Ο Χαρακτήρ των κατοίκων της Σάντας του Πόντου και οι ενδυμασίες τους, του κ. Στάθη Αθανασιάδη

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Ιστορία

Αναμνηστική φωτογράφηση Σανταίων - στην δεύτερη σειρά τρίτος απο αριστερά ο Καπετάν Ευκλείδης ΚουρτίδηςΑ΄. Ο Σανταίος
Η Σαντά, αμιγής ελληνική κοινότητα ἀπὸ 1.000 οἰκογένειες, ἦταν χτισμένη ἀνάμεσα σὲ δυὸ ὑψηλὲς ὀροσειρὲς, μακρυὰ ἀπὸ ἄλλες ἑλληνικὲς κοινότητες, ἀπὸ τὲς ὁποῖες οἱ πιὸ κοντινὲς ἦσαν ἡ Κρώμνη καὶ ἡ Γαλίανα ποὺ ἀπεῖχαν 5-6 ὧρες.

Τὰ τουρκικὰ ἐξάλλου χωρία ἀπεῖχαν 3-4 ὧρες. Οἱ τοῦρκοι δὲν ἔβλεπαν μέ καλὸ μάτι τὴ Σαντά, γιὰ τὴν ὁποία ἄκουαν ὅτι ἦταν πλούσια, ὅτι εἶχε ὅπλα πολλά, ἀκόμα καὶ κανόνια! καὶ ἄλλα ἀπίστευτα. Πολλὲς φορὲς δοκίμασαν νὰ τὴ λαφυραγαγήσουν ἀλλά ἀπέτυχαν, γιατὶ οἱ Σανταῖοι εἶχαν πεισθῆ πως μόνο με τὸ ὅπλο θὰ εἶνε δυνατὸ να διατηρήσουν τὴν ἐλευθερία τους καὶ γι’ αὐτὸ πάντα ἦσαν ἄγρυπνοι μὲ τὸ ὅπλο παρὰ πόδα. Ἡ θέση λοιπὸν τῆς Σαντάς τὴν ὑποχρέωνε νὰ μὴ μπορῆ νὰ ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ καὶ νὰ μὴν ἔχη σχέση μὲ κανένα εἴτε τούρκο εἴτε Ἕλληνα, καὶ ἔτσι δημιουργήθηκε ὁ ἰδιαίτερος τύπος τοῦ Σανταίου. 'Απλὸς στοὺς τρόπους ἀλλὰ γενναῖος, εὐθὺς καὶ ἀνυπόκριτος, χωρὶς πονηρίες καὶ κολακεῖες χωρὶς ὑποχωρήσεις καὶ συμβιβασμούς, ἀνυπότακτος καὶ πολλὲς φορὲς ἀπότομος. Ἡ πνευματικὴ αὐτὴ ἀνεξαρτησία τοῦ φρονήματός του τὸν ἔσπρωχνε νὰ μὴ ἐπιδίδεται σὲ παρασιτικὰ ἐπαγγέλματα. Ὅλοι σχεδὸν ἦσαν χτίστες οἱ καλύτεροι τοῦ Πόντου. Ἐλάχιστοι ἔμποροι. 'Απὸ τὸν χαρακτῆρα αὐτὸ τῶν Σανταίων εἶχαν ξεπηδήσει στα πρώτα ἀκόμα χρόνια τοῦ βίου τῆς οἱ Φιράρ. Οἱ Φιράρ ἦσαν ὅτι ἦσαν οἱ Κλέφτες ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα· περιφέρονταν στὰ βουνὰ καὶ στὰ δάση, φύλαγαν τὶς διαβάσεις, λήστευαν τοὺς τούρκους διαβάτες καὶ τὰ τουρκικά παρχάρια καὶ προστάτευαν τὰ ἑλληνικά. Ὁ διασημώτερος ἀπὸ αὐτούς, ὁ Ζορπὰ Ἰσπὺρ Τανιόγλης, εἶχε προσφέρει ἀνεκτίμητες ὑπηρεσίες στὴν Πατρίδα. Ὅσες φορὲς ὅμως δὲν ὑπῆρχε ἐξωτερικός κίνδυνος, οἱ Φιράρ λήστευαν τοὺς ἴδιους τοὺς Σανταίους καὶ κατάντησαν ἀληθινὴ μάστιγα. Μὲ τὴ σύνεση καὶ τὴ δικαιοσύνη του κατώρθωσε νὰ τοὺς διαλύσῃ καὶ νὰ τοὺς στείλῃ ἔξω πρὸς ἀποικισμὸ ὁ βοεβόδας Μπελιοὺκ πάσης τῆς Σαντᾶς Μουρτεζές. Ἀπὸ ἄλλες ἀφορμὲς καὶ σκοποὺς πῆραν τὰ βουνὰ, κατὰ τὸν πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο καὶ οἱ Τσετέδες, γιὰ τοὺς ὁποίους ἴσως γράψωμε ἀργότερα. Εἶνε ἀξιοπρόσεκτο ὅτι, μ’ ὅλα τὰ χρόνια ποὺ κύλησαν, μ’ ὅλες τὶς μεταναστεύσεις καὶ τοῦς κατατρεγμούς της τύχης, οἱ ἰδιαίτεροι τύποι τῆς Σαντᾶς δὲν ἔλειψαν· ἀκόμα καὶ σήμερα μπορεῖ κανεὶς νὰ συναντήσῃ μεταξὺ τῶν Σανταίων πολλοὺς, ποὺ δὲ μποροῦν νὰ ἀνεχθοῦν «τὰ κατὰ συνθήκην ψεύδη» τοῦ καθ᾽ ἡμᾶς πολιτισμοῦ. Σαντά (Σάντα - Dumanlı, Gümüşhane) Ιστορία Λαογραφία Πολιτισμός. Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Χοροί, Θρύλοι, Παραδόσεις, Πρόσωπα.
 Μέλη των οικογενειών Ποταμοπούλου & Τσαντεκίδη απο του Πιστοφάντων της Σαντάς του Πόντου-Β΄. Η Σανταία
Οι Σανταῖοι ἦσαν λίγοι, οἱ δὲ ἐχθροὶ πολλοί· στὸν ἄνισο ἀγώνα ποὺ βάσταξε 400 χρόνια καὶ ἔγινε ἀνάγκη νὰ πάρη μέρος σ' αὐτόν, ὄχι μόνο ἡ γυναίκα, ἀλλ' ἀκόμα καὶ αὐτὰ τὰ παιδιά. Πρὶν ἀπὸ τη μάχη ἐναντίον τοῦ Χατζῆ Σολόγλη, γυναῖκες καὶ παιδιὰ μάζεψαν κι ἔκαμαν σωροὺς ἀπὸ πέτρες ἐπάνω ἀπὸ τὴ θέση Φουρνόπον, κι ὅταν πλησίασαν οἱ τούρκοι, ἐκύλισαν τοὺς σωροὺς ἐκείνους, τραυμάτισαν ἄλογα καὶ ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἀνάγκασαν νὰ φύγουν κακὴν κακῶς. Ἡ Σανταία συνήθισε νὰ κάμῃ χρήση τοῦ ὅπλου, ὅσο καὶ ὁ ἄντρας. Πῆρε μέρος στοὺς ἀγῶνες, καὶ ἀπὸ τότε ἔμεινε ἡ χαρακτηριστικὴ ἔκφρασις: Σαντέτ’σας ξύλον ἔφαες;
Μετὰ τὸ Ρωσσοτουρκικὸ πόλεμο ὅλοι οἱ ἄνδρες ἀποδημοῦσαν στὴ Ρωσσία καὶ γύριζαν μετὰ 2-5 χρόνια· σ’ ὅλο αὐτὸ τὸ μακρὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας τους, οἱ γυναῖκες διεύθυναν τὸ σπίτι, ὅπως οἱ ἀρχαῖες Σπαρτιάτιδες· ἡ φιλεργία τους ἦταν παραδειγματική. Πολλὲς κατέβαιναν τὸ Φθινόπωρο στὰ Σούρμενα καὶ στὴ Γεμουρὰ καὶ ἐργάζονταν στὴ συγκομιδή. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνες ποὺ ἔμεναν στὴ Σαντὰ δὲν κάθονταν ἄεργες, ἀλλὰ ἔγνεθαν, ἔκλωθαν καὶ ὕφαιναν σ̌άλα̤ (χονδρὰ μάλλινα ὑφάσματα) καὶ σαντέτ’κα τσ̌αντάγια καὶ φωτοδέμᾶ ἣ ἔπλεκαν ὀρτάρᾶ. Πολλὲς γυναῖκες συντηροῦσαν τὴν οἰκογένειά τους μὲ τὴν προσωπική τους αὐτὴ ἐργασία. «Τούτου ἕνεκα, παρατηρεῖ πολὺ στοχαστικὰ ὁ Ἐπαμεινώνδας Κυριακίδης, ἡ πενία εἶνε ἄγνωστος ἐν τῇ χώρᾳ». Ἄλλες ἀρετὲς τῆς Σανταίας ἦσαν ἡ καθαριότητα, ἡ κοσμιότητα, ἡ αὐστηρότητα τῶν ἠθῶν καὶ ἡ ἀφοσίωση πρὸς τὴν οἰκογένεια. Μετὰ τὴν ἀπόκτηση 2-3 τέκνων ἡ Σανταία ἀπόθετε τὰ νυφικά της. Ἡ ἀλληλεγγύη ἀνάμεσά τους ἦταν μεγάλη· ὅταν μερικὲς γειτόνισσες πληροφοροῦνταν ὅτι κάποια οἰκογένεια δυστυχoῦσε, ἔπαιρναν τὰ σακκιὰ στὸν ὤμο καὶ τὴ νύχτα γύριζαν τὰ σπίτια, καὶ μάζευαν τρόφιμα, χωρὶς ν’ ἀναφέρομεν τὸ ὄνομα τῆς οἰκογένειας ποὺ ὑπόφερε, γιὰ νὰ μὴν τὴν ταπεινώσουν. Διάκριση ἀνάμεσα σὲ εὐκατάστατους καὶ φτωχοὺς δὲν ὑπῆρχε. Ἡ προίκα ἦταν ἄγνωστη· ἀπεναντίας μάλιστα ὁ γαμπρὸς ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ κάμῃ τὴ νυφικὴ ἐνδυμασία (ροῦχα, παζαρλούχ), ποὺ ἦταν ὁμοιόμορφη σὲ ὅλες. «Καὶ πλουσίου καὶ πτωχοῦ νύμφη οὐδαμῶς διακρίνεται» παρατηρεῖ ὁ ἴδιος Κυριακίδης. Ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ σχηματίσῃ γνώμη γιὰ τὴν ἁγνότητα τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου ἀπὸ τὸ ἑξῆς: Οἱ Σανταῖες περιμένοντας τὸ φθινόπωρο τους ξενιτεμένους τους, διάλεγαν καὶ ἀπὸ ἕνα δέντρο σφενδάμνου (ποὺ ρίχνει πρωτ’ ἀπ’ ὅλα τὰ φύλλα του) καὶ περίμεναν πότε θὰ κιτρίνιζαν τὰ φύλλα του· κι ὅταν ἡ Σανταία ἔλεγε: «Τεμὸν τὸ σπεντὰμ ἐσαριλάεψεν» ἤθελε νὰ φανεράσῃ πως ἦρθε τὸ φθινόπωρο καὶ πλησίασε ἡ ὥρα τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ξενιτεμένου της. Παραδοσιακές ανδρικές & γυναικείες ενδυμασίες (φορεσιές) των Ελλήνων του Πόντου - Και αυτή η λαογραφική θέση που μας αποκαλύπτει ο κ. Στάθης Αθανασιάδης μέσα απο αυτό το θαυμάσιο του άρθρο έρχεται σε απόλυτη ταύτιση με το δημώδες άσμα απο το Χανάχ του Κάρς σε καταγραφή του επισης μεγάλου μας δασκάλου του κ Στάθη Ευσταθιάδη με τίτλο  Σπεντάμ’ ντ’ εσαρουλάευες;  Χορός Ομάλ περιφέρειας Χανάχ Κάρς - Στάθης & Μαρία Ευσταθιάδου - Φάρος Ποντίων και οι στίχοι του άσματατος έχουν ως εξής:  
- Σπεντά μ’ ντ’ εσαρουλάευες κι εξ̌ύγουνταν τα φύλλα σ’, απ’ έναν έναν δι̤αβαίνε τη Μοθοπώρ’ τα μήνας.
- Σπεντά μ’ τα φύλλα σ’ ξ̌ύγουνταν κι η κάρδι̤α μ’ ματούται, Αναστορώ τα νέτε μου και ν’ η γούλα μ’ γομούται.
- Μαρτί, Απρίλ’, Καλομηνά, όλι̤α είν’ χαρεμένα, Άμον ντο έρται ο Μοθοπώρ’τς, όλι̤α είναι κλαιμένα.

Γεροστάθης — Στάθης Αθανασιάδης Πινιατάντων Σάντας (1888-1978)ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ
Οἱ Σανταῖοι καθὼς ἦσαν ἁπλοὶ στοὺς τρόπους καὶ λιτοὶ στὴν τροφή, ἔτσι ἦσαν ἁπλοὶ καὶ στὸ ντύσιμο. Οἱ ἄνδρες φοροῦσαν σ̌αλβὰρ ἣ καραβάναν καὶ τσόχαν (κοντὸς ἐπενδύτης) ἀπὸ σ̌άλι ποὺ ὕφαιναν οἱ γυναῖκες τους, καὶ ζουποῦναν ἀπὸ πασμά· γιὰ κάλυμμα είχαν κουκούλι ἀπὸ κατσ̌ά (πίλημα)· ἐπειδὴ δὲ τὸ σ̌αλβὰρ ἦταν κοντό, ἔφεραν τουζλούχα (περικνημίδες) ποὺ προστατεύαν τὶς κνῆμες. Μὲ μεγαλύτερη πολυτέλεια δὲ μποροῦσε νὰ ντυθῆ κανείς, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς προεστούς· τὸ σ̌αλβάρι καὶ ἡ τσόχα τους ἦταν ἀπὸ σ̌α̤γιὰκ (ἀπᾶς), τὸ δὲ κουκούλι ἀπὸ δέρμα ἀρνιοῦ καὶ ἀργότερα φέσι γύρω ἀπὸ τὸ ὁποῖο τύλιγαν μαντήλι.Καὶ ἡ ἐνδυμασία τῶν γυναικῶν ἦταν ἁπλῆ· ἐξωτερικὰ φοροῦσαν τσόχα μάλλινη καὶ φοτὰν (ποδιὰ) μάλλινη μὲ φωτοδέμα̤ καὶ κασίκια ποὺ ὕφαιναν οἱ ἴδιες. Ἡ νυφικὴ ὅμως ἐνδυμασία ἦταν πολυτελὴς καὶ κόστιζε 5-10 χρυσές, καὶ τὴν ἔραβε μόνο εἰδικὸς ράφτης στὴν Τραπεζοῦντα (ὁ Καγκέλτς). Ἡ τσόχα ἦταν ἀπὸ μαχὸτ μὲ κουλαπτάνα̤ (χρυσὰ σειρήτια)· ζουποῦνες ἀπὸ γομάς ἣ μουαρέν· σπαλέρ (στηθοῦρι) ἐπίσης ἀπὸ μουαρέν ἣ γομάς· ζωνάρ περσικὸ ἣ λαχώρ· ποχτσ̌ά̤ (σάλι) ποικιλόχρωμη λινομέταξη· κουντούρας (σκαρπίνια)· δαχτυλίδα̤ 2 ἣ 3 καὶ χρυσὸς σταυρὸς μὲ χρυσὴ ἀλυσσίδα διπλῆ ἣ τριπλῆ· τὴν ἡμέρα τοῦ γάμου μόνο ἦταν σὲ χρήση καὶ καὶ τὸ τρέμον (ἀραχνοῦφαντη μετάλινη καλύπτρα) γιὰ νὰ σκεπάζῃ τὸ κεφάλι καὶ τοὺς ὤμους. Ζωντανεύοντας τις μνήμες των Ελλήνων του Πόντου
Στάθης Αθανασιάδης  

Οι Σανταίοι κείμενο του κ. Στάθη Αθανασιάδη - Πηγή: Ποντιακή Εστία τ 84 1956

Στο παραπάνω κείμενο του κ Στάθη Αθανασιάδη έχω διατηρήσει το πολυτονικό σύστημα γραφής μιας κι αυτό συντελεί στο νοσταλγικό χαρακτήρα αυτής της ανάρτησης μου ως μνημόσυνο αιώνιο στον κ Στάθη Αθανασιάδη και όλους τους Σανταίους.

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print