Αλεπόν τρώει και η ζεπύρα πρέσ̌κεται (Μύθος αλλά και παροιμία Πόντου)
Ο λύκον, ο άρκον και η ζεπύρα εποίκαν συντροφία και εξήβανε ‘ς σ’ άβ’. Αλλομίαν άρκον έκλεψεν και έφερεν τρια γουβάνα̤ μέλ’ και επήγαν έβαλαν ατά σ’ έναν αχ̌ερών απέσ’ και είπαν:
«Ασ’ στέκ’νε σεράντα ημέρας κι επεκεί έρχουμες τρώγομ’ ατα». Αλεπόν έβαλεν ‘ς σόν νούν ατ’ να τρώει το μέλ’ μανάχος και αστ’ έναν-δύο ημέρας ύστερα εξήβεν απάν’ ‘ς σην πόρταν και εποίκεν: ίγκ!. «Ντ’ έπαθες, αλεπέ;» «Λαλούνε ΄με ‘ς σα φωτίσα̤». Επή’εν αλεπόν ‘ς σ’ αχ̌ερών, έφαεν-έφαεν όσον επόρεσεν μέλ κι εγύρ’τσεν οπίσ’. Ερώτεσαν ατόν κι οι συντρόφ’ α̤τ’: «Αλεπέ, πως έβαλαν τη παιδί τ’ όνομαν;». «Πασ̌λαυευτίτσ’». «Εμάς τιδέν έφερες ασά φωτίσα̤;». Είπεν κι αλεπόν: «Επήρα κάτ’ να φέρω ‘σας και τα παιδία κ̌ι εφήκανε ‘με, έρπαξαν ατά ασ’ σα χ̌έρα̤ μ΄». Αλλομίαν εδήβεν κάμποσα ημέρας, ξάν είπεν αλεπόν: «Λαλούνε ‘με ‘ς σα φωτίσα̤». «Άμε» είπαν ατον οι συντρόφ’ α̤τ’. Αλεπόν πάλ’ επήεν ξάν ‘ς σ’ αχ̌ερών και έφαεν-έφαεν, εποίκεν τα γουβά̤να ιμσά και εγύρτσεν οπίσ’. «Αλεπέ, πως εκόλ’τσαν το παιδίν;». Είπεν κι αλεπόν: «Μεσαχτίτσ’». Ασ’ τ’ έναν – δύο ημέρες κι ύστερα ξάν επήεν αλεπόν κι ετελείωσεν όλον το μέλ’ και έρθεν εδήβεν. «Αλεπέ, πως έβαλαν το παιδίν;». «Τελευτίτσ’». Όλον ύστερα ξάν επήεν αλεπόν, έλειψεν καλά τα γουβάνα̤ και εκ̌ούπ’σεν ατά και έρθεν οπίσ’. «Αλεπέ, πως εκόλτσαν το παιδίν;». Είπεν κι αλεπόν: «Λειχτίτσ’ – Κιουπιχτίτσ’» εκόλ’τσαν ατό. ‘Σ σα σεράντα ημέρες απάν’ επήγαν ούλ’ εντάμαν να τρώγ’νε το μέλ’ κι αλλομίαν, ντο τερούνε; Τα γουβάνα̤ εύκαιρα και κ̌ουπισμένα. «Τ’ς έφαεν το μέλ’; Τ’ς έφαεν ατό;» Είνας είπεν «Εγώ κ̌ι ξέρω», άλλος είπεν «Εγώ κ̌ι ξέρω». Είπεν κι αλεπόν «Ελάτε ας τοπλαεύομε ξύλα και εφτάμε έναν τρανόν άψιμον και κείμες ολόερα και γυρίζομε τη ράχ̌αν εμουν ‘ς ση φωτίαν μερέαν κι ήντσαν έφαεν το μέλ’ θα εφτάει αφκάτ’ ατ’ και πιάνομ’ ατόν». «Καλόν» είπαν ούλ’». Αλλομίαν έψ̌αν έναν τρανόν φωτίαν και έπεσαν ολόερα. Αλεπόν επήρεν έναν κολογκύθ, ευκαίρωσεν τ’ απέσ’ και έθηκεν ατο οπίσ’ ατ’. Αλλομίαν εζεστάθεν και θα επέγνεν οξ̌ικέσ’. Εποίκεν κι εγόμωσεν το κολογκύθ΄κι επεκεί επήεν έκ’σ̌εν ατο οπίσ’ ‘ς ση ζέπυραν. Τον πουρνόν όνταν εσκώθαν τερούνε η ζέπυρα εποίκεν αφκάτ’ ατς. Αλλομίαν επήρανε ο άρκον και ο λύκον απ’ έναν ξύλον και εντώκαν, εντώκαν τη ζέπυραν και εποίκαν ατεν τουλούμ’. Αλεπόν εδώκεν ατο κατσ̌άν, σίτα̤ εκούϊζεν κι έλεεν «Αλεπόν τρώει κι η ζέπυρα πρέσ̌κεται!». Ποντιακή Διαλεκτολογία, Ιδιωματισμοί της ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία
"Αλεπόν τρώει και η ζεπύρα πρέσ̌κεται" (Μύθος αλλά και παροιμία Πόντου). Πηγή: Ποντιακή Εστία Αλεπόν τρώει και η ζεπύρα πρέσ̌κεται
Λεξιλόγιο
• Ζεπύρα & ζεπίρα = το ικτιδοειδές ζώον κουνάβι. Τα κουνάβια ανήκουν στο γένος Μάρτης (Marten ή Martens) της υποοικογένειας Ικτιδίνες, της οικογένειας Ικτιδίδες. Ως παροιμία «Αλεπόν τρώει και η ζεπίρα πρέσ̌κεται» δηλώνει τον αθώο που πληρώνει την υπαιτιότητα σφάλματος άλλο προσώπου. Στην προκειμένη περίπτωση η αρκούδα δέρνει ανηλεώς το αθώο κουνάβι δι ευφυούς τεχνάσματος της πονηρής αλεπούς.
• πρέσ̌κεται = πρήζεται
• συντροφία = συντροφιά – συνεργασία
• άβ’ αλλά και άβιν (τουρκικό av) = θήρα, κυνήγι. Αίνιγμα: Ας σο ξύλον τ’ ανοιγάρ’ ασ’ σο νερόν το προσωπίδ’ τ’ άβ’ έφυγεν, αβιτζ̌ής επιάστεν = το θαύμα του Μωυσή στην Ερυθρά θάλασσα. Το προσωπίδ’ είναι η προσωπίδα της πόρτας αλλά και η κλειδωνιά, το κλείθρον (η κλειδαριά)
• αλλομίαν = κάποτε
• άρκον = αρκούδα
• γουβάνιν αλλά και γουβάν’ και βουβάν’ = η κυψέλη των μελισσών (υποκοριστικό: γουβανόπον), από το τουρκικό kovan
• αχ̌ερών = αχερώνας
• αστ’ έναν-δύο ημέρας = μετά από μία δύο ημέρες
• ίγκ!. = επιφώνημα – κρώξιμο της αλεπούς
• λαλούνε ΄με = με προσκαλούν
• φωτίσα̤ = βαπτίσια
• Πασ̌λαυευτίτς = από το τουρκικό paslamak - πασ̌λαεύω & πεσ̌λεεύω = αρχίζω. Παράγωγα: πα̤σλα̤μά & πεσ̌λεμέ
• Τιδέν = το ουδέν, τίποτε
• ιμσά = μισά
• εκόλ’τσαν = κόλησαν (εδώ έχει τη σημασία: έδωσαν). Φράση: Εκόλτσαν ατον παρωνύμιν = του κόλλησαν παρατσούκλι
• άμε = πήγαινε
• μεσαχτίτσ’= μισοχτισμένο – μισοκαμωμένο
• τελευτίτσ’ = τελειωμένο
• έλειψεν = έγλειψε (αρχ. Ελληνικό: εκλείχω) – παράγωγα: λιχουδιά, λιχούδης
• εκ̌ούπ’σεν = αναποδογύρισε. Φράση: Θέκ’ ατο κούπα = το τοποθετώ μπρούμητα. Ρήμα: κουπίζω
• λειχτίτσ’ – κιουπιχτίτσ’= αυτό που έχει γλειφτεί και αναποδογυριστεί
• ντο τερούνε; = τι να δούν;
• εύκαιρα και κ̌ουπισμένα = άδεια και αναποδογυρισμένα
• Τ’ς έφαεν το μέλ’; = ποιος έφαγε το μέλι;
• τοπλαεύομε = μαζεύουμε, συγκεντρώνουμε
• θα εφτάει αφκάτ’ ατ’ = αυτό που στην νεοελληνική λέγεται ως: «θα τα κάνει πάνω του» στην ποντιακή λέγεται: «θα τα κάνει κάτω του»
• έψ̌αν = άναψαν
• επέγνεν οξ̌ικέσ’ = πήγαινε στην τουαλέτα (λέγεται οξ̌ικές ή οξ̌ουκές ή οξούκα καθώς πάντοτε το χρείον, ο απόπατος, το μέρος, η τουαλέτα βρισκόταν έξω της κύριας οικίας)
• έκ’σ̌εν = έχυσε (εκ του εκχύω)
• εποίκεν αφκάτ’ ατς = τα έκανε κάτω της (κατά το, τα έκανε πάνω της)
• εντώκαν = χτύπησαν
• τουλούμ’ = τουλούμι, ασκός (πρήστηκε από το πολύ το ξύλο)
• κατσ̌άν ή και κατσ̌ά (από το τουρκικό kece) = κιλίμι από μαλλί συμπεπιλημένον. Φράση: Άμον κατσ̌ά (λέγεται για άνθρωπο, συνήθως παιδί, που προσκολλάται επίμονα σε άλλο πρόσωπο και δε θέλει να απομακρυνθεί από αυτό). Εδώ έχει την έννοια ότι ο αλεπός προσκόλλησε (μάλλον παρέδωσε) την ζεπίρα στους άλλους δύο της παρέας για να την τιμωρήσουν.
• σίτα̤ = εν΄ όσω, καθώς
• εκούϊζεν = φώναζε – αναφωνούσε
Μνημεία λόγου της Ποντιακής φιλολογίας στα τοπικά γλωσσικά ιδιώματα των Ελλήνων του Πόντου
Διαλεκτολογία Πόντου – Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com