Τρυγομηνάς , Οκτώβριος

Καζαμίας,Πόντου,Τρυγομηνάς,Οκτώβριος,Ήθη,έθιμαΤρυγομηνάς , Οκτώβριος

Ο μήνας Οκτώβριος είναι ο δέκατος μήνας του χρόνου, αντίστοιχος του Πυανεψιώνα των αρχαίων Ελλήνων.

Κατά άλλη παραδοχή (του Δ.Σ.Λουκάτου θεωρείτε ως ο Μαιμακτηριώνας, λόγω της εορτής του γεωργικού Δία Μαιμάκτη (χειμωνιάτικου).

Στον Πόντο ονομαζόταν Τρυγομηνάς ίσως λόγω του τρύγου.
Με αυτό το όνομα τον συναντούμε στις περιοχές : Κερασούντα, Κοτύωρα, Οινόη, Σάντα, Σούρμενα, Τραπεζούντα, Χαλδία, στη Ματσούκα και στο Σταυρίν.
Ο Π.Η. Μελανοφρύδης λέει ότι ο μήνας αυτός στα Σούρμενα λεγόταν Οκτώβριος, ενώ Τρυγομηνάς ή Τρωζομηνάς λεγόταν ο Νοέμβριος. Στην Ινέπολη και τα Κοτύωρα λεγόταν και Αϊ-Δημήτρης, ενώ στην Οινόη Αϊ-Δρημήτης λόγω της εορτής του Αγίου Δημητρίου. Στα Κοτύωρα λεγόταν και Πατάλτς ενώ ο Νοέμβριος Γότζ̌-άγης. Έλληνας κάτοικος της Πτολεμαϊδας με καταγωγή τη Δέσμαινα του Πόντου μαρτυρεί ότι Γότζ̌-άγη καλούσαν τον Οκτώβριο επειδή τότε μαρκαλιώνται τα πρόβατα που ονομάζονταν γότζ̌ια, ενώ το Νοέμβριο καλούσαν παρτάλ. Από το αρχαίο τρυγητήριο που σήμαινε το κοφίνι για τον τρύγο έχουμε παράγωγα που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες του Πόντου σε όλες σχεδόν τις περιοχές, έτσι έχουμε τη λέξη τρυγετέριν, ή τρυγετέρ' και τρυετέρ'. Στην Αμισό έχουμε το τρυγοκάλαθον δηλαδή το καλάθι του τρύγου, και στη Χαλδία το τρυγωτέριν, ενώ στα Σούρμενα το τρυγωτέρ'.

Χαρακτηριστική είναι η παροιμία της Τρίπολης του Πόντου: « ...π' έχ̌ αμπέλα̤ βάλλ' εργάτους (εργάτες) και καράβα̤ καλαφάτους...» (καλαφάτους)

Ακόμη ένα απόσπασμα από αφήγηση της περιοχής Χαλδίας : «...ο πατέρας εχάρτζεν το παιδίν ατ' έναν αμπελώναν και το παιδίν εγούεψεν ασ' σον κύρ'ν ατ' έναν βοτρύδ'...»

Εγούεψεν = τσιγκουνεύτηκε
Βοτρύδ' = τσαμπί

Παρακολουθείστε το βίντεο μας για τον Τρυγομηνά, Οκτώβριο

Στην Τραπεζούντα υπάρχει το ρήμα αμπελώνω από το μεσαιωνικό ρήμα αμπελώ που σημαίνει φυτεύω αμπέλι. Έτσι έχει διασωθεί η λέξη μέσα σο ακριτικό τραγούδι : «...Ακρίτας κάστρον έχτιζεν, Ακρίτας περιβόλιν,
κι όσα του κόσμου τα φυτά, εκεί φέρ' και φυτεύει, κι όσα του κόσμου τ' αμπέλα̤, εκεί φέρ' κι' αμπελώνει...»

Παρακολουθείστε το σχετικό μας βίντεο για τον Πόντιο Ακρίτα

Παρακολουθείστε επίσης το βίντεο για το δημώδες ακριτικό άσμα του Ακρίτα

 

τρυγομηνάς,τρύγος,ποντιακή,λαογραφίαΤο μήνα αυτό προσπαθούσαν να τελειώσουν τις εξωτερικές δουλειές και τη συγκομιδή των καρπών ή το μάζεμα των ξύλων. Έτσι τραγουδούσαν : «...Τρυγομηνά το λάμσιμον (όργωμα) και η σπορά τελείνταν.
Και «...Ο Τρυγομηνάς φέρ' ξύλα και μαραίν' και ρούζ' τα φύλλα...»

Οι ρομάνες και οι παρχαρέτ' κατέβαζαν τα κοπάδια από τα παρχάρια και τα πήγαιναν στα χωράφια για να τα λιπάνουν ώσπου να χιονίσει. Έτσι μας εξηγεί το ακόλουθο δίστοιχο : «...Τρυγομηνάς χ̌ειμός καιρός και χ̌όνα̤ σα ραχ̌ία, ας σα παρχάρα̤ έφυγαν κ' επήγαν σα χωρία...»

άμπελος,αμπέλια,σταφύλια,καλλιέργεια,ποντιακά,έθιμαΤον Οκτώβριο εκτός του τρύγου έπρεπε και να σπείρουν για να έχουν καλή συγκομιδή : «...Σον Τρυγομηνάν τρυγ͜ίεις, έναν σπαίρτς και δέκα παίρτς

Τον Οκτώβριο μάζευαν τους Φθινοπωρινούς καρπούς, κάστανα, ελιές κ.ο.κ, αλλά και τα κουθούρια (καλαμοκέφαλα) χωρίς καρπό, τους καρπούς από τα έλατα, και τα ξύλα ώσπου να πέσουν τα φύλλα από τα δέντρα : «...Τον Τρυγομηνά κουθούρια κουβαλούνε τα παιδόπα. Κι οι τρανοί κουβαλούν ξύλα, ως να κρεμίουν τα φύλλα...»

Το χιόνι ερχόταν γρήγορα στον Πόντο από νωρίς αποκλείοντας τους δρόμους : «...Έρθεν ο Τρυγομηνάς άλλο σο ραχ̌ίν μη πάς...» «...Τρυγομηνάς έν' ζα̤γκίντς, φέρ' κρύα νερά και πίντς...»

Εορτές Οκτωβρίου

Τη 1η του μήνα, του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού (518-547)
Ο Άγιος Ρωμανός, γνωστός και ως Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός είναι από τους γνωστότερους Έλληνες υμνογράφους , αποκαλούμενος και ως "Πίνδαρος της Ρυθμικής Ποίησης». Άκμασε κατά τη διάρκεια του έκτου αιώνα, που θεωρείται ότι είναι η "Χρυσή Εποχή" της βυζαντινής υμνογραφίας. Ο Ρωμανός ο Μελωδός θεωρείται κορυφαίος ποιητής και υμνογράφος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Γεννήθηκε στην Έμεσα της Συρίας πιθανώς τον 6ο αιώνα και σύμφωνα με ανώνυμο ύμνο ήταν εβραϊκής καταγωγής. Στη Βηρυτό έκανε τις σπουδές του και στα χρόνια τής βασιλείας του Αναστασίου του Α' ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και υπηρέτησε στο ναό της Αγίας Σοφίας. Μετά την παταγώδη αποτυχία του σαν ψάλτης στον εσπερινό των Χριστουγέννων αποσύρθηκε στη μονή τής Θεοτόκου των Κύρο. Εκεί, σύμφωνα με το Μηνολόγιο του Βασιλείου η Θεοτόκος του έδωσε το χάρισμα της σύνθεσης ύμνων. Τότε έγραψε το κοντάκιο των Χριστουγέννων με το γνωστό προοίμιο: «Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον τῷ ἀπροσίτω προσάγει...».
Σύμφωνα με το συναξαριστή ο Ρωμανός έγραψε χίλιες περίπου συνθέσεις από τις όποιες διασώθηκε μόνο το ένα δέκατο. Πολυποίκιλα τα θέματά του. Ύμνησε όλους σχεδόν τους Αγίους και τις εορτές της Χριστιανικής Εκκλησίας

Τη 18η, του αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστή Λουκά
Πρόκειται για άνθρωπο με πολλά έμφυτα και επίκτητα χαρίσματα, που όλα τα αφιέρωσε εξαγιασμένα, στην ιερότερη υπόθεση της ιστορίας του κόσμου, τη διάδοση του Ευαγγελίου του Χριστού στην οικουμένη. Καταγόταν, όπως αναφέρει ο ιστορικός της Εκκλησίας Ευσέβιος, από την Αντιόχεια της Συρίας. Πνεύμα ανήσυχο και ερευνητικό ο Λουκάς σπούδασε, ως ιατρός πλέον στην Ταρσό, και φιλοσοφία. Εκεί τον συνάντησε ο απόστολος Παύλος, ο οποίος, μετά τη θαυμαστή αποκάλυψη του Ιησού Χριστού μπροστά στην πύλη της Δαμασκού σ' αυτόν και την πίστη του στον Κύριο Ιησού, πήγε για ένα διάστημα στην πατρίδα του, την Ταρσό. Σύμφωνα με την Παράδοση, μετά το μαρτυρικό θάνατο του αποστόλου Παύλου, ο άγιος κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Δαλματία, στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Αχαΐα. Το τελευταίο το αναφέρει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Κήρυξε επίσης και στη Βοιωτία. Λέγεται δε ότι πέθανε με μαρτυρικό θάνατο κρεμασμένος από κλαδί ελιάς. Το ιερό λείψανό του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη επί αυτοκράτορα Κωνσταντίου.
Ο άγιος Λουκάς, με τη χάρη και το φωτισμό του παναγίου Πνεύματος, έγινε ο θεόπνευστος Συγγραφέας των δύο από τα είκοσι επτά βιβλίων της Καινής Διαθήκης. Συνέγραψε το τρίτο από τα τέσσερα Ευαγγέλια και τις "Πράξεις των Αποστόλων".

Αγιολόγιον,πόντου,άγιος,θεόδωρος,γαβράςΤη 20η, του αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεόδωρου του Γαβρά (1070-1110). Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Θεόδωρος ο Γαβράς, γεννήθηκε κατά τον 10ο αιώνα μ.Χ. στην κωμόπολη Άτρα του Θέματος Χαλδίας του Πόντου, πρωτεύουσα του οποίου ήταν η Τραπεζούντα (η αυτοκρατορία μας ήταν τότε χωρισμένη σε 29 μεγάλες περιοχές που ονομαζόταν Θέματα και διατηρούσαν ντόπιο στρατό αποτελούμενο αποκλειστικά και μόνο από Ορθοδόξους Χριστιανούς και χάρη σε αυτά κρατήθηκε ζωντανή. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς και ένδοξοι, πλούσιοι και τιμημένοι με αξιώματα από την Αυτοκρατορία και ξεχώριζαν ως οικογένεια στα Θέματα Χαλδίας και το γειτονικό και νοτιότερο της Κολωνείας (Καρά Χισσάρ). Από τέτοιους καλούς γονείς γεννήθηκε και ανατράφηκε ο Θεόδωρος, ακολουθώντας τις συμβουλές και τις παραινέσεις τους, ώστε να ξεχωρίσει και ο ίδιος στην ευσέβεια, τη μόρφωση και την ανδρεία. Έτσι ο Θεόδωρος ανδρώθηκε και έγινε στα ακριτικά εκείνα μέρη ο πιο μεγάλος και ανυποχώρητος φραγμός για τους άπιστους Σελτζούκους, τους εχθρούς του Χριστού και της Πατρίδος. Υπήρξε ταυτόχρονα όμως ένας ευεργέτης των πτωχών και καταφυγή των αδικημένων. Στα χρόνια εκείνα του 1.164 μ.Χ., επί Βασιλείας Μανουήλ Α΄ του Κομνηνού (1143-1180), ο Αμηράς της Μελιτινής Αχμέκ Μελίκ, έχοντας σύμμαχο τον αποστάτη τύραννο Ανδρόνικο Κομνηνό (μετέπειτα Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α΄ 1183-1185) εξεστράτευσε κατά της Σεβάστειας, Καισάρειας, Κολωνείας και Νικοπόλεως! Τότε ο Άγιος Θεόδωρος ο Γαβράς, ως στρατηγός και ηγεμόνας της Τραπεζούντας και Κολωνείας, υπερασπίστηκε τις πόλεις του με μεγάλη τόλμη και θάρρος και έχοντας τις ελπίδες στον Χριστό, αντεπιτέθηκε μάλιστα με ακάθεκτη ορμή επί των εχθρών, εξολοθρεύοντας πολλούς όχι μόνο στρατιώτες αλλά και στρατηγούς του Μελίκ.

Το χρονικό του μαρτυρίου του έχει ως εξής :
Όμως ο Άγιος, που από καιρό ποθούσε να μαρτυρήσει για την Ορθόδοξη Πίστη του Χριστού μας, γέμισε από Θεία Χάρη, έχοντας την προαίρεση του μάρτυρα και παίρνοντας θάρρος και δύναμη, όχι μόνο δεν φοβήθηκε αν και αιχμάλωτος τους απίστους, αλλά άρχισε να κηρύττει τον Χριστό, ως Υιόν του Θεού και Θεό αληθινό, λέγοντας με μεγάλη φωνή: «τίποτα των επιγείων δεν με δελεάζει, αλλ΄ ούτε με αποσπά από την επιθυμία του να πάθω για τον Χριστό! Γιατί μου υπόσχεσαι δόξα, της οποίας δεν είσαι κύριος; Τι είναι αυτά που μου δίνεις, τα οποία εσύ σε λίγο θα εγκαταλείψεις; Γιατί με απειλείς με φοβερό θάνατο, ο οποίος σε σένα μάλλον θα είναι φοβερός; Διότι σε μένα είναι ευχάριστο το να είμαι με τον Χριστό, αλλά φοβερό το να χωριστώ από Εκείνον. Εάν γνώριζες την ένσαρκον οικονομία και την άπειρη συγκατάβαση του Υψίστου προς τους ανθρώπους, δε θα γινόσουν ποτέ πολέμιος των Χριστιανών τόσο ώστε να τους παραδίδεις σε φωτιά και σίδηρο, διότι αυτοί μεν έτσι θα πετύχουν των ουρανίων αγαθών και θα ευφραίνονται, εσύ δε θα βληθείς εις την γέενναν του πυρός. Δώσε λοιπόν προσοχή στα λεγόμενά μου και εγκαταλείποντας την πατρώα πλάνη σου πίστευσε στον Υιόν του Θεού, ο οποίος το πανάχραντο αίνα Του έχυσε επί του Σταυρού, για να σε λύσει από τα δεσμά της πλάνης! Αναγγενήσου λοιπόν δια ύδατος και Πνεύματος, για να τύχεις συγχωρήσεως από τις εν αγνοία πρότερες αμαρτίες σου και για να γίνεις μέτοχος των ουρανίων αγαθών. Και μη κακώς διακρίνων την αλήθειαν, σαν να έχεις αποβάλει τον κυρίαρχο νου σου, προτιμήσεις τα χειρότερα αντί των καλυτέρων, και λογικός όντας των αλόγων, από μόνος σου αποδειχθείς αλογώτερος, ώστε και του αιωνίου πυρός να γίνεις μέτοχος»!
Με αυτά όμως, όχι μόνο δεν μαλάκωσε η ατίθαση ψυχή του τυράννου, αλλά τόσο περισσότερο ερεθίστηκε και παραλόγισε, ώστε γεμάτος ταραχή και οργή, διέταξε για να επιβάλλουν σκληρότατα μαρτύρια στον Άγιο Θεόδωρο τον Γαβρά!
Και πρώτα μεν άπλωσαν τον τρισμακάριστο μπρούμυτα πάνω σε χιόνι και τον μαστίγωσαν πολλές φορές στη ράχη, πιστεύοντας ο τύραννος ότι έτσι ίσως τον μετέστρεφε από την ορθή και αμώμητη πίστη. Αλλά πολύ διαφορετικά είχε η κατάσταση παρά όπως νόμιζε, γιατί βρήκε τον Άγιο εντελώς μη πειθόμενο, αλλά και στεντορεία τη φωνή να κηρύσσει τον Χριστό και να λέει επικαλούμενος την εξ ύψους αντίληψη:
«Σε ευχαριστών, Βασιλεύ ύψιστε, Υιέ και Λόγε του Θεού, ότι ανάξιον όντα, με καταξίωσες να εισέλθω στο στάδιο της αθλήσεως. Ενίσχυσέ με τώρα να γίνω θυσία ευπρόσδεκτη ενώπιόν Σου, που ακόμη και πάνω στο ξύλο άπλωσες από αγαθότητα τις παλάμες σου για την δική μας Σωτηρία. Ευδόκησε, Βασιλεύ Άγιε, δια της θείας Σου αντιλήψεως, να γίνω μέτοχος της επουρανίους Σου Βασιλείας»!
Καθώς είπε αυτά ο Άγιος, σε τέτοια παραφροσύνη ήλθε ο τύραννος, ώστε να προστάξει να κατακομματιάσουν τον Άγιο μάρτυρα! Έτσι, κατέκοψαν την θεορρήμονα γλώσσα του, έβγαλαν ανηλεώς τα μάτια του, έγδαραν το δέρμα του κεφαλιού, των χεριών και των ποδιών του και στο τέλος, αφού του αφαίρεσαν κάθε άλλο μέλος, τον παρέδωσαν στη φωτιά!
Και όταν η θεορρήμονα αυτού γλώσσα κοβόταν, ο Άγιος δεν σταματούσε να δοξολογεί τον Θεό, στον οποίον και την προσέφερε σαν το καλύτερο δώρο. Και όταν έβγαζαν ανηλεώς τα μάτια του έβγαλε τέτοια φωνή:
«Προσφέρω τα μάτια μου θυσία στο αληθινό και θείο Φως, που έκτισε για εμάς το φως»!
Και όταν αφαίρεσαν το δέρμα της κεφαλή του, έλεγε:
«Με όσα ο Δημιουργός θησαύρισε την κεφαλή, με αυτά να τηρήσουμε τον θησαυρό της πίστεως ασύλητο και ως οσμής ευωδίας αυτήν να προσφέρουμε στον Θεό»!
Όταν δε ακρωτηριαζόμενος στερήθηκε χειρών και ποδιών και όλων των άλλων μελών του σώματός του, ευχαριστώντας τον Θεό έλεγε:
«Ως βότρυς (τσαμπί) ευφρόσυνος, εκ κλήματος αμπέλου αποτεμνόμενος, προσφέρομαι τω Θεώ»!
Όταν δε τέλος έριξαν τον Άγιο Μεγαλομάρτυρα στη φωτιά, όπως ακριβώς παλαιότερα οι Τρεις Παίδες την κάμινο εις δρόσο μετέβαλαν και δοξολογούσαν τον Θεό, έτσι και ο Άγιος, όμοια με εκείνους, καθώς βρέθηκε εν τω μέσω του πυρός, έδειξε καρτερία ως να δροσιζόταν επάνω σε άρμα μέσα σε φως ανέσπερο και παραδόξως υμνολογούσε την φιλανθρωπία του Υψίστου, προσκαλώντας ολόκληρη την κτίση προς υμνωδία και δοξολογία του Θεού, καθώς με άυλα πια μάτια έβλεπε τον φωτοδότη Χριστό, και αγαλλόμενος έψαλλε: «ευλογείτω η κτίσις πάσα τον Κύριον»!
Έτσι έφτασε στο τέρμα της αθλήσεως και τον αντίπαλο καταπάλαιψε, στις 2 Οκτωβρίου 1.164 μ.Χ. στην Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ).
Την δε τιμίαν και θαυματουργό αυτού κεφαλή, ο τύραννος, από καταφρόνηση απάνθρωπη, την μετέτρεψε σε σχήμα ποτηριού και την περιέβαλε με χρυσό! Και αυτό γιατί θαύμασε την καρτερία του Αγίου! Και όπως λέει και το σχετικό κάθισμα (ψαλμός), ο άπιστος και βάρβαρος Τούρκος χρησιμοποιούσε αυτή την αγία κάρα του Μεγαλομάρτυρα, σε συμπόσια και πόσεις, ξεπερνώντας κάθε βαρβαρότητα:
«τὴν κάραν σου σοφέ, τοῦ Χριστοῦ στρατιῶτα, ὁ τύραννος σκευήν, ποτηρίου ποιήσας, αὐτὴν εἰς συμπόσια τὰ αὐτοῦ προσεφέρετο, ἣν κατέλιπες ἐν τῷ κόσμῳ παμμάκαρ, καὶ ἀπέτεμες, τὰς κεφαλὰς τῶν ἀνόμων, Θεόδωρε πάνσοφε»!

Αγιολόγιον,πόντου,άγιος,δημήτριοςΤη 26η, του αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημήτριου του μυροβλύτη. Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 260μ.Χ., οι γονείς του ήταν ευγενείς και ο πατέρας του ήταν Μακεδόνας Στρατηγός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αλλά ο Άγιος Δημήτριος δεν ξεχώρισε μόνο για την ευγενική του καταγωγή μα και για την αρετή του, την ευπρέπεια και την ευγένεια της ψυχής του και την ικανότητά του στην στρατιωτική τέχνη, που εκείνη την εποχή αποτελούσε πεδίο διάκρισης για τους νέους και θεωρούταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Μάλιστα ο Άγιος Δημήτριος έφτασε σαν στρατιωτικός στο αξίωμα του Δούκα, ξεπερνώντας την δόξα του πατέρα του.Το 296μ.Χ. (ή σύμφωνα με άλλους μελετητές το 306μ.Χ.) ο Μαξιμιανός -ο τότε Τετράρχης και μετέπειτα Αυτοκράτορας Γαλέριος Μαξιμιανός- συνέλαβε τον Άγιο Δημήτριο και τον κρατούσε φυλακισμένο σε ένα δημόσιο λουτρό κοντά στο ιπποδρόμιο, επειδή ο Άγιος Δημήτριος πίστευε στην χριστιανική πίστη αλλά και έκανε κήρυγμα φέρνοντας κοντά στον Χριστό πολλούς ειδωλολάτρες. Στη Θεσσαλονίκη τον καιρό της σύλληψης του Αγίου Δημητρίου, γινόντουσαν αγώνες στο ιπποδρόμιο για να εορταστεί η νίκη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ενάντια στους Σκύθες. Εκεί ο Λυαίος, ένας ειδωλολάτρης παλαιστής, περηφανευόταν για το μέγεθος του σώματός του και την δύναμή του και προκαλούσε τους θεατές του σταδίου να παλέψουν μαζί του. Ο Νέστωρ, ένας νεαρός στρατιώτης που γνώριζε τον Άγιο Δημήτριο, επισκέφθηκε τον Άγιο στην φυλακή και του ζήτησε την ευλογία του για να παλέψει με τον Λυαίο και ο Άγιος Δημήτριος τον σταύρωσε, δίνοντάς του έτσι την ευλογία του.Μέσα στο στάδιο ο Νέστορας είπε «Ο Θεός Δημητρίου, βοήθει μοι!» και πάλεψε με τον Λυαίο. Αφού νίκησε ο μικροκαμωμένος Νέστορας τον γίγαντα Λυαίο και ο Γαλέριος Μαξιμιανός έμαθε τι είχε συμβεί, διέταξε να σκοτωθεί ο Άγιος Νέστορας με το ίδιο το ξίφος του έξω από την Χρυσή Πύλη (ή Χρυσή Πόρτα), και να θανατωθεί με λόγχες ο φυλακισμένος στο δημόσιο λουτρό Άγιος Δημήτριος. Γράφουν μάλιστα οι συναξαριστές ότι ο Άγιος Δημήτριος, όπως είχε σηκώσει το δεξί του χέρι, έλαβε τον πρώτο λογχισμό στην δεξιά πλευρά όπως ο Εσταυρωμένος Χριστός.Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι ο Λούπος, ένας υπηρέτης του Αγίου Δημητρίου, έχρισε το πανωφόρι και το δαχτυλίδι του Αγίου στο μαρτυρικό του αίμα κι έκανε με την βοήθεια του Θεού πολλά θαύματα. Όταν το έμαθε αυτό ο Αυτοκράτορας, διέταξε την σύλληψη του και ο Άγιος Λούπος πέθανε μαρτυρικά στην περιοχή Τριβουνάλιο.Το σώμα του Αγίου Δημητρίου ενταφιάστηκε κρυφά από κάποιους πιστούς Χριστιανούς στον τόπο του μαρτυρίου του. Σ' εκείνο το δημόσιο λουτρό, ξεκίνησε να αναβλύζει μύρο από τον τάφο του Αγίου Δημητρίου κι έτσι ο Άγιος πήρε το προσωνύμιο Μυροβλύτης.

 

 

 

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ