Παιδικές αναμνήσεις από ένα ταξίδι στη Λειβερά

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Πόλεις - Περιοχές - Οικισμοί - Χωριά

λιβερά,λειβερά,τραπεζούντα,ματσούκα,πόντοςΉταν Μάϊος μήνας. Σε μία απ’ τις μαγευτικές του μέρες, ένιωσε η παιδική μου καρδιά, μια ανέκφραστη χαρά για να την θυμάμαι τόσο καλά και να την διατυπώνω έτσι άτεχνα στο χαρτί. Έπειτα από μια διαρκή μονοτονία που πέρασα στη γλυκιά πατρίδα μου την Τραπεζούντα. Εκτός απ’ τη θάλασσα που την λάτρευα και το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας που φοιτούσα, δεν εγνώριζα τίποτε άλλο, παρά μόνον τον Πόζ –τεπέ (Φαιόν λόφον), όπου το μοναστήρι της Παναγίας Θεοσκεπάστου, τη Δαφνούντα όπου το λιμάνι της πατρίδος μου και τα Εξώτειχα όπου τα κάστρα των Κομνηνών αυτοκρατόρων. Ο υπόλοιπος Πόντος, μου ήταν σκοτάδι- άγνωστος.
Γι’ αυτό μου άφησε τις καλύτερες αναμνήσεις στον παιδικό μου βίο ένα ταξίδι που έκανα στο εσωτερικό του Πόντου. Η οικογένεια μας, έμενε από καιρό στην Τραπεζούντα. Ο πατέρα μου όμως εργαζόταν με τον αδερφό του στο Τζεβιζλούκ. Στην Τραπεζούντα μέναμε στο σπίτι του παππού μου κοντά στην ακρογιαλιά.
Πόσα όνειρα σβήσανε ! Πόσες παιδικές τρέλες κύλισαν γοργά-γοργά σαν άνεμος ! Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα σαν συλλογίζομαι τα ευτυχισμένα εκείνα χρόνια. Δεν είναι πολύς καιρός που παντρεύτηκε η αδερφή μου και πήγε για παραθέρισμα στη Λιβερά. Μου γεννήθηκε τότε η επιθυμία να γνωρίσω τη μαγευτική αυτή κωμόπολη όπου ήταν η αδερφή μου και η θεία μου και το Τζεβιζλούκ όπου ο ήταν ο θείος μου με τη γιαγιά μου.
Ο θείος μου δεν άργησε να φανεί απ΄το Τζεβιζλούκ στην Τραπεζούντα. Τον παρακάλεσα να με πάρει μαζί του. Δέχτηκε πρόθυμα. Από το βράδυ, η μητέρα μου ετοίμασε τα χρειώδη για το ταξίδι και το πρωι κατά τις 4 η ώρα ξεκινήσαμε για το χάνι όπου ο θείος μου άφησε κάτι εμπορεύματα που αγόρασε. Το χάνι ήταν στο Μετόχι, όπως ελέγετο, ένα είδος μοναστηριού με πολλά κελιά και διαμερίσματα, με στάβλους και με μια μεγάλη αυλή.

Παρακολουθείστε το σχετικό μας βίντεο για την Λειβερά - Λιβερά της Ματσούκας

Ήταν ένα απ τα πολλά ιδρύματα που έχτισε στον Πόντο το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, γνωστό σε όλο τον Ελληνισμό, με σκοπό να χρησιμεύσει ως καταφύγιο, όχι μόνο των μοναχών οι οποίοι περιόδευαν σε όλη τη χώρα, αλλά και ως άσυλο διαμονής των ταξιδιωτών και των διάφορων καραβανιών. Δίπλα στο Μετόχι, το μοναστήρι της Σουμελάς είχε χτίσει μια εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία και ήταν γνωστή ως Παναγία τη Μετοχή. Εκεί βρήκαμε μια παρέα αρκετά εύθυμη και αποφασίσαμε να ταξιδέψουμε μαζί. Ο θείος μου φόρτωσε τα εμπορεύματα στα άλογα και τα έστειλε μπροστά από εμάς με τους κατηρτζήδες (αγωγιάτες). Η παρέας μας, βρήκε δύο ανοιχτά αμάξια, καθίσαμε ήσυχα και αναπαυτικά και ξεκινήσαμε όλο χαρά και γέλια.
Νύχτα ακόμα. Απόλυτη ησυχία βασίλευε παντού γύρω μας. Δεν άκουγες τίποτε άλλο παρά μόνο τα κουδούνια των αλόγων και το θόρυβο που προκαλούσαν οι ρόδες των αμαξιών μας στους δρόμους της άλλοτε πρωτευούσης των Κομνηνών απ την οποία ξεπήγασαν τόσοι θρύλοι. Φθάνομαι στη Δαφνούντα, μόλις αρχίζει να γλυκοχαράζει, συνεχίζουμε και φτάνομαι στο Τερμέν-τερέ (Μυλοπόταμο ή Πυξίτη όπως τον έλεγαν οι παλιοί).
Η φύσις γύρω μας χαμογελά, τα πουλιά άρχισαν να ψάλλουν ύμνους ευχαριστίας προς τον Θεόν. Ο ήλιος μόλις ξεπρόβαλε, αρχίζει να χρυσώνει τα γύρω μας τοπία. Μπροστά ο δρόμος ξανοίγεται φαρδύς, απάνω ο ουρανός ολογάλανος, αριστερά κυλά ο Πυξίτης που είναι αχώριστος σύντροφος στο ταξίδι μας. Τρέχει, υπερπηδώντας κάθε τι που βρίσκει στο δρόμο του με μια πρωτοφανή βία για να χυθεί σε λίγο στα μαύρα νερά του Ευξείνου.
Τα αστεία δεν λείπουν σε όλη μας τη διαδρομή. Το ρακί είναι αχώριστος σύντροφος σε κάθε ταξίδι. Σε λίγο το τραγούδι αποκορυφώνει την ευθυμία μας. Ο αμαξάς μας, κάνει την αρχή με την βαριά φωνή του : «…. Την αραπά μ’ ελάχνα, απόψ’ ούς να εμέρωσεν την κόρ’ επαρακάλ’να…»

Στο δρόμο κάθε τόσο συναντούμε κερβάνια (καραβάνια) από Έλληνες που κατέβαιναν με τα προϊόντα τους φορτωμένα στα άλογα για την βασιλίδα της Ανατολής.
Ακούει κανείς κάθε λίγο διάφορους διαλόγους μεταξύ των κατηρτζήδων που βγαίνουν αντίθετα :
Καλημέρα Χατζηγοργόρ !
Ώρα καλή Γιάγκο
Ντ’ εφτάτεν, καλά είσνε ;
Δόξα σοι ο Θεός, καλά είμες.
Για την Τραπεζούντα είσαι Χατζήγοργορ ;
Ναι, έχω έναν σακίν λεφτοκάρια και ολίγον βούτυρον.
Εσύ, μέρ’ πάς;
‘Σ σην Λειβεράν.
‘ς σο καλόν, χαιρέτα με τον Νικόλα τη Γοργορίνας
Ευχαριστώ να είσαι καλά

λιβερά,λειβερά,ματσούκα,τραπεζούντα,πυξίτης,παναγία,σουμελά,τζεβιζλούκΗ ευθυμία κορυφώνεται, το ρακί γεμίζει με κέφι τη μοναξιά μας και με διάθεση για τραγούδι.
Νέπρε Γιάννε, έπαρ’ αναθεμά ‘σε ‘ς σα χέρια σ’ την κεμεντζέν.
Και αρχίζει η περίφημος λύρα να διαλαλεί τα φυσικά κάλλη του Πόντου και τον θεό έρωτα.
«Νασάν εσάς ψηλά ραχά πάντα χλωρόν φοράτε, διαβαίνε χρόνια και καιρούς καμίαν ‘κι’ γεράτε.
Άστρα μ’ τον φέγγον πέτ’ ατον τον κόπον ατ’ μη χάνει, τεμόν η κάλλ’ έν’ έμορφος τον τόπον ατ’ πα πιάνει»

Το ταξίδι μας συνεχίζεται με τόσο κέφι που για μια στιγμή σαν κατεβήκαμε να πιούμε νερό “ας αψήν το πεγάδι” (κουλκούλσουϊ, όπως το λένε οι τούρκοι) στήνεται ο χορός, ενώ το τραγούδι δίνει και παίρνει.
“ ΄ς σην καϊτέ μ’ απάν’ παιδόπα χορέψτεν χόπα χόπα, νέγκασμαν ‘κι’ σκών’ το χόπα ας ελέπω σας παιδόπα”
Έπειτα από μισή ώρα χορού και τραγουδιού, ξεκινούμε και πάλι, αφήνοντας δεξιά μας κάτι απότομες χαράδρες που προκαλούν φόβο στον ταξιδιώτη. Έξαφνα ακούμε από μακριά ένα θόρυβο κουδουνιών ανακατεμένο με πολύηχο ανατολίτικο τραγούδι. Πλησίαζαν. Ήταν Πέρσες με τις γκαμήλες τους. Έρχονταν απ την Περσία με φορτίο από ρύζι, βαμβάκια και περίφημα Περσικά χαλιά για την Τραπεζούντα και από κει θα φορτωθούν στα βαπόρια για το εξωτερικό. Δίνουμε τον κατάλληλο χαιρετισμό και μας απαντούν : “αλαχτάν σιμαρλατίμ” “Είθε ο Θεός να σας δώσει τα ποθούμενα για την ευτυχία σας”.
Συναντά κανείς πολλά τέτοια καραβάνια στο δρόμο του καθώς κατεβαίνουν απ’ το Ερζερούμ, Διαρβεκίρ, Βάν, Μουσούλ, και Βαγδάτη. Η διαδρομή απ΄τη Βαγδάτη ίσα με την Τραπεζούντα διαρκεί περίπου ένα μήνα με τις γκαμήλες. Οι γκαμήλες αυτές είναι το μόνο συγκοινωνιακό μέσο για τέτοιους μακρινούς δρόμους. Επιτέλους, μετά από ταξίδι δυόμιση ωρών αντικρίζουμε το Τζεβιζλούκ. Το τραγούδι εξακολουθεί και η αθάνατη λύρα ηχεί από μακριά. Ο αραμπατζής μας, θυμάται τις αναμνήσεις του για το Τζεβιζλούκ και τραγουδά κάθε τόσο :
“Σίτ’ επέγνα ‘ς σο Τζεβιζλούκ, τ’ άλογο μ’ εκυλίεν , έναν έμορφον κορτσόπον ΄ς ση γούλα μ’ ετυλίεν”.
Φτάσαμε. Τα άλογα σταματούν. Κατεβαίνουμε. Καμιά τριανταριά σπίτια απλώνονται μέσα στην όμορφη κοιλάδα. Εδώ ο Πυξίτης περνά κάτω από μια καλοκτισμένη γέφυρα. Ο τόπος γύρω μας είναι γεμάτο καρυδιές, γι’ αυτό και επι Κομνηνών λεγόταν “Καρυαί” και αργότερα απ’ τους Τούρκους μεταφράστηκε σε Τζεβιζλούκ. Η μαγευτική αυτή θέση αποτελούσε τη θερινή διαμονή των αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας και λεγόταν Δικαιόσημον, όπως έμαθα αργότερα.
Ξεπεζέψαμε απ’ τα άλογα και σκορπιστήκαμε εδώ και κει για να δει ο καθένας τους γνώριμους του που έτρεξαν να μας υποδεχτούν. Πρώτη η μακαρίτισσα η γιαγιά μου έτρεξε και μ’ αγκάλιασε.
Το ταξίδι ήταν αρκετά κουραστικό και έπρεπε να ξεκουραστούμε. Η πορεία μας για την Λειβερά αναβλήθηκε για το απόγευμα. Έτσι μου δόθηκε καιρός να θαυμάσω την έφορη κοιλάδα με τα σκιερά της δέντρα και της Παναγίας το Ποτάμ’ όπως λέγεται αλλιώτικα ο Τερμέντερες επειδή τρέχει από το μέρος του μονοπατιού της Σουμελάς. Το απόγευμα ετοιμαστήκαμε για τη Λειβερά. Η διαδρομή είναι πιο ευχάριστη με τα πόδια καθώς η Λειβερά απέχει απ’ το Τζεβιζλούκ μόλις μία ώρα. Στην πορεία μας προστίθενται με μερικοί Λειβερίτες με τις γυναίκες τους που είχαν κατέβει για ψώνια στο Τζεβιζλούκ, αφού πώλησαν κανένα κοβλάκ (δοχείο) βούτυρο. Η ευθυμία πάλι στα μια επιδημία απλώθηκε στη συντροφιά μας. Η λύρα αρχίζει και πάλι να προσφέρει τους ήχους της στη λεβεντιά και στον έρωτα : “ θ’ εφτάγω ‘σε κουτνίν σπαλέρ, κουμάχ Χατζαβερίτ’κον, να έχ’ ράψην Καπίκιοης και σύρμαν Λειβερίτ’κον” “Μάνα εψέθεν το πιλάβ’ βάλεν απάν’ το λάδι, ετοίμασον την τσάντα μου θα πάγω στο Κοιλάδι” “Η Ματσουκάτ’σα η νύφε τιμά τον πεθερόν –ατς, τα μάγουλ’-ατς είν’ κόκκινα λελεύω τον Θεόν-ατς”.
Ο ήλιος άρχισε να δύει όταν φτάσαμε στη Σαξονού, ενορία της Λειβεράς που κείται στους πρόποδες του λόφου. Ανηφορίζουμε και σε λίγα λεπτά φράνουμε στη Λειβερά με το τραγούδι στα χείλη και το δοξάρι στον κεμεντζέ.
λειβερά,λιβερά,ματσούκα,τζεβιζλούκ,τραπεζούντα,σουμελάΉταν πράγματι μια μαγευτική κωμόπολις η Λειβερά και συγκέντρωνε αμέσως το ενδιαφέρον του κάθε ταξιδιώτη. Ήταν κτισμένη σε υψηλή δασώδη έκταση, χωμένη μέσα σε πυκνοφυτεμένα δάση με άφθονα τρεχούμενα νερά. Είχε εξαιρετικό κλίμα και αποτελούσε κέντρο παραθερισμού των πλουσίων Τραπεζουντίων. Αποτελείτο από τρείς ενορίες : Από την Φάλαινα, τη Σαξονού και απ’ την κυρίως Λειβερά. Είχε περίπου 1500 κατοίκους με πλήρη αστική σχολή με δύο εκκλησίες και πολλά παρεκκλήσια τα οποία ανάγονταν στη Βυζαντινή εποχή.
Η Λειβερά κατέστη περιώνυμος ως ιδιαίτερη πατρίδα της βοσκοπούλας Γκιούλ Μπαχάρ (ανοιξιάτικο ρόδο) της οποίας η ιστορία είναι γνωστή σε όλους.
Οι Λειβερίτες ασχολούνται με την γεωργία ως επι τω πλείστον. Πολλοί αποδημούσαν στη Ρωσία ή στην Πόλη (Κωνσταντινούπολη) όπου μετήρχοντο το επάγγελμα του χαλκουργού και του εμπόρου. Φημίζονταν για την εργατικότητά τους. Η Λειβερά ήταν άλλοτε έδρα του Μητροπολίτου Ροδοπόλεως στον οποίο υπήγοντο εκκλησιαστικώς όλα τα χωριά που εξηρτώντο άλλοτε απ’ τα μοναστήρια Σουμελάς – Περιστερεώτα – Βαζελώνας.
Ανεβαίνοντας απ ‘ τη Σαξονού στη Λειβερά απαντήσαμε μια βοσκοπούλα να μαζεύει φωνάζοντας τις αγελάδες της και κείνες απαντούσαν μουγκρίζοντας :
Ε ! …ε!.... Γαλαφόρα …..Ε ! Λαφία …..Θαλάσσω !!!
Ε!....ε!...Κρουστάλω, ….έλα ποδεδίζω ‘σε
Ε !....ε!....Περιστέρα, γουρπάντς να γίνουμε !
Χάθ ! … Κελαισία…
Από τα μονοπάτια, ξεφύτρωναν κάθε τόσο γυναίκες φορτωμένες με ξύλα για το σπίτι, ύστερα από κοπιαστική εργασία στο χωράφι , κάτω απ τον ανοιξιάτικο ήλιο. Αποτελούσε παράδειγμα προς μίμηση η εργατικότητα τους. Το χωριό είναι γεμάτο ζωή και κίνηση. Κάθε τόσο ακούμε φωνές που δοθούν την ατμόσφαιρα :
Ε…!! Στάλαν τη Κουλάν ! Το βούδ’ επήγεν ΄ς σο χωράφ’
Γιάννε …! Νέπρε Γιάννε ! άνοιξον το μαντρίν

Φτάνουμε επι τέλους στην πλατεία του χωριού. Οι Λειβερίτες τρέχουν να μας υποδεχτούν. Απερίγραπτος ο ενθουσιασμός. Η πλατεία αντηχεί απ τα ξεφωνητά. Στήνεται πάλι ο χορός και το γλέντι κορυφώνεται. Σε λίγο απλώνεται η νύχτα, το φεγγάρι αργεί να φανεί. Κατάκοποι απ την πορεία,. Ποθούσαμε λίγη ανάπαυση, μα ο χορός και οι Λειβερίτισσες που μπήκαν να χορέψουν δεν μας αφήνουν να ξανασάνουμε καθόλου. Οι Λειβερίτες μας, πήραν την πρωτοβουλία στο τραγούδι :
“Ας τρώγομαι κι ας πίνομε κι ας κείμες και κοιμούμες, αούτο κόσμος ψεύτικον εμείς γιολτσήδες είμες”
“Ο ουρανός κι’ η θάλασσα κι’ η γή κι όλα τα πάντα, έλα πουλόπο μ’ με τ’ εμέν’ πασκίμ θα ζούμε πάντα;” “Ρίζα μ’ το κουτνοσπάλερο σ’ με ιπρισί ραμμένον, γιατί ‘κι’ πέρτς τον φουρουμτζήν λερόν και μανομένον”
Και συμπληρώνει ο Κρωμναίος κεμεντζετζής μας :
“Κρωμέτ’ς θα παίρω με τ’ εμέν’ όλ’ ζίπκας να φορούνε, την έμορφον όνταν πέρω άσκεμοι να τερούνε” “Θεέ μ’ και να εποίνες ‘με ση Κουσπιδή τσοπάνον, ση Σουμελάν την Παναγίαν ψάλτεν και τραγωδιάνον”.
Κοντεύουν μεσάνυχτα. Κατασκοτωμένοι απ ‘ την κούραση του ταξιδιού και του γλεντιού πηγαίνουμε να κοιμηθούμε. Μόλις έπεσα, αμέσως με πήρε ο ύπνος και κοιμήθηκα ήσυχα ως το άλλο πρωϊ. Αυτές είναι οι παιδικές μου αναμνήσεις απ’ τα περασμένα όμορφα χρόνια στην πατρίδα μας, που όταν τα θυμάμαι , τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα.

 

Παιδικές αναμνήσεις από ένα ταξίδι στη Λειβερά, του Αθανάσιου Κ. Ασιατίδη - Φοιτητή φιλολογίας στα Ποντιακά Φύλλα – Αθήναι 1936 – Τεύχος 2ον

 

 

Print