιές από κουδουνάκια και γολγόνια καθώς και μια μικρή ξύλινη κεφαλή αλόγου περασμένη στη μέση τους, στολισμένη με φούντες και αλυσίδες, τυλιγμένη με απλωτή μεταξωτή ζώνη (ταραπλούζ). Στο χέρι τους κρατούσαν ένα είδος ακόντιου που ονομαζόταν μιζτράχ, με το οποίο χτυπούσαν το πάτωμα του σπιτιού ενώ χόρευαν έναν ιδιόρρυθμο χορό περιστοιχιζόμενοι από τους Κοτσαμάντς.
3. Οι νύφες. Ήταν απαραίτητα δύο. Προτιμούσαν δύο ωραίους έφηβους στολισμένους με νυφικά ρούχα. Αυτές ήταν πάντα στο κέντρο του κύκλου των κοτσαμάνων για να φυλάγονται απ το «σύρσιμον» διότι τις έκλεβαν οι παρακολουθούντες το δρώμενο. Όσοι έκλεβαν τις νύφες υποχρεώνονταν να πληρώσουν χρηματικό πρόστιμο στον ταμία-πολυχρονιστή.
4. Ο ιατρός. Φορούσε άσπρα ρούχα και ρεπούπλικα ή τσιλίντρο. Είχε ματογυάλια και μούσι. Καθήκον του ήταν να θεραπεύει όσους τραυματίζονταν στις δήθεν μικροσυμπλοκές κατά το κλέψιμο της νύφης ή από υποτιθέμενους πυροβολισμούς. Προκειμένου να εξοικονομήσει τα αναγκαία φάρμακα διενεργούσε έρανο μεταξύ των παρακολουθούντων περίεργων ενώ το προϊόν του εράνου το παρέδιδε στον ταμία-πολυχρονιστή.
5. Ο Πράγκαλης. Παρίστανε τον ρόλο ανθρώπου των κατέργων και ήταν μουντζουρωμένος με καπνιά. Φορούσε μαύρα ρούχα τελείως εφαρμοστά ενώ στη μέση του είχε δεμένη αλυσίδα όπως και στον αστράγαλο κι έκανε διάφορες ακροβατικές ασκήσεις. Στο εσωτερικό μέρος της περισκελίδας του ήταν ραμμένες ταινίες σε πράσινο και κόκκινο χρώμα.
6. Εκτός απ αυτά τα ιδιαίτερα πρόσωπα, κάθε όμιλος είχε κι από έναν ή δύο οργανοπαίκτες που έπαιζαν το αγγείο ή την λύρα. Προτιμούσαν τον Μαβή, τον Μαραπά – Κοκόϊ, τον Δήμο, τον Ζάπρη κ.ά.

Κοτσ̆αμάν,λιβερά,ματσούκα,επαρχίας,ροδοπόλεως,κοτσαμάνια,τραπεζούντα,περικεφαλαία,στορέα,προσωπίδα,εύζωνες,γελέκι,σιλαχλίκι,δερμάτινη,ζώνη,ελεβής,πιστόφ,καρακουλάκ,φουστανέλα,πιστόφ,μονόστομο,πλουμία,καγκέλια,στροβίλια,ταραπλούζ,τσαρούχια,φούντα,ταραπουλούζ,εγκόλπιο,εγκαίριμων,πολυχρονιστής,αράπης,αράπς,γολγόνια,μιζτράχ,ρεπούπλικα,τσιλίντρο,πράγκαλης,μαβής,μαραπάς,κοκόϊς,δήμος,ζάπρης,ενορία,φάλαινα,κολοθάντων,κολενάταν,ζάμενα,χαντσουκά,παραλίθ’,σεϊτανάντων,κάστρον,μαγκάν,ρακάν,κορτσιακάντων,δρενίτα,εναύλια,κατωχώρι,υποδιοίκησης,τζεβιζλούκ,κοτσ̆αμάν,καπίκιοϊ,κοσμά,χατζάβερα,δανίαχα,χορτοκόπι,κουσπιδή,βερύζαινα,κοστέλια,καπνάντ,τιτιντζίδεςΤην παραμονή της Πρωτοχρονιά αφού είχαν προετοιμαστεί όλοι κατάλληλα σύμφωνα με τα παραπάνω, κάθε όμιλος συναντιόταν μπροστά στην εκκλησία ή στο σχολείο και ως ένα σώμα πλέον με την κραυγή ω-ω-ω-ω-ω-χο-χο-χο-χο-χο ξεκινούσαν για να περάσουν απ όλα τα σπίτια του χωριού. Συνήθως ξεκινούσαν απ την ακριανή ενορία Φάλαινα, απ του Κολοθάντων και αφού περνούσαν απ όλα τα σπίτια της ενορίας, έφταναν στην Κολενάταν κι από κει ψηλά προχωρούσαν στην ενορία Ζάμενα όπου έτρωγαν και ξεκουράζονταν στου Δήμ’ του Κωνσταντίν’. Από κει συνέχιζαν στις ενορίες Χαντσουκά, Παραλίθ’, Σεϊτανάντων, Κάστρον και το βράδυ αποσύρονταν για ξεκούραση. Την επόμενη μέρα του νέου έτους θα διέτρεχαν τα σπίτια της ενορίας Μαγκάν και γύρω της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου με την έξοδο των κατοίκων απ την εκκλησία θα έφταναν κι οι όμιλοι ή ο όμιλος στο μεγάλο προαύλιο του ναού κι αφού επισκέπτονταν τη Μητρόπολη, θα φιλούσαν το χέρι του μητροπολίτη (το μητροπολιτικό μέγαρο ήταν δίπλα στον Ναό) όπου έστηναν χορό μεγάλης διάρκειας κι έκαναν διάφορες ακροβασίες, ξιφομαχίες και αψιμαχίες. Έτσι, τραγουδώντας και χορεύοντας, σκόρπιζαν τη χαρά και το κέφι στο χωριό. Καθ’ όλη τη διάρκεια των παραπάνω, αλλά και κατά την είσοδο και έξοδο σε κάθε σπίτι, φώναζαν όλοι μαζί την γνωστή τους ιαχή ω-ω-ω-ω-ω-χο-χο-χο-χο-χο και συνέχιζαν με το παρακάτω τραγούδι :
“Όλ’ αγαπούνε τον Αράπ κι εγώ τον Κοτσ̆αμάνον, την νύφεν την θεοχάλαστον να τρώγ’ ατεν ο Χάρον”
Απ το προαύλιο της εκκλησίας συνέχιζαν τη διαδρομή τους προς τις ενορίες Ρακάν, Κορτσιακάντων, Δρενίτα, Εναύλια και Κατωχώρι όπου θα τερμάτιζαν, συνεχίζοντας τη διασκέδαση τους τη νύχτα στα καφενεία.
Όσα χρήματα συγκεντρώνονταν αυτό το διήμερο τα παρέδιδαν στον πρόεδρο της Εκκλησιαστικής Επιτροπής για να διατεθούν για τους μισθούς των δασκάλων. Ένα μικρό μέρος απ αυτά τα χρήματα (ο πρόεδρος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής) το επέστρεφε στους ομίλους για να το ξοδέψουν στο γλέντι που διοργανωνόταν τη δεύτερη ημέρα του νέου έτους στην αγορά της Υποδιοίκησης Τζεβιζλούκ όπου συγκεντρώνονταν οι Κοτσ̆αμάν των γειτονικών χωριών Καπίκιοϊ, Κοσμά, Χατζάβερα, Δανίαχα, Χορτοκόπ, Κουσπιδή και Βερύζαινα όπου θα διασκέδαζαν όλοι μαζί για το υπόλοιπο της ημέρας. Στη διασκέδαση αυτή καθώς και στο έθιμο λάμβαναν μέρος και οι τούρκοι κάτοικοι των παραπάνω χωριών. Ήταν χάρμα οφθαλμών και ψυχής να βλέπει κανείς 150-200 φουστανελοφόρους καλά ντυμένους κι αρματωμένους να παρελαύνουν και να χορεύουν στις πλατείες και στους δρόμους της Υποδιοίκησης και να τραγουδούν στην Ελληνική αλλά και στην Ποντιακή διάλεκτο.

Κοτσ̆αμάν,λιβερά,ματσούκα,επαρχίας,ροδοπόλεως,κοτσαμάνια,τραπεζούντα,περικεφαλαία,στορέα,προσωπίδα,εύζωνες,γελέκι,σιλαχλίκι,δερμάτινη,ζώνη,ελεβής,πιστόφ,καρακουλάκ,φουστανέλα,πιστόφ,μονόστομο,πλουμία,καγκέλια,στροβίλια,ταραπλούζ,τσαρούχια,φούντα,ταραπουλούζ,εγκόλπιο,εγκαίριμων,πολυχρονιστής,αράπης,αράπς,γολγόνια,μιζτράχ,ρεπούπλικα,τσιλίντρο,πράγκαλης,μαβής,μαραπάς,κοκόϊς,δήμος,ζάπρης,ενορία,φάλαινα,κολοθάντων,κολενάταν,ζάμενα,χαντσουκά,παραλίθ’,σεϊτανάντων,κάστρον,μαγκάν,ρακάν,κορτσιακάντων,δρενίτα,εναύλια,κατωχώρι,υποδιοίκησης,τζεβιζλούκ,κοτσ̆αμάν,καπίκιοϊ,κοσμά,χατζάβερα,δανίαχα,χορτοκόπι,κουσπιδή,βερύζαινα,κοστέλια,καπνάντ,τιτιντζίδεςΟι Καπνάντ ή Τιτιντζίδες

Κατά τις ίδιες ημέρες συγκροτούσαν άλλος όμιλος από 10-15 άντρες που ήταν ντυμένοι με παλιά και παράξενα ρούχα. Τα πρόσωπα τους ήταν μουντζουρωμένα με καπνιά κι ο καθένας έφερε όπλο εμπροσθογεμές παλιάς τεχνολογίας. Στη μέση φορούσαν πάνινη ζώνη με φυσίγγια από στέλεχος αραβοσίτου που ονομάζονταν κοστέλια ενώ στην πλάτη τους έφεραν σάκο γεμάτο με άχυρο το οποίο παρουσίαζαν σαν καπνό και προσπαθούσαν να το πουλήσουν, ενώ ο κόσμος προσπαθούσε να τους βάλει φωτιά για να κάψει τα άχυρα. Αυτοί ακολουθούσαν τους Κοτσ̆αμάντς και συχνά προσποιούνταν εικονικές μάχες με τους Κοτσαμάνους να παριστάνουν τους αρματολούς και κλέφτες ενώ οι Καπνάντ τους διώκτες τους. Οι δύο αυτές παρατάξεις λάμβαναν θέση μάχης με παραγγέλματα και με πυροβολισμούς και κυνηγιόνταν μέσα στα χωράφια, στα δάση ενώ σε ορισμένες ενορίες έμπαιναν και μέσα στα σπίτια, αλλά οπωσδήποτε πάντα οι ηττημένοι ήταν οι Καπνάντ έστω κι αν αντιμετώπιζαν λιγότερους Κοτσαμάντς. Συχνή και πρόχειρη αφορμή για την συμπλοκή ήταν η αρπαγή της νύφης την οποίαν “εσύρναν” = απήγαγαν οι Καπνάντ. Έπειτα τους κυνηγούσαν οι Κοτσ̆αμάν’ και τους συλλάμβαναν περιφέροντας τους ως αιχμαλώτους. Τότε επενέβαιναν κάποιοι απ τους θεατές που είχαν συγκεντρώσει χρήματα για την απελευθέρωση των δήθεν αιχμαλώτων ή για την θεραπεία των τραυματιών της μάχης και τα παρέδιδαν στον ταμία-πολυχρονιστή. Σκοπός του εθίμου ήταν να συγκεντρωθούν χρήματα (διαμέσου των εράνων) για τους μισθούς των δασκάλων του χωριού. Παρόλα ταύτα αυτό καθ’ αυτό το έθιμο πλημμύριζε όλο το χωριό με τη μελωδία της λύρας και του αγγείου και των τραγουδιών και κρατούσε όλους τους κατοίκους του χωριού σε έναν πραγματικό τριήμερο συναγερμό διασκέδασης.

Πηγή : Χρήστος Δημητριάδης - Ποντιακή Εστία Τεύχος 49ον

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ