Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας ο εκ Νεοκαισαρείας του Πόντου
«Ζῇ Βασίλειος καὶ θανὼν ἐν Κυρίῳ»
«Ζῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ὡς λαλῶν ἐκ τῶν βίβλων»
«Ἰανουαρίου θάνες, Βασίλειε, πρώτῃ».
Γεννήθηκε στὴν Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου περὶ τὸ 330, (Γρηγορίου Νύσσης, εἰς βίον Μακρίνης PG 46, 281) ἀπὸ μορφωμένο πατέρα, τὸν Βασίλειο καὶ «εὐλαβεστάτη καὶ φιλανθρωποτάτη» μητέρα τὴν Καισαριώτισσα Ἐμμέλεια, κόρη μάρτυρος καὶ ἀρχοντικῆς οἰκογενείας. Ἡ Καισάρεια ἔγινε ἀργότερα δεύτερη πατρίδα του, ποὺ κυριολεκτικὰ τὸν κατέκτησε μὲ τὴν ἀγάπη της, ἐνῶ ἡ γενέτειρά του τὸν πίκρανε ἀφάνταστα, γιατὶ εἶχε γίνει θῦμα τοῦ Σαβελλιανισμοῦ. (1)
Σὲ μιὰ ζηλευτὴ ἔπαυλη στὸν Πόντο πέρασε τὰ παιδικά του χρόνια ὁ Βασίλειος, κάτω ἀπὸ τὴν ἄγρυπνη φροντίδα τῶν γονέων του καὶ τῆς γιαgiᾶς του Μακρίνας. (2) Ὁ πατέρας του, ποὺ ἦταν δικηγόρος, μᾶλλον εἶναι βέβαιον ὅτι, ποτὲ δὲν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου. Πάντως δὲν πρέπει να ξεχνοῦμε ὅτι μεταξύ Πόντου καὶ Καππαδόκων ὑπάρχει στενὴ ἱστορικὴ συγγένεια καὶ ὅτι ὁ Στράβων (μεγάλος γεωγράφος—Πόντιος) ὁμιλεῖ giὰ Μεγάλη καὶ Μικρὴ Καππαδοκία καὶ giὰ τὴν «πρὸς Πόντῳ Καππαδοκίαν». Ὁ Μ. Βασίλειος, ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων, ἔπεσε σ’ ἕνα ἐκλεκτὸ οἰκογενειακὸ περιβάλλον, ποὺ μοσχοβολοῦσε ἑλληνοχριστιανικὴ ἀγωγὴ καὶ ζωή. Ἔτσι πῆρε φροντισμένη χριστιανικὴ ἀνατροφή. Όλοι μέσα στὸ σπίτι στάθηκαν, για τὸν βλαστὸ Βασίλειο, ἅγιες καὶ μυροβόλες ῥίζες. Ἐκεῖ στὸν Πόντο ἔκανε τὴν πρώτη του γνωριμία μὲ «τὰ τῆς παιδείας πρότερα γράμματα» καὶ εἶχε σὰν πρώτο δάσκαλό του τὸν πατέρα του. Συνέχισε τὶς σπουδές του στὴν Καισάρεια, στὴν Κωνσταντινούπολη, ποὺ «ἠυδοκίμει σοφιστῶν τε καὶ φιλοσόφων τοῖς τελειοτάτοις» καὶ τελευταῖα, σὲ ἡλικία 21 ἐτῶν, στὸ παλαίφατο πρυτανεῖο τῆς σοφίας, στὴν Ἀθήνα, ὅπου μεταξύ ἄλλων ἐκλεκτῶν δασκάλων εἶχε καὶ τὸν διάσημο Ἱμέριο. (3)
(1) Ὁ Σαβελλιανισμὸς εἶναι αἵρεσις. ἐμπνευστὴς τῆς ὁποίας καὶ ἀρχηγὸς θεωρεῖται ὁ ἀπὸ τὴν Πεντάπολι τῆς Λιβύης Σαβέλλιος (3ος αἰών). Αυτὸς διεσρέστλωσε τὴν περὶ Τριαδικότητος τοῦ θεοῦ ὀρθόδ.διδασκαλία καὶ ἀπέρριψε τὸ τρισυπόστατον.
(2) Ἡ μάμμη τοῦ Βασιλείου ἡ Μακρίνα ἦταν μαθήτρια τοῦ μεγάλου ἱεραποστόλου τοῦ Πόντου Γρηγορίου Νεοκαισάρειας τοῦ θαυματουργοῦ. Ἡ Μακρίνα μαζὶ μὲ τὸν σύζυγό της, στὸ διωγμὸ τοῦ Μαξιμίνου, ἔμειναν χρόνια στὰ δάση καὶ ζοῦσαν μὲ χόρτα καὶ κυνηγῆ ἐλαφιῶν (Γρηγ. Θεολόγου, λόγος 43, 5 κ.ἑ.)
(3) Τὸ ὀνομά του βάζει σὲ ὑποψίας, μήπως ἔχει σχέσι μὲ τὴν «Ἴμερα» τῆς Τραπεζοῦντος ἢ τὴν Ἴμερα τῆς Σικελίας.
Ἐδῶ, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορά, ὁ φοιτητὴς Βασίλειος μαζὶ μὲ τὸν ἰσάδελφό του Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνό, ἔνιωσαν τὴν τεραστία καὶ ἀφάνταστα σωστικὴ καὶ δημιουργικὴ δύναμι τόσο τῆς καλῆς ἀνατροφῆς, ὅσο καὶ τῆς φιλομαθείας. M’ αὐτὰ τὰ δυὸ ὅπλα, τὴν ἔφρεσι giὰ μάθησι καὶ τὴν μητρικὴ ἀνατροφὴ —καθὼς καὶ ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ—κατώρθωσε νὰ μείνῃ ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τὸ φαῦλο καὶ ἐκφυλισμένο περιβάλλον τῶν Ἀθηνῶν καὶ νὰ κατακτήσῃ τὸ ἰδεῶδες τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἐπιστήμης.
Ὕστερα ἀπὸ τέσσαρα χρόνια σπουδῆς (ἑλληνικὴ φιλοσοφία, φιλολογία, ῥητορική, γεωμετρία, ἀστρονομία, ἰατρικὴ) ἐπιστρέφει τὸ 356 ἀπ’ τὰς «χρυσᾶς» Ἀθήνας στὴ Καισάρεια, ἀληθινὸς σοφός, ὅπου καὶ βαπτίζεται. Μετὰ τὴν βάπτίσί του ἀποδίδεται στὴν μελέτη χριστιανικῶν βιβλίων, ὅπου συναντᾷ ἄλλο φῶς, διάφορο ἀπὸ τὴν λάμψη τῶν ἐθνικῶν συγγραμμάτων. Ἡ ἀπόφασί του νὰ σπουδάσῃ τὸν Χριστιανισμὸ εἶναι ἀμετάκλητη. Αὐτὸ τὸ κατορθώνει ἰδιαίτερα μὲ τὶς περιοδεῖες του σὲ διάφορα μέρη καὶ μὲ τὴν ἀδιάκοπη μελέτη, πρὸ παντὸς κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀσκητικῆς καὶ ἐρημικῆς ζωῆς του. Ἐξ ἄλλου ἕως τὴν στιγμὴ ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὸν μάταιο αὐτὸν κόσμο (379) (1) μιὰ συστηματικὴ μελέτη, ὅλων τῶν προβλημάτων, ἦταν ἡ ζωή του καὶ μιὰ συνεχὴς ἄσκησi τῆς ἀρετῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἔργο του εἶναι ἕνας ἆθλος, ἕνα θαῦμα. Ἔργο πολύμορφο, πολυποίκιλο καὶ ἀξιοθαύμαστο, ποὺ πραγματοποιεῖται μέσα στὴν βραχυπρόθεσμη πορεία τοῦ βίου του καὶ μπρὸς σὲ ἀφάνταστες ἀντιξοότητες. Ἔργο ποὺ τὸ χαρακτηρίζουν: Αὐτοσυγκέντρωσι, φιλομάθεια, μελέτη, μόνασι, ἀσκητισμός, ἐργατικότης, δημιουργικότης, εὐθύτης, ὀρθόδοξος ἀγώνας, φιλανθρωπία, διοίκησις, ποίμανσι, ὀργάνωσι χριστιανικῆς ζωῆς, κήρυγμα, συγγραφή, ἀπάρνησι τῆς ὕλης, «Βασιλειάς», ἐξαΰλωσι, αὐτοθυσία. Ἕνα «κολοσσαῖο» ἐπιτεύγματος.
Γιὰ τὴν πραγμάτωσι τοῦ γιγαντιαίου του ἔργου, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε· χρησιμοποιεῖ σὰν βάσι καὶ ὁρμητήριο τὴν πίστη, τὴν ἔρημο—τὸν ἀναχωρητισμό, τὴν ἀγάπη καὶ τὸν πνευματικό του ἐξοπλισμό. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ γνώρισε ἀπὸ κοντὰ τὸν ἀσκητισμὸ τῆς Συρίας, τῆς Παλαιστίνης, τῆς Μεσοποταμίας καὶ τῆς Αἰγύπτου (Βασιλείου ἐπιστολὴ 223,2) καὶ τὸν ἐξόριστο τότε Ἀθανάσιο καὶ τὸν Εὐστάθιο Σεβαστείας καὶ ἀφοῦ γύρισε στὴν Καισάρεια, χειροτονήθηκε διάκονος καὶ μοίρασε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς περιουσίας τοῦ πατέρα του ποὺ τοῦ ἀναλογοῦσε, ἔφυγε μακρυὰ ἀπὸ τὴν Καισάρεια.
(1) Κηδεύθηκε (1-1-379) μέσα σὲ πρωτοφανῆ συνωστισμὸ καὶ πρὶν πεθάνη εἶπε: «Κύριε, εἰς χεῖρας σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμα μου».
Γι ὰ λίγο καιρὸ ἔμεινε στὸ κτῆμα τοῦ Γρηγορίου στὴν Τιβερίνη, ἔπειτα δὲ ἐγκαταστάθηκε στὸν Πόντο περὶ τὰ 360 καὶ ὄχι νωρίτερα. (1) Φοιτητὴς τώρα στὸ σχολειὸ τῆς ἐρήμου καὶ τῶν ἀσκήσεων, ζῇ εὐχαριστημένος, σ’ ἕνα μαγευτικὸ καὶ ἐρημικὸ τόπο, τοῦ φιλόξενου Πόντου, κοντὰ στὸν Ἴρι ποταμό, ὥς τὸ 362. Ἐκεῖ τὸν ἐπισκέπτεται ὁ φίλος του Γρηγόριος, ὁ Ζωγράφος τοῦ στοχασμοῦ, «θῦμα» τῆς ποιητικῆς περιγραφῆς τοῦ τοπίου ὅπως χαρακτηρίσθηκε ἀπὸ μέρους τοῦ Μ. Βασιλείου. Ἐκεῖ ἑνάμισυ χρόνο μαζὶ «εἰς τοποθεσίαν κατάφυτον καὶ κατάρρυτον», μαζὶ στὴν προσευχή, στὴν μελέτη, στὴν συγγραφὴ καὶ τὴν σύνταξι μοναχικῶν κανόνων καὶ τῆς ἀνθολογίας μὲ βάσι τὰ ἔργα τοῦ Ὡριγένη.
Ἀπὸ τὸ 362 τὸν χάνει ἡ ἔρημος καὶ τὸν κερδίζει ἕνας κόσμος πεινασμένος καὶ διψασμένος ἀπὸ «ῥήματα ζωῆς καὶ ὀρθοδοξίας» καὶ ἀπὸ συμπόνια καὶ ἀνθρωπιά. Ἡ μεγάλη τοῦ Βασιλείου ποντιακὴ φυσιογνωμία, ἡ ἀπροσμέτρητη σε καλωσύνη ἑλληνικὴ ψυχή του, ἡ ὁλοκληρωμένη τοῦ ἐρημίτη χριστιανικὴ προσωπικότης, μέσα σ’ ἐλάχιστο χρονικὸ διάστημα, γνωρίζει τις ἀνάγκες τῆς ἐπαρχίας του, κατακτᾷ τὴν ἀγάπη ὅλων καὶ γίνεται ἀντικείμενο «λατρείας». Τὸ πλημμύρισμα τῆς ἁγίας ψυχῆς του θεραπεύει ἀφάνταστες κοινωνικὲς πληγὲς καὶ ἀποκαλύπτει, γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία τῆς ἀτομικῆς πρωτοβουλίας καὶ τῆς ἀνθρωπότητος, ὀργανωμένη κοινωνικὴ πρόνοια μὲ εὐαγῆ ἱδρύματα, ποὺ θὰ τὰ ζήλευε κάθε ἐποχή. Τὸ περίσσευμα καὶ ἡ ὡρίμανσι τῆς ἀγάπης καὶ τῆς σοφίας του ξεχύγεται ἀπ’ τὸν ἄμβωνα, γάργαρο νερὸ σὰν ἀπὸ κρυσταλλένια πηγή, ἅγιο φῶς, λόγος Κυρίου, σὰν ἀπὸ οὐράνιο θρόνο, ποὺ ἐξαγνίζει τις ψυχές, σβύνει τὴν πνευματικὴ δίψα καὶ φωτίζει τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὸν κόσμο τοῦ φωτός. Τὸν ἄξιο κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ἀγάπης καὶ τὸν σεμνὸ λευτῖ-πρεσβύτερο, ἡ κοινὴ γνώμη—ἡ Χριστιανικὴ ψυχὴ τῆς Καισαρείας—«Θεία Χάριτι» τὸν ἀναβιβάζει στὸν Ἐπισκοπικὸ θρόνο (370).
Ὁ ὑπέροχος ἄνθρωπος καὶ Ἱεράρχης, ὁ ἄξιος Ἐπίσκοπος τῶν ψυχῶν τῆς ἐπαρχίας του, ὡς πρότυπο ὀρθοδοξίας καὶ ὀρθοπραξίας καίει καὶ λιώνει σὰν λαμπάδα καὶ φωτίζει, ἀπ’ τὸν ἄμβωνα ὥς τὸν πονεμένο κι’ ἀπὸ τὸ ἀπέρριτο κελλί του ὥς τὸν κόσμο τῶν φτωχῶν καὶ τῶν ὀρφανῶν καὶ τῶν παραπλανημένων. Ἡ ταραγμένη ἐποχή, οἱ δύσκολες περιστάσεις, τὸ ἐπικίνδυνο αἱρετικὸ ῥεῦμα, οἱ σκληροὶ ἀγῶνες καὶ οἱ σκληρὲς δοκιμασίες, ἡ βαρειὰ τοῦ ποιμένος εὐθύνη, ἀποκαλύπτουν στὸ πρόσωπο τοῦ Βασιλείου ἕναν πνευματικὸ ἡγέτη μὲ σπάνια χαρίσματα κι ἀξιοθαύμαστες ἱκανότητες, ἕναν ὑπηρέτη τῆς ἀληθείας καὶ ἀγωνιστὴ σπανίου ἀναστήματος. Στὶς ἀπειλὲς τοῦ ἄλλοτε συμφοιτητοῦ (1) Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία (Τόμος 3)του (καὶ τώρα αὐτοκράτορος) Ἰουλιανοῦ καὶ τοῦ χριστομάχου βασιλήα Οὐάλεντος, ποὺ σκόπευε μὲ τὸν ἀπεσταλμένο του Μόδεστο νὰ ἐξουδετερώσῃ τὸν ἄκαμπτο ὑπερασπιστὴ καὶ ὑπέρμαχο τοῦ ὀρθοδόξου ὀχυροῦ τῆς Καισαρείας, ἀπήντησε μὲ ἀπαράμιλλο θάρρος καὶ τέτοια εὐθύτητα, ὥστε νὰ μένῃ ἐμβρόντητος καὶ ὁ ἀκροατὴς καὶ ὁ ἀναγνώστης. Ἀντιμετωπίζει καὶ δέχεται σὰν ἕνα εὐχάριστο μήνυμα καὶ τὶς ἀπειλὲς καὶ τὴν βία καὶ τὰ βασανιστήρια καὶ τὴν ἐξορία. Καὶ τὸν θάνατο; Σὰν ἀσφαλῆ γέφυρα ποὺ φέρνει σύντομα κοντὰ στὸν Θεό, giὰ τὸν Ὁποῖον «ζῇ, πολιτεύεται» καὶ χάριν τοῦ Ὁποίου «νεκρώθηκε» καὶ πρὸς τὸν Ὁποῖον «σπεύδει» ὁλοταχῶς.
Ὦ θαυμαστὴ πίστι καὶ ζηλευτὴ ἐξαΰλωσι! Τὸ κάθε τι τὸ ὁπλίζετε μὲ δύναμι. Καὶ τὴν θνητὴ σάρκα καὶ τὴν ἀδυναμία. Καὶ τὸν πόνο καὶ τὴν στέρσι. Καὶ τὴν ἀρρώστεια καὶ τὸ μαρτύριο. Καὶ τὴν μόνασι καὶ τὰ βάσανα. Καὶ τὰ ἔργα καὶ τὰ λόγια. Ὄλα γίνονται δύναμι—πύραυλος, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ὑπερκόσμια καὶ ὑπέρτατη τοῦ σύμπαντος Δύναμι. Ἀλλιῶς θἄμενε μυστήριο ἀνεξήγητο πῶς εὑρισκε τὴν δύναμι ἐκείνη ὁ Βασίλειος, νὰ ἀντιμετωπίζῃ αὐτοκρατορικὲς ἀπειλές, νὰ διαλύῃ σχέδια τοῦ «ἀνθρωποκτόνου», νὰ προφταίνῃ στὸν πόνο τῶν ἀνήμπορων, νὰ εἶναι τέλος τόσο παραγωγικὸς στὸν συγγραφικὸ τομέα.
Ἡ δραστηριότης του δὲν περιελάβε μόνο τὴν ἐπικράτησι τῆς Ὀρθοδοξίας, τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, τὴν διαρρύθμισι τῆς λατρείας, τὴν ὀργάνωσι τοῦ μοναχικοῦ βίου, τὴν συστηματοποίησι τοῦ κοινωνικοῦ ἔργου ἀλλὰ καὶ τὴν συγγραφικὴ παραγωγή, μὲ γλῶσσα καθαρὴ καὶ χαρίεσσα, μὲ μέθοδο συστηματικὴ καὶ μὲ ἐπίδρασι κλασσικῆς παιδείας. Ἡ συγγραφικὴ του ἐργασία ἀποτελεῖται ἀπὸ Ἀπολογητικά, Ἑρμηνευτικά, Δογματικά, Ἀσκητικά, Λειτουργικὰ καὶ Ἠθικὰ ἔργα, διάφορες ὁμιλίες, πραγματεῖες καὶ ἐπιστολές. Ἀπὸ τὰ τετράδια τῶν συγγραφικῶν του ἔργων μνημονεύομε ἰδιαίτερα τὸ ἔργο του «Πρὸς τοὺς νέους ὅπως ἂν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῦντο λόγων», διότι πιστεύομε πὼς μεταξύ ἄλλων συνετέλεσε στὴν διάσωσι ἐκλεκτῶν ἑλληνικῶν συγγραμμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἡμιμάθεια καὶ ὁ φανατισμὸς μερικῶν θεωροῦσαν ὡς ἀπόβλητα καὶ ἄξια καταστροφῆς. Στὸ ἔργο του αὐτὸ ὁ συγγραφεὺς ἐναρμονίζοντας τὶς σκέψεις του πρὸς τὸ τοῦ Παύλου «…πάντα δοκιμάζετε τὸ καλὸν κατέχετε», χαρακτηρίζει ἀπαραίτητη καὶ ὠφέλιμη τὴν σπουδὴ τῶν Ἑλλήνων συγγραφέων καὶ τονίζει ὅτι πρέπει ἀπ’ αὐτοὺς νὰ παίρνωμε ἐκεῖνα ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἀρετὴ καὶ νὰ ἀπομακρύνωμε ὅ,τι θεωρεῖται ἐπιζήμιο. Ἀναγνωρίζει τὴν μορφωτικὴ καὶ προπαιδευτικὴ ἀξία τῶν κλασσικῶν γραμμάτων. Ἀπὸ τὰ παιδαγωγικὰ τοῦ «οὐρανοφάντορος» Βασιλείου, ἰδιαίτερα μᾶς κάνει ἐντύπωσι ἡ καταπληκτικὴ εὐστοχία μὲ τὴν ὁποίαν ἀσχολεῖται με τὴν ψυχολογία γενικὰ καὶ τὴν ἀγωγή, μάλιστα δὲ τῶν παιδιῶν. Εἶναι ὁ ψυχολόγος τῆς παιδικῆς ἡλικίας μὲ τὶς σκόρπιες, στὰ ἔργα του, παρατηρήσεις καὶ γνῶμες. Τὸ παιδὶ το βλέπει σὰν ἕνα χωράφι ποὺ ἔχει ἀνάγκη καλλιεργείας.Τὸ πνεῦμα καὶ τὸ σῶμα πρέπει νὰ τύχουν εἰδικῆς μεταχειρίσεως, χωρὶς νὰ ξεχνοῦμε, ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι τὸ πρωτεῦον στὸν ἄνθρωπο καὶ αὐτὴ τὸν δίνει ἡγεμονικὴ καὶ προνομιακὴ θέσι μέσα στὴν δημιουργία. Ὁ νοῦς, γιὰ νὰ γίνῃ φωτεινὸς καὶ διορατικός, πρέπει νὰ ἀναπτυχθῇ μὲ προσοχὴ καὶ ἐπάρκεια. Ἔτσι, μὲ τὴν ἀνάπτυξι καὶ τὴν μόρφωσι τοῦ νοῦ καὶ τὴν διάπλασι καὶ τὴν ἐπιμέλεια τῆς ψυχῆς, ἀποφεύγομε τὸ κακὸ ποῦναι ἀρρώστεια τῆς ψυχῆς καὶ γνωρίζομε τὸν Θεό.
Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ μποῦμε στὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς καὶ νὰ ἀποφεύγωμε κάθε φαύλη σκέψη καὶ πρᾶξι, γιατὶ, ὅπως τονίζει ὁ μεγάλος παιδαγωγός, «ὅταν ἀπὸ κακὴ πρᾶξι κερδίσῃς κάτι, νὰ εἶσαι βέβαιος ὅτι ἔχεις ἀρραβωνιαστῇ τὴν δυστυχία». Εἶναι πρὸ παντὸς ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ γνωρίσωμε τὸν Θεό, διότι «Θεοῦ ἄγνοια, θάνατος ἐστι τῆς ψυχῆς». Ἔτσι, οἱ αἰῶνες, μετουσιώνοντας τὴ στοργὴ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου στὸ παιδί, τὸν καθιέρωσαν ὡς τὸν ἀσύγκριτο φορέα τῶν πρωτοχρονιἀτικων δώρων πρὸς τὴ μικρὴ ἡλικία. Αὐτὸς εἶναι, μὲ λίγα λόγια, ὁ ἀσυναγώνιστος στὴν ἁρμονία πρακτικοῦ νοῦ, φιλοσοφικῆς σκέψεως καὶ θεολογικῆς ἀκριβείας. Ὁ σπάνιος σὲ πλούσιο φιλολογικὸ καὶ ἐπιστημονικὸ καταρτισμό, στὴν δύναμι τοῦ λόγου, τὴν μεγαλοπρέπειες καὶ τὸ ἐπαγωγὸ τοῦ ὕφους. Ὁ ἀξιοθαύμαστος στὴν ἁγιότητα, τὴν μεγαλοψυχία, τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν παρρησία, στὴν ποιμαντικὴ καὶ κοινωνικὴ δρᾶσι, στὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν αὐταπάρνησι καὶ τέλος στὴν θερμουργὸ καὶ δυνατὴ πίστι του στὸ Θεὸ καὶ τὴν ἀστείρευτη ἀγάπη του στὸν ἄνθρωπο καὶ ἰδιαίτερα στὸ παιδί. Γι’ αὐτὸ δίκαια θεωρεῖται ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν ἐκλεκτῶν, ἐκείνων ποὺ «ἐξήντλησαν τὸ ζῆν» στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ, πρότυπο γιὰ τὴν προστασία καὶ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ γιὰ τὴν λείανσι τοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος. Πιστεύω πώς, ὅσοι θὰ εὐτυχήσουν νὰ γνωρίσουν τὸ ἔργο καὶ τὰ «ἔργα» τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ θὰ συνδεθοῦν ψυχικὰ καὶ πνευματικὰ με τὸν «μύστην τοῦ Δεσπότου»,θὰ ἐπαναλάβουν τὰ λόγια τοῦ Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ: «Ὁ οὐρανός δώρησε ἀνεκτίμητη χάρι. Ὁ φίλος μου ἔγινε ὁ πιὸ σοφός, ὁ μεγαλόφρων, αὐτὸς ποὺ στὴν παιδεία ἦταν ἔξοχος. Κι ἂν ρωτηθῶ, ποιος εἶναι αὐτός; εἶναι ἀρκετή, γιὰ ἀπάντησι καὶ μόνο μιὰ λέξι, ὁ Βασίλειος, ὁ πιὸ σπουδαῖος ἄνθρωπος τοῦ αἰῶνος μας». Αγιολόγιον Πόντου (Άγιοι και Μάρτυρες στον Πόντο καθώς και λαογραφικά θέματα γύρω απο την Εκκλησία και τους Αγίους)
Ο Μέγας Βασίλειος, του Παναγιώτη Π’ Γ. Τανιμανίδη (Καθηγητή Θεολογίας) (Σημείωση: Έχει διατηρηθεί ο αρχικός τύπος γραφής και σύνταξης / στην καθαρρεύουσα και στο πολυτονικό).
Αγιολόγιον Πόντου - Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com