Τα Καλαντόφωτα (Πρωτοχρονιά έως και Θεοφάνεια) στον Πόντο
ΚΑΛΑΝΤΑ – ΝΕΟΧΡΟΝΟΣ
Τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς ήταν πολλά και οι δοξασίες του λαού πιο πολλές. Πίστευαν ότι κάποια γεγονότα που συνέβαιναν την Πρωτοχρονιά, μπορούσαν να επιδράσουν πάνω στη ζωή των ανθρώπων σε όλη την υπόλοιπη χρονιά. Η Πρωτοχρονιά θεωρείτο πολύ μεγάλη εορτή και γι’ αυτό εορταζόταν πανηγυρικά και μεγαλόπρεπα.
ΚΑΛΑΝΤΟΝΕΡΟ
Πολύ πρωϊ, ένα μέλος της οικογένειας, (κυρίως κορίτσι), πήγαινε στη βρύση (τα παλιά χρόνια η βρύση ή οι βρύσες ήταν συνήθως σε εξωτερικά κεντρικά σημεία των χωριών καθώς δεν υπήρχε δίκτυο ύδρευσης στις οικίες) για να καλαντά̤ζ’ το πεγάδ’ δηλαδή να χαρίσει δώρα στη βρύση του χωριού και να πάρει το πρώτο νερό του νεόχρονου που ονομαζόταν «Καλαντόνερο». Η κοπέλα που πήγαινε να φέρει το Καλαντόνερο δεν έπρεπε να γυρίσει για να δει πίσω της, ούτε έπρεπε να μιλήσει μέχρι να επιστρέψει στο σπίτι της, καθώς σύμφωνα με τη δοξασία, κινδύνευε να της πάρουν τη φωνή οι περίδες (μάγισσες). Λεγόταν ότι κάποτε το νερό της βρύσης κοβόταν δηλαδή σταματούσε η ροή του και να για ξυπνήσει, θα έπρεπε να του χαρίσουν δώρα ψιθυρίζοντας : «Κάλαντα και καλός καιρός. Όπως ανοίγω το πεγάδ’ ν’ ανοίγεται η τύχη μ’», και άλλες ευχές. Από τα δώρα της βρύσης έπαιρναν και οι μάγισσες. Με το καλαντόνερο νίβονταν και έπιναν λίγο όλοι οι σπιτικοί για να τους πάει γούρι η νέα χρονιά (ευετηρία). Τα κορίτσια έβρεχαν τα μαλλιά τους με το καλαντόνερο για να μεγαλώσουν πολύ ώστε να μπορέσουν να πλέξουν μακρέα τζάμα̤ς (πλεξούδες). Καλαντόνερο ανακατεμένο με αγιασμένο νερό των Φώτων αποκτούσε ιαματικές ιδιότητες και ανακατεμένο με βρεχόνερο Καλομηνά χρησίμευε σαν μαγιά για να γίνει το γάλα ξύγαλα (οξύγαλα = οξύ γάλα = γιαούρτι). Όλα τα νεροδοχεία άδειαζαν και τα γέμιζαν με το νερό της νέας χρονιάς. Την Πρωτοχρονιά όλα τα όντα περίμεναν το καλαντίασμαν. Τα κορίτσια εκαλαντίαζαν τα μαλλιά τους, δηλαδή τα έκοβαν λιγάκι στην άκρη των κοτσίδων τους, για να μεγαλώσουν περισσότερο.
ΑΛΛΑ ΕΘΙΜΑ
Την Πρωτοχρονιά πολύ πρωϊ, έμπαζαν στο σπίτι για γούρι, άσπρο νεογέννητο αρνάκι ή ένα μικρό παιδάκι. «Το μωρόν αθώον και αναμάρτετον έν’» , έτσι πίστευαν. Έτσι δοκίμαζαν ποιο παιδάκι έχει καλόν ποδαρικόν και το προτιμούσαν τις επόμενες πρωτοχρονιές. Οι πρώτες δώδεκα μέρες του Γενάρη αντιπροσώπευαν τους δώδεκα μήνες του χρόνου και ο καιρός που θα επικρατούσε κατ’ αυτές, θεωρείτο σαν προγνωστικό για τις καιρικές μεταβολές των αντίστοιχων μηνών. Έτσι η πρώτη του έτους αντιπροσώπευε τον Γενάρη, η δεύτερη τον Φλεβάρη κ.ο.κ. Την Πρωτοχρονιά δεν έπρεπε να κλαίει κανείς γιατί πίστευαν ότι θα έκλαιγε όλη τη χρονιά και δεν έπρεπε ούτε να κοιμάται νωρίς γιατί θα γινόταν νυσταλέος και οκνηρός. Ανήμερα την Πρωτοχρονιά μετά την απόλυση της εκκλησίας τα αγόρια ηλικίας 6-12 χρόνων κρατώντας στα χέρια τους μήλο ή πορτοκάλι γύριζαν στα σπίτια και στους δρόμους και προτείνοντάς το σ’ εκείνους που συναντούσαν έλεγαν : «Θείο ! Κάλαντα, Θεία ! Κάλαντα». Τότε, εκείνοι λέγοντας «Ευχαριστώ ! Και του χρόνου» κάρφωναν πάνω στο μήλο ή στο πορτοκάλι ένα νόμισμα. Επίσης ο δεξάμενος ή η δεξαμένε (νονός ή νονά) έστελναν κάποιο δωράκι στα βαφτιστικά τους. Από της πρώτης του Γενάρη άρχιζε τις παραστάσεις του ο όμιλος της κωμωδίας «Τα Μωμοέρα̤» (βλέπε μελέτη του ιδίου συγγραφέως στην Ποντιακή Εστία τεύχος 38, σελίδα 1291). Το χρονικό διάστημα από την 1η μέχρι την 6η Ιανουαρίου είχε ειδική ονομασία και λεγόταν Καλαντόφωτα.
Πηγή : Παπαδόπουλος Κ. Δημήτριος (Σταυριώτης) / Ποντιακή Εστία / Τεύχος 97