Το χωρίον Δερέταμ ή Μποντζουκλού-Σεκού της επαρχίας Ζάρας του νομού Σεβάστειας του Πόντου

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Πόλεις - Περιοχές - Οικισμοί - Χωριά

δερέταμ,μποντζουκλού,σεκού,κιοσέντάγ,ζάρα,σεβάστειας,επαρχία,κολωνίας,νικοπόλεως,πόντου,αυλίαννα,άδυσσα,αμανάντων,δελήπαύλος,θρύλος,αράπη,αγμασάτ,καβακλή, Κίλπογάρ,τιουλιούδερέ,μασάτ.Το χωρίον Δερέταμ βρισκόταν στις νότιες υπώρειες του όρους Κιοσέ Ντάγ (Σπανό βουνό). Διοικητικά ανήκε στην υποδιοίκηση Ζάρας του νομού Σεβάστειας από την οποία απείχε τέσσερις ώρες, ενώ εκκλησιαστικώς ανήκε στην επαρχία Κολωνίας – Νικοπόλεως.
Αποικίστηκε από τα χωριά της Αργυρούπολης και συγκεκριμένα από τους Έλληνες κατοίκους της Αυλίαννας, της Άδυσσας και του Αμανάντων κατά το έτος 1845. Οι πρώτοι κάτοικοι ανέρχονταν σε περίπου σαράντα οικογένειες και όλοι ήταν μεταλλουργοί. Το χωρίον αυτό ήταν τσιφλίκι των φοβερών βέηδων της Ζάρας Τσαλούχογλου και το είχαν ως θέρετρο και βοσκότοπο για τα αμέτρητα ποίμνια τους.
Όλα τα γύρω βουνά και οι χαράδρες ήταν “φορτωμένα” με αργυρούχο μετάλλευμα. Των μετοίκων ηγείτο ο Αρχιμεταλλουργός Δελή-Παύλος ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε από την Υψηλή Πύλη να καταλάβει το χωριό και την περιοχή του πράγμα το οποίο πέτυχε μετά από πολέμους (διενέξεις) με τους ανθρώπους των βέηδων. Στην πρώτη σύγκρουση οι βέηδες παρέταξαν πάνω από εκατό άντρες τούρκους και κούρδους αλλά ο Δελή-Παύλος με μόνο πενήντα άντρες οι οποίοι ήταν οπλισμένοι με τα σφυριά και τα μαχτάπια (λοστούς) τους, κατάφεραν να τσακίσουν κυριολεκτικά και να καταδιώξουν τους αντιπάλους τους. Οι συμπλοκές επαναλήφθηκαν για δεύτερη και τρίτη φορά αλλά τα αποτελέσματα ήταν πάντοτε τα ίδια με αρκετά θύματα από την πλευρά των τούρκων.

δερέταμ,μποντζουκλού,σεκού,κιοσέντάγ,ζάρα,σεβάστειας,επαρχία,κολωνίας,νικοπόλεως,πόντου,αυλίαννα,άδυσσα,αμανάντων,δελήπαύλος,θρύλος,αράπη,αγμασάτ,καβακλή, Κίλπογάρ,τιουλιούδερέ,μασάτ.Οι βέηδες της Ζάρας Τσαλούχογλου κατά τους χρόνους εκείνους ήταν φοβεροί και τρομεροί, σχεδόν αδυσώπητοι και ασύδοτοι, ούτε κυβέρνηση λογάριαζαν ούτε κράτος. Αλλά και οι άποικοι ήταν παλληκάρια, χαλύβδινοι άνθρωποι, ο δε Ουστάμπασης Δελή-Παύλος ήταν ακατάβλητος άνθρωπος.
Όπως το De και το Fon στα γαλλικά και στα γερμανικά αντίστοιχα, έτσι και το Δελή στα τουρκικά έδειχνε ανωτερότητα και κύρος. Όλα αυτά τα χαρίσματα τα είχε ο Δελή-Παύλος σε ανώτερο βαθμό και το κράτος τον τίμησε με τον βαθμό του πασά καθώς παρέδιδε άφθονο άργυρο στα ταμεία του κράτους.
Έτσι, κατά τον πρώτο χρόνο εγκαταστάθηκαν σε κείνα τα μέρη, έχτισαν τα σπίτια τους και έναν ναό αφιερωμένο στον Άγιο Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο, έχτισαν φούρνους για την τήξη του μεταλλεύματος και επιδόθηκαν αμέριμνοι πλέον στην μεταλλουργία, την γεωργία και την κτηνοτροφία.
Από αυτό το χωριό κατάγεται ο λογιότατος Αντώνιος Πελειάδης, απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής ο οποίος το 1923 με την επάρατο ανταλλαγή των πληθυσμών ήρθε στην Ελλάδα και συνέχισε αθόρυβα να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως εκπαιδευτικός μέχρι του θανάτου του το 1949.
Τα μέρη όπου δούλευαν οι μεταλλουργοί είχαν τα εξής ονόματα : Άγ μασάτ, Καβακλή, Κίλ πογάρ, Τιουλιού δερέ και Μασάτ.
Δάση υπήρχαν άφθονα, που ήταν απαραίτητα για την τήξη των μετάλλων. Τα κύρια είδη δέντρων ήταν τα πεύκα, οι οξιές, οι δρυς, οι λεύκες κτλ ενώ υπήρχαν ελάχιστα καρποφόρα.
Θρύλοι: Ο Αράπης.
Αυτοί που δούλευαν στα μεταλλεία, φαντάζονταν ότι μέσα στα βάθη των σηράγγων των μεταλλείων υπήρχαν αράπηδες. Συγκεκριμένα στο μεταλλείο Άγ μασάτ μέσα σε μια γαλαρία (διηγούντο) ότι τρείς εργαζόμενοι άντρες την περίοδο του χειμώνα, κατά την διάρκεια της νύχτας άκουσαν τον αράπη και από τον φόβο τους έφυγαν για να έρθουν στο χωριό. Η αφήγηση είναι του Αντωνίου Πελειάδη. Καθ’ οδόν όμως οι δύο εξ’ αυτών πνίγηκαν αφενός από την κακοκαιρία που επικρατούσε και αφ’ ετέρου από τον φόβο τους, αλλά και ο έτερος έφτασε ημιθανής στο σπίτι του όπου μετά από λίγο εξέπνευσε.
Φαίνεται ότι η γαλαρία εκείνη συγκέντρωνε τις φωνές αλλά και τους χτύπους από τα σφυριά και η ηχώ από τα βάθη της γης, τους ανταπέδιδε (αναμετάδιδε) φαινόμενο που κατατρόμαξε τους απλοϊκούς χωρικούς και η φαντασία τους δημιούργησε αυτόν τον θρύλο των αράπηδων.
Τις φυσικές καλλονές του χωριού σπανίως θα τις έβρισκε κανείς σε άλλα μέρη. Άφθονα κρύα και κρυσταλλένια νερά και άπειρα λιβάδια με πλούσια βλάστηση.
Τα βουνά και οι κάμποι γέμιζαν από χόρτα και έφταναν πολλές φορές στο ύψος και στο ανάστημα των ανθρώπων. Επι έναν μήνα όλοι από 12 ως και 45 ετών, θέριζαν χόρτα, άλλοι με τα δρεπάνια κι άλλοι με τις κόσσες. Σαράντα, εξήντα ή και ογδόντα αμάξια χόρτα θέριζε η κάθε οικογένεια καθώς ο χειμώνας ήταν βαρύς στην περιοχή και η κτηνοτροφία είχε τις απαιτήσεις της καθώς ήταν ανεπτυγμένη σε μεγάλο βαθμό.
Το υπερκείμενο όρος Κιοσέ Ντάγ (Σπανό όρος) επι έξι ολόκληρους μήνες ήταν σκεπασμένο με χιόνι από ένα ως και τέσσερα μέτρα. Μόλις απαλλασσόταν απο τον λευκό και ευεργετικό του μανδύα, αμέσως καλυπτόταν από πυκνή βλάστηση. Εκεί θα έβοσκαν τα χιλιάδες ποίμνια των τούρκων κτηνοτρόφων από τα τέλη Μαϊου ως και τα τέλη Αυγούστου.
Η αρχή της Άνοιξης και τα τέλη του Φθινοπώρου ήταν ως επι τω πλείστον βροχερά. Επειδή το χώμα αν και πολύ γόνιμο ήταν βαρύ και πηλώδες πολλές φορές ήταν αδύνατο να σπείρουν αρκετή ποσότητα το Φθινόπωρο (πρώιμον) ή την Άνοιξη (όψιμον) διότι άμα έβρεχε ήταν αδύνατον να βάλουν αλέτρι στο χωράφι. Από τα τέλη του Μαϊου ως και τις αρχές του Οκτωβρίου σπανίως θα έβρεχε. Έσπερναν κριθάρι, σιτάρι, φακί, βρώμη και κουκιά.
Το σιτάρι της περιοχής ήταν υπέροχο και ο άρτος (ψωμί) ακόμα και μετά την πάροδο των ημερών διατηρούσε την φρεσκάδα του. Λόγω της αφθονίας των υδάτων κάθε χωρικός διατηρούσε ένα ή και δύο κήπους στους οποίους θα φύτευε λάχανα, πατάτες, τεύτλα, κάρδαμο, κρεμμύδια, φασουλάκια, πιπεριές, μελιτζάνες, ενώ οι ντομάτες δεν ωρίμαζαν λόγω της βραχείας διάρκειας του θέρους.
Άφθονα ήταν επίσης τα άγρια χορταρικά τα οποία μάζευαν, μαγείρευαν ή αποξήραναν. Στρατήτας, κιντέας, σερέσ̌ε, αυλούκια, στυπήτσας, γλωσσίτας, χοσχοράνια κλπ.
Άλλα τα έτρωγαν ωμά : τσουντσούνας, κουσκουντάμια, λυκορίτσας, καρτσέλας, μουμουδάκια (αγριοφράουλες) κ.α. Επίσης, είχαν άφθονα κουκουβάκια (μανιτάρια) προπάντων στις ρίζες σάπιων καλαμανιών τα οποία ζύγιζαν μισή οκά και περισσότερο. Η οκά αντιστοιχούσε σε 1.282 γραμμάρια. Τα μανιτάρια μέσα σε μια νύχτα όταν έβρεχε και βροντούσε κατά τον Απρίλιο μήνα, μεγάλωναν και έλαμπαν στον ήλιο ώστε να προκαλούν τα βλέμματα των ανθρώπων.
δερέταμ,μποντζουκλού,σεκού,κιοσέντάγ,ζάρα,σεβάστειας,επαρχία,κολωνίας,νικοπόλεως,πόντου,αυλίαννα,άδυσσα,αμανάντων,δελήπαύλος,θρύλος,αράπη,αγμασάτ,καβακλή, Κίλπογάρ,τιουλιούδερέ,μασάτ.Οι γυναίκες αλλά και τα παιδιά (αγόρια και κορίτσια) ασχολούνταν με όλες τις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες ενώ οι άντρες κυρίως με την μεταλλουργία.
Το κλίμα του χωριού ήταν υγιεινό. Τα κουνούπια ήταν άγνωστα σε κείνα τα μέρη. Ο Χειμώνας ήταν βαρύς και διαρκούσε έξι μήνες. Έπεφτε τόσο χιόνι που σκέπαζε σπίτια και δρόμους, διεκόπτετο η επικοινωνία ακόμα και με τα διπλανά σπίτια. Ευτυχώς υπήρχαν άφθονα καυσόξυλα και οι κάτοικοι περνούσαν τον Χειμώνα παίζοντας διάφορα παιχνίδια όπως : τριόδι, ντάμα, κουκία, ή χορεύοντας με την συνοδεία της λύρας.
Τα συνηθισμένα φαγητά τους, ήταν : η σουρβά (σούπα) με πασκιτάν και χαράτς, το πιλάφ, το μαλέζ, η τρίμμα, το χαβίτς, τα πουσ̌ίντια, τα λαλάγκας, το φούστουρον, το τσουμούρ, το ζαραφάτ, τα τσορέκια, η αβροστέ (ιβριστέν-ιβριστόν), το σιρόν, το γιαχνί, τα τανέας, το πορενίν και άλλα διάφορα με λαχανικά και χορταρικά.
Τέλος λίγα λόγια για την ενδυμασία. Οι γέροι φορούσαν τα σαλβάρια, τσόχας και φέσια με γιασμάδες ολόγυρα, οι δε νέοι ζίπκας με γαϊτάνια και τσόχαν και επίσης και φέσια με φούντας (πισκίλια) ή και απλά πασλίκια. Υποδήματα, γενικώς φορούσαν τσαρούχια ενώ σπανίως τσάπουλας ή γεμενία ενώ σαν κάλτσες είχαν τα ζουλιχτά και πλουμιστά ορτάρια (τσουράπια).
Οι γυναίκες είχαν ένα άσπρο ή γερανέον (μπλέ) υποκάμισο που κατέβαινε μέχρι τον αστράγαλο, ένα αντερί (καβάδι) επίσης μακρύ με πέσια, έναν τσόχαν μακρύν κόκκινον ή γερανέον μάλλινον. Όλες οι γυναίκες είχαν απαραίτητα μια εμποδέαν (ποδιά) με πολύχρωμη ζώνη πλάτους πέντε δαχτύλων και μήκους 3-4 μέτρων που κατέληγε στις άκρες της σε αρκετά μεγάλες φούντες οι οποίες έδεναν πίσω στην μέση. Φορούσαν ένα σπαλέρ (είδος στηθουρίου/στηθόδεσμου) και από ένα τσίτ’ ή γιασμάν στο κεφάλι. Υποδήματα γενικά φορούσαν τσαρούχια ενίοτε και κόκκινα ποστάλια. Οι νύφες φορούσαν σχεδόν τα ίδια με ιδιαιτερότητα στα παρακάτω : το Γουτνίν (γαμήλιο μεταξωτό φόρεμα), το τσαρκούλ (λευκό χασέ πανί που κάλυπτε το κεφάλι και το πρόσωπο της νύφης και κατέληγε ως κάτω στα πόδια), την Φιντζέ ή Τάπλα (ένα στρογγυλό σανίδι επι της κεφαλής κι έναν λετζέκιν (τσεμπέρ’) πάνω του με κασετίλια αντί για φλουριά και μικρές χάντρες και ως υποδήματα τα κόκκινα ποστάλια.
Οι γυναίκες συνήθιζαν να φορούν στη μέση τους και μια ζώνη το ατζαμσάλιν που γινόταν στην πόλη Τόσια από μαλλί των αιγών φιλίκ της Άγκυρας).

Πηγή : Ποντιακή Εστία, τεύχη 83ον – 84ον Θωμάς Ηλ. Σπαθόπουλος - Εκκλησιαστική επαρχία Κολωνίας – Νικοπόλεως

 

Print