Το χωρίον Μασούρα της επαρχίας Άρδασσας του Πόντου

Μασούρα,άρδασσα,παναγίτσα,εδέσσης,απανοχώρ,γουμπλουζί,σκανταράντων,καγκελίνα,λάμπον,τσορπαντσής,γιωργίκας,τσορπατζής,πάνον,χασερέτα,λορία,αγρίδ,παλαγάντων,χάραβα,σίσα,κορασέα,άρτουτσλούγ,τσιλερία, θώμπορα,δύολιθάρια̤,σπελεπόρτε̤,γουρνόπα,ορμίν,γονοκόλΗ Μασούρα ήταν αμιγώς ελληνικό χωριό αποτελούμενη από εκατό οικογένειες. Είχε έναν ναό και δύο παρεκκλήσια του Προφήτη Ηλία και της Αγίας Μαρίνας στα οποία λειτουργούσαν ο παπά Αλέξης και ο πατέρας του o παπά Ιωάννης. Διατηρούσε ένα ελληνικό σχολείο με πολλούς μαθητές στο οποίο δίδασκε ο παπά Συμεών, αδερφός του παπά Αλέξη. Ο ίδιος ήταν ιδιοκτήτης και του μοναδικού μπακάλικου του χωριού.
Η ύδρευση του χωριού γινόταν από τρείς πηγές (βρύσες) από το κάθεν το πεγάδ’, από το πέραν το πεγάδ’ και από το απανοχώρ’. Το χωριό ήταν χωρισμένο σε τέσσερις μαχαλάδες : των Σκανταράντων, του Γουμπλουζί, του Απανοχώρ’ και του Καγκελίνα.

Το χωρίον Δερέταμ ή Μποντζουκλού-Σεκού της επαρχίας Ζάρας του νομού Σεβάστειας του Πόντου

δερέταμ,μποντζουκλού,σεκού,κιοσέντάγ,ζάρα,σεβάστειας,επαρχία,κολωνίας,νικοπόλεως,πόντου,αυλίαννα,άδυσσα,αμανάντων,δελήπαύλος,θρύλος,αράπη,αγμασάτ,καβακλή, Κίλπογάρ,τιουλιούδερέ,μασάτ.Το χωρίον Δερέταμ βρισκόταν στις νότιες υπώρειες του όρους Κιοσέ Ντάγ (Σπανό βουνό). Διοικητικά ανήκε στην υποδιοίκηση Ζάρας του νομού Σεβάστειας από την οποία απείχε τέσσερις ώρες, ενώ εκκλησιαστικώς ανήκε στην επαρχία Κολωνίας – Νικοπόλεως.
Αποικίστηκε από τα χωριά της Αργυρούπολης και συγκεκριμένα από τους Έλληνες κατοίκους της Αυλίαννας, της Άδυσσας και του Αμανάντων κατά το έτος 1845. Οι πρώτοι κάτοικοι ανέρχονταν σε περίπου σαράντα οικογένειες και όλοι ήταν μεταλλουργοί. Το χωρίον αυτό ήταν τσιφλίκι των φοβερών βέηδων της Ζάρας Τσαλούχογλου και το είχαν ως θέρετρο και βοσκότοπο για τα αμέτρητα ποίμνια τους.
Όλα τα γύρω βουνά και οι χαράδρες ήταν “φορτωμένα” με αργυρούχο μετάλλευμα. Των μετοίκων ηγείτο ο Αρχιμεταλλουργός Δελή-Παύλος ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε από την Υψηλή Πύλη να καταλάβει το χωριό και την περιοχή του πράγμα το οποίο πέτυχε μετά από πολέμους (διενέξεις) με τους ανθρώπους των βέηδων. Στην πρώτη σύγκρουση οι βέηδες παρέταξαν πάνω από εκατό άντρες τούρκους και κούρδους αλλά ο Δελή-Παύλος με μόνο πενήντα άντρες οι οποίοι ήταν οπλισμένοι με τα σφυριά και τα μαχτάπια (λοστούς) τους, κατάφεραν να τσακίσουν κυριολεκτικά και να καταδιώξουν τους αντιπάλους τους. Οι συμπλοκές επαναλήφθηκαν για δεύτερη και τρίτη φορά αλλά τα αποτελέσματα ήταν πάντοτε τα ίδια με αρκετά θύματα από την πλευρά των τούρκων.

Το χωρίον Κορόνιξα ή Κορόξενα της Χαλδίας του Πόντου

κορόξενα, κορόνιξα, χαλδία, πόντου, μεσοχώρ’, ορφανάντων, μουσκαράντων, κοροξενάντων, τεκίρτσογλάντων, μαυρενά, αμπρικάντων, κιοσέντων, ματσερά, ματσέρ’, φωτιάντων, χαβίανα, άδυσσα, τσόρκον, ποβερά, σαραντάρ’, γονοκόλ, μουσκενέντων, πααράντων, κάγκαναν, ταχμούτ, παγωμένον, παθηνία, ηλιακόν, μαλάτεια, πορόϊα, σερρώνΤο χωρίον Κορόνιξα ή Κορόξενα ήταν αμιγές ελληνικό χωριό με εξήντα σπίτια (κατά τον Ιωακειμίδη, με ογδόντα σπίτια), παρόλο που όπως έλεγαν οι παλιότεροι, τα παλιά χρόνια οι ελληνικές οικογένειες που το κατοικούσαν έφταναν τα 800 άτομα. Ήταν ορεινό χωριό που υπαγόταν στην επαρχία Χαλδίας του νομού Τραπεζούντας.
Είχε δύο ναούς : του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου και της Παναγίας και οκτώ ακόμη παρεκκλήσια : του Αγίου Θεοδώρου, του Προφήτη Ηλία, του Αγίου Βασιλείου, του Αγίου Ιωάννη, του Αγίου Κωνσταντίνου, του Αγίου Χριστοφόρου, του Αγίου Κυπριανού και της Αγίας Μαρίνας (Αεμαρίναν). Σε αυτά λειτουργούσαν τρείς ιερείς : ο παπαΔιαμαντής (παπαδιαμάντης) Εξακουστίδης, ο παπαΛάζαρος Εξακουστίδης και ο παπαΣτυλιανός τη Πασαβάντων.
Το αστικό σχολείο του χωριού ήταν οκτατάξιο και είχε σαράντα μαθητές (κατά τον Βαρυτιμίδη, είχε εξήντα πέντε μαθητές), όπου δίδασκαν οι : Ανανίας Νικολαϊδης του Νικολάου, ο Κωνσταντίνος Αλεξανδρίδης, ο Ιωάννης Πουταχίδης, από την Άδυσσα, ο Γεώργιος Αμαραντίδης, ο Κωνσταντίνος Καστανίδης, ο Ελευθέριος Ορφανίδης και παλιότερα ο Αβραάμ Ορφανίδης πνευματικός πατέρας του Πέτρου Ιωακειμίδη.

Το χωρίον Τάμαλα των Κοτυώρων (Ορντούς) του Πόντου

 Τάμαλα,λιθότοπος,σερρών,κοτυώρων,ορντού,κεμανί,κεμανές,τσουφάν,μαχαλά,κουρούαγάτς,γιατάοπα,κουκουλίτς,λούβατ,γουζουλότ,γιάνογλου,παλιοχώρ,πούρτσατιρι,γαράβατσούχ,ντιαρμπεκίρ,κιουμούςματενί,γεμιστιέν,αντούζ,δίλοφος,κόλκεγήΤα Τάμαλα ήταν ένα καθαρά ελληνικό χωριό χωρίς καμία τουρκική οικογένεια. Υπαγόταν στην επαρχία των Κοτυώρων του νομού Τραπεζούντας.
Είχε ένα διτάξιο σχολείο στο οποίο φοιτούσαν γύρω στους διακόσιους μαθητές με δασκάλους τους : Υφαντίδη Ιωάννη, Τριανταφυλλίδη Θεόδωρο και έναν ακόμη του οποίου το όνομα έχω λησμονήσει.
Είχε μια εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου και ένα παρεκκλήσι επίσης του Αγίου Κωνσταντίνου. Ιερείς ήταν ο παπα Παύλος και ο παπα Τριαντάφυλλος.

Οφιουντιακά σημειώματα, Το Μπατά-Γκιούτ Τζαμισή, της Αθήνας (Άτηνας) του Πόντου

 μπατά,γκιούτ,τζαμισή,τζαμί,ατήνας,αθήνας,πόντου,οφιούς,όφις,κερασούντα,ντερέπεηδες,γουρία,ατζαρία,εξισλαμισμός,χριστιανικών,ντερβίσηδες Όταν κατά το έτος 1660 εμφανίστηκαν αρχικά οι Ντερέπεηδες στον Πόντο, η εξουσία και ο θεσμός τους επεκτάθηκε από την Γουρία (Ατζαρία) μέχρι και πέρα από την Κερασούντα και γινόταν βίαιος εξισλαμισμός των χριστιανικών πληθυσμών των ενδιάμεσων χωρών, τότε άλλοι μεν κάτοικοι διέφυγαν προς τα ενδότερα της χώρας όπου υπήρχε σχετική ασφάλεια από θρησκευτικής πλευράς, πολλοί δε απ’ αυτούς κατέφυγαν στην Γεωργία, την Νότιο Ρωσία (στην περιοχή της Μαριούπολης), στην Ρουμανία και αλλού, όπου σώζονται ακόμη ίχνη της καταγωγής τους.  μπατά,γκιούτ,τζαμισή,τζαμί,ατήνας,αθήνας,πόντου,οφιούς,όφις,κερασούντα,ντερέπεηδες,γουρία,ατζαρία,εξισλαμισμός,χριστιανικών,ντερβίσηδες Όλοι οι υπόλοιποι εξισλαμίσθηκαν πλην ελαχίστων που κατάφεραν να κρυφτούν σε απρόσιτα μέρη. Όπως είναι γνωστό, πολλοί απ’ τους εξισλαμισθέντες διαφύλαξαν την μητρική τους γλώσσα και άλλοι την θρησκεία, στα κρυφά.
Το ίδιο περίπου συνέβη και στην περιοχή Άτηνας, δηλαδή στην Αθήνα του Πόντου, με την διαφορά ότι οι εκεί εξισλαμισθέντες απώλεσαν εξ’ ολοκλήρου τόσο την γλώσσα όσο και την θρησκεία τους και οι ναοί τους μετατράπηκαν σε τεμένη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ