Το τραγικό πέρασμα των εξόριστων Σανταίων από την Κρώμνη του Ζαχαρία Μουσικίδη «Ένα απ’ τα πολλά δείγματα της εθνικής αλληλεγγύης»

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού

Το τραγικό πέρασμα των εξόριστων Σανταίων από την Κρώμνη του Ζαχαρία Μουσικίδη «Ένα απ’ τα πολλά δείγματα της εθνικής αλληλεγγύης» Το τραγικό πέρασμα των εξόριστων Σανταίων από την Κρώμνη του Ζαχαρία Μουσικίδη «Ένα απ’ τα πολλά δείγματα της εθνικής αλληλεγγύης».

Το καλοκαίρι του 1921 βρισκόμουνα στο χωριό μου, την Κρώμνη. Μια μέρα από τον περιοδεύοντα αποσπασματάρχη ανθυπολοχαγό Μπαχρή εφέντη, που ερχόταν τακτικά στην Κρώμνη και που μιλούσε την ελληνική άπταιστα, ως καταγόμενος από τα Ιωάννινα, πληροφορηθήκαμε ότι επρόκειτο εκείνες τις ημέρες να εκτοπιστούν οι Σανταίοι, εάν δεν παραδίδονταν οι ένοπλοι αντάρτες της Σάντας, και ότι προσεχώς θα περνούσε από εκεί, κατευθυνόμενος στη Σάντα, ένας ανώτερος αξιωματικός με ανάλογη δύναμη στρατού για σχετική σύσταση και υπόδειξη στους αντάρτες να παραδοθούν.
Πράγματι, μετά από δύο ημέρες έφτασε ένας ανώτερος αξιωματικός (δεν θυμάμαι αν ήταν ταγματάρχης ή συνταγματάρχης) συνοδευόμενος από 5–6 κατώτερους αξιωματικούς και 20 περίπου στρατιώτες. Αυτοί φιλοξενήθηκαν στην ενορία Σιαμανάντων και στην οικία Χ. Παναγιωτίδη αμέσως, όπως ήταν επόμενο, σφάχτηκαν τα απαραίτητα (κότες και πρόβατα) και ετοιμάστηκαν πλούσια φαγητά. Όλη αυτή τη φροντίδα και τη στη συνέχεια αυτής, ακολούθησε και άλλη επίσκεψη στρατού όπως θα δούμε παρακάτω, καθώς και τη μέριμνα για την υποδοχή των γυναικόπαιδων της Σάντας που έφτασαν έπειτα, την ανέλαβαν οι εξής: οι 2 ιερείς παπα-Κωνσταντίνος και παπα-Χρήστος, Αντώνιος Κωτίδης (μουχτάρης;), Αχιλλεύς Φιρτινίδης, Κωνσταντίνος Κεϊβανίδης, Ιωάννης Παπαδόπουλος (ο Νάνων), Σταύρος Χαραλαμπίδης (όλοι μη ευρισκόμενοι σήμερα στη ζωή) και οι αδελφοί Ιωακείμ και Γεώργιος Πιτσαλίδη, χρησιμοποιώντας και εμένα ως βοηθό, ελλείψει ενηλίκων ανδρών δεδομένου ότι όλοι ήταν φυγόστρατοι.
Στα της παρασκευής των φαγητών προΐστατο η μακαρίτισσα Ανθή Κ. Κεϊβανίδου βοηθούμενη από άλλες γυναίκες. Από το τραπέζι που ήταν πλουσιότατο δεν έλειπε, όπως ήταν επόμενο, και το πολυπόθητο ούζο που ήταν απαγορευμένο. Κατά την ώρα του ποτού ο συνταγματάρχης συζητώντας είπε ότι εάν οι αντάρτες δεν καταθέσουν τα όπλα, δίχως άλλο θα εκτοπιστούν τα γυναικόπαιδα. Οι δικοί μας όμως, εκτός του Αχ. Φιρτινίδη, δεν φαντάζονταν ότι είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί η απειλή αυτή. Την επομένη έφυγαν για τη Σάντα αφού μας ευχαρίστησαν και αφού προσφέρθηκαν να πληρώσουν τα γενόμενα έξοδα υποδοχής! Φυσικά η ύπουλη προσφορά τους δεν έγινε αποδεκτή.
Αυτοί μετά από τέσσερις ημέρες επέστρεψαν. Στο τραπέζι που γευμάτιζαν και έπιναν είπαν δια του συνταγματάρχου ότι μετά από μία εβδομάδα θα γυρίσουν πάλι με δύναμη στρατού και, επειδή η Κρώμνη κατ' επανάληψη υποβάλλεται σε αγγαρείες και κόπους, οι μεν αξιωματικοί θα διέλθουν δια της Κρώμνης, ο δε στρατός δια της Ίμερας για να κατευθυνθούν εκ νέου στη Σάντα. Η δήλωση αυτή όπως ήταν επόμενο στενοχώρησε τους δικούς μας και ο μακαρίτης Αχ. Φιρτινίδης παρατήρησε στον συνταγματάρχη ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος χωρισμού των αξιωματικών και στρατιωτών, διότι η Ίμερα δεν είναι δυνατόν να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις και εν γένει στις ανάγκες του στρατού ελλείψει επαρκών τροφίμων και κατάλληλων οδών. Την άποψη του Φιρτινίδη υποστήριξε και ο παρευρισκόμενος μουδίρης Κρώμνης (υποέπαρχος) Ισεΐν εφέντης, αντιληφθείς τη σκοπιμότητα της επιμονής του. Διότι πράγματι ποιος μπορούσε να εγγυηθεί ότι ένας στρατός από 300–400 άνδρες άνευ αξιωματικών, και σε εποχή μάλιστα κατά την οποία ο ελληνικός στρατός έδινε μάχες κοντά στην Άγκυρα, δεν θα προέβαινε σε παρεκτροπές και βιαιοπραγίες σε βάρος ενός αμιγώς ελληνικού χωριού στο οποίο ίχνος κρατικής εξουσίας δεν υπήρχε; Ενώ αντιθέτως παρεκτροπές στην Κρώμνη δεν ήταν δυνατόν να γίνουν λόγω αφενός της παρουσίας των αξιωματικών και αφετέρου της εκεί ύπαρξης τοπικής κρατικής εξουσίας, ήτοι μουδίρη και Σταθμάρχου χωροφυλακής, ευμενώς διακειμένων αμφοτέρων προς το ελληνικό στοιχείο. Τελικώς εισακούστηκε και όταν μετά από τριήμερο έφτασαν εξοπλισμένοι άριστα με μυδραλιοβόλα και χειροβομβίδες (αυτά θεωρούνταν τότε πλήρης οπλισμός) φιλοξενήθηκαν όπως και πρότερον. Εφοδιασθέντες δε με ποσότητα τροφίμων αναχώρησαν για τη Σάντα προς καθυποταγή ή μάλλον προς σύλληψη των ανταρτών, όπως έλεγαν. Επρόσθεσε δε ότι θα αφιχθούν και ένοπλοι ομάδες εθελοντών και, ως αποτελούντες και αυτοί τμήμα του τακτικού στρατού, πρέπει να τύχουν της ίδιας περιποίησης και τροφοδοσίας όπως έτυχε ο τακτικός στρατός.
Πράγματι στις 6 Σεπτεμβρίου, ημέρα Δευτέρα, έφτασαν 76 τέτοια καθάρματα, απόφοιτοι όλοι εγκληματικών φυλακών πάνοπλοι, προοριζόμενοι να μεταβούν στη Σάντα προς ενίσχυση του στρατού που μαχόταν για την καθυποταγή των ανταρτών. Αυτοί αφού έφαγαν, κατά την αναχώρησή τους προέβησαν σε λεηλασίες των ακραίων ενοριών. Μετά τη λεηλασία δε, οι εν λόγω ληστές κατά τη διανομή συνεπλάκησαν παρά τον Άγιο Ζαχαρία με αποτέλεσμα να αλληλοφονευθούν και να τραυματισθούν πολλοί εξ αυτών και, αντί να μεταβούν στη Σάντα, τράπηκαν σε διάφορα χωριά της περιφέρειας Ματσούκας όπου και συνελήφθησαν για να εγκλεισθούν και πάλι στις φυλακές. Την 10η Σεπτεμβρίου κατά το απόγευμα έφθασε στην Κρώμνη, προερχόμενος εκ Σάντας, ο προαναφερθείς αποσπασματάρχης Μπαχρή εφέντης και ανήγγειλε ότι ακολουθεί ο στρατός συνοδεύοντας τα γυναικόπαιδα της Σάντας. Εδώ σημειώνω ότι ο ανθυπολοχαγός αυτός προσέφερε πολλές εκδουλεύσεις στην Κοινότητα Κρώμνης προς αντιμετώπιση πολλών ζητημάτων, επιδείξας συνάμα εξαίρετη και ανθρωπιστική διαγωγή προς τα γυναικόπαιδα, προλαμβάνοντας ουκ ολίγα έκτροπα.
Αμέσως συνήλθαν οι προαναφερθέντες πρόκριτοι και αποφάσισαν τη συλλογή τροφίμων και την εξεύρεση χώρου προς καταυλισμό των γυναικόπαιδων.
Και όσον αφορά το ζήτημα της στέγασης, τούτο δεν απασχόλησε πολύ την επιτροπή, δεδομένου ότι υπήρχαν πολλά σπίτια και καταστήματα άδεια, δυνάμενα να στεγάσουν άνετα όλα τα γυναικόπαιδα. Το ζήτημα όμως της τροφοδοσίας ανέκυψε οξύτατο, αφενός λόγω της κατ' επανάληψη διέλευσης αποσπασμάτων στρατού καθώς και της γενομένης λεηλασίας, και αφετέρου λόγω του γεγονότος ότι όλοι, προκειμένου να κατέλθουν στην Τραπεζούντα κατά τον Σεπτέμβριο όπως πάντοτε, δεν μερίμνησαν πλέον για προμήθεια σίτου. Βεβαίως υπό τις συνθήκες αυτές δεν ήταν εύκολη η αντιμετώπιση της τροφοδοσίας 300–400 στρατιωτών και 800 περίπου γυναικόπαιδων. Και όμως, η διακρίνουσα τον λαό των μερών μας, καθώς και όλους τους Έλληνες που ζουν υπό ξένο ζυγό, φιλοπατρία και εθνική αλληλεγγύη, ως δια μαγείας έλυσε το πρόβλημα. Διαταχθείς ο υποφαινόμενος από την επιτροπή, περιήλθα τους φούρνους 1) Κεϊβανίδη, 2) Ασιατίδη, 3) Γραμματικοπούλου και 4) Φουντοπούλου και παράγγειλα κατ' εντολή αυτής να στείλουν όσα ψωμιά έχουν. Και προς τιμήν όλων, σε διάστημα μιας ώρας όλοι μετέφεραν με δικά τους μέσα τα ψωμιά, θέτοντας αυτά καθώς και τον εαυτό τους στη διάθεση της επιτροπής. Άλλη ομάδα εκ των προαναφερθέντων ανδρών και γυναικών, σε διάστημα λιγότερο της ώρας, συγκέντρωσε διάφορα είδη τροφίμων, ήτοι πλιγούρι, πασκιτάνι, βούτυρο, καϊμάκι, καβουρμά, αυγά κ.λπ. και αμέσως επιδόθηκε στην παρασκευή φαγητών σε διάφορα μεγάλα καζάνια που ευτυχώς υπήρχαν.
Μετ' ολίγον, ειδοποιηθείσα η επιτροπή περί της άφιξης του επιτελείου, έσπευσε σε προϋπάντησή τους και ωδήγησε αυτούς προς στέγαση στην οικία Ζαΐμη. Εκεί, άμα τη αφίξει και του συνταγματάρχου, έγινε δεκτή η επιτροπή έχουσα επί κεφαλής τον μουδίρη και παρακάλεσε αυτόν όπως δώσει τις δέουσες διαταγές για ελεύθερη κυκλοφορία των μελών και βοηθών της επιτροπής για την τροφοδοσία τόσο του στρατού όσο και των γυναικόπαιδων, διότι όπου να 'ναι έφτανε η νύχτα και δεν επιτρεπόταν η κυκλοφορία σε κανέναν. Δυστυχώς τα πράγματα άλλαξαν. Και όσον μεν αφορά την τροφοδοσία του στρατού και των αξιωματικών, είπε ότι είναι ζήτημα δικό του και θα το κανονίσει όπως ξέρει ο ίδιος. Όσον δε για την τροφοδοσία των γυναικόπαιδων, δήλωσε ότι ούτε συζήτηση μπορεί να γίνει, διότι πρόκειται περί ομήρων και ως τοιούτοι θα τύχουν ανάλογης περιποίησης μόνο από τον στρατό, απαγορευμένης αυστηρώς της υπό των κατοίκων συλλογής και προσφοράς οιωνδήποτε τροφίμων. Μη δεχθείς δε άλλη κουβέντα, συνέστησε σε έναν αξιωματικό να μεταβεί με την επιτροπή και να ρυθμίσει το ζήτημα της διανομής φαγητού στους στρατιώτες, τα δε γυναικόπαιδα επ' ουδενί λόγω να κατέβουν στην κάτω ενορία αλλά να εξευρεθεί τόπος στέγασής τους πέριξ του σχολείου της Μεταμορφώσεως.
Το τραγικό πέρασμα των εξόριστων Σανταίων από την Κρώμνη του Ζαχαρία Μουσικίδη «Ένα απ’ τα πολλά δείγματα της εθνικής αλληλεγγύης» Κατόπιν της τοιαύτης απάνθρωπης στάσης του συνταγματάρχου, η επιτροπή επελήφθη της στέγασης των γυναικόπαιδων σύμφωνα με την εντολή αυτού στην ύπερθεν του σχολείου Συνοικία. Και η επιτροπή με τον αξιωματικό μεταβήκαμε και του παραδώσαμε τα για τον στρατό και τους αξιωματικούς απαιτούμενα τρόφιμα, ο δε μακαρίτης παπα-Κωνσταντίνος παραλαβών εμένα μεταβήκαμε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και πήραμε όλα τα κηριά, περίπου 8–10 οκάδες, προς διανομή στα γυναικόπαιδα για τον φωτισμό των καταυλισμάτων. Επιστρέψαντες δε στον τόπο της συγκέντρωσης των τροφίμων (αλώνι κάτωθι της οικίας Χ. Παναγιωτίδη), παραλάβαμε καθ' υπόδειξη του προαναφερθέντος Μπαχρή εφέντη (δήθεν για τους στρατιώτες του) ψωμιά μέσα σε καλάθια και φορτωθέντες ξεκινήσαμε για τη συνάντηση και στέγαση των γυναικόπαιδων. Καθ' οδόν εγώ και ο μουδίρης προπορευθήκαμε και στον μύλο Φουντοπούλου συναντήσαμε τα γυναικόπαιδα, των οποίων προπορευόταν ένας αιμοχαρής επιλοχίας. Αμέσως ο μουδίρης του είπε ότι κατά διαταγή του συνταγματάρχου πρέπει να γυρίσουν πίσω διότι θα στεγασθούν στην παραπάνω συνοικία. Ο ελεεινός αυτός συνοδός των γυναικόπαιδων, άγνωστο γιατί, άρχισε να χτυπά στα κεφάλια των γυναικόπαιδων μια γερή βέργα που είχε. Ο μουδίρης συνέστησε ψυχραιμία στον κακούργο επιλοχία για να προλάβει δήθεν χειρότερα. Πλην όμως το κτήνος, στραφέν προς αυτόν, του κατάφερε ένα ισχυρό ράπισμα. Σε διαμαρτυρία του και παρατήρηση ότι είναι ο μουδίρης της περιφέρειας, δέχθηκε και δεύτερο ισχυρότερο του πρώτου ράπισμα, εξ ου υποστάς νευρικό κλονισμό έπεσε στα χέρια μου τρέμων και συνήλθε μετά την μετ' ολίγον άφιξη και των υπολοίπων. Όσοι επέζησαν εκ των γυναικόπαιδων εκείνων θα ενθυμούνται ασφαλώς την απαίσια εκείνη σκηνή, διότι το κτήνος και μετά τα ραπίσματα εξακολουθούσε τους ραβδισμούς επί των κεφαλών των αθώων γυναικόπαιδων. Μετά την απομάκρυνση παρά τον ανήφορο του σχολείου των γυναικόπαιδων, φάνηκε κατερχόμενη εκ του σχολείου η συνοδεία των εκτοπιζομένων ανδρών. Μόλις είδα τη συνοδεία, η πρώτη μου προσπάθεια ήταν να συμβαδίζω με τον ανθυπολοχαγό Μπαχρή εφέντη για να έχω την ευχέρεια να βρεθώ πλησίον της συνοδείας με τον απώτερο σκοπό να γνωρίσω κανέναν από τους Σανταίους συμμαθητές μου ή και άλλους γνωστούς. Λόγω όμως της σχετικής απόστασης και του σκότους δεν γνώρισα κανέναν. Τους μέτρησα, ήταν 54 και τους φύλαγαν 24 στρατιώτες φέροντες εκτός του όπλου τους και χειροβομβίδα. Αυτοί μεταφέρθηκαν και εγκλείσθηκαν στην εν τη ενορία Σιαμανάντων οικία Φελεκίδων φρουρούμενοι αυστηρώς. Εγώ με τον ανθυπολοχαγό φτάσαμε στα σπίτια των Λαζαρίδη και Λαμπριανίδη, τις πόρτες των οποίων σπάσαμε με σκαπάνες βοηθούμενοι και υπό στρατιωτών κατόπιν διαταγής του ανθυπολοχαγού προς στέγαση των γυναικόπαιδων. Τα κηριά που είχα μαζί μου έδωσα στα γυναικόπαιδα για να κατορθώσουν να τακτοποιηθούν μέσα στα σπίτια, τα ψωμιά όμως έγιναν ανάρπαστα από τους στρατιώτες οι οποίοι πραγματικά πεινούσαν και έτσι δεν κατορθώσαμε να δώσουμε ούτε ένα ψωμί στα γυναικόπαιδα. Εκεί έμαθα ότι μεταξύ των 54 ανδρών βρισκόταν και ο φίλος μου Ευριπίδης Χειμωνίδης, τον οποίο όπως ανωτέρω γράφω δεν κατάφερα να γνωρίσω κατά τη διέλευσή του.
Μαζί με τα γυναικόπαιδα ήταν ένας γέροντας παπάς, Δημήτρης λεγόμενος. Δεν μιλούσε και καλά την τουρκική. Όταν δε μετ' ολίγον, κατόπιν συστάσεως των στρατιωτικών, επρόκειτο να φύγουμε, παρουσιάστηκε στον ανθυπολοχαγό και του λέει τα εξής: «Μπαχρή εφέντη, τι θα γίνει; Το μοσχάρι μου είναι πεινασμένο, σε παρακαλώ να με εξοικονομήσεις λίγο χόρτο!». Ο ανθυπολοχαγός, ο οποίος όπως ανωτέρω ανέφερα μιλούσε την ελληνική, όπως ήταν και κουρασμένος, του λέει: «Αχ παπούλη, εδώ καράβια χάνονται και σύ βαρκούλα πού πάς; Λένε στο χωριό μας. Πού να βρεθεί τέτοια ώρα χόρτο;» Και στραφείς σε μένα με παρακάλεσε να εξοικονομήσω λίγο χόρτο για το μοσχάρι του παπά. Πού όμως; Θυμήθηκα πως κάτω στον μαχαλά των Αλχαζάντων την ημέρα αλώνιζαν (εκεί αργά γίνεται ο αλωνισμός) και πήρα τον παπά και πήγαμε εκεί κάτω. Βρήκαμε το αλώνι σκεπασμένο με κάτι κιλίμια κ.λπ., πήραμε ένα τέτοιο στρώμα, το γεμίσαμε άχυρο ανακατεμένο με καρπό και γυρίσαμε πίσω στον καταυλισμό, όπου όμως δεν βρήκα την παρέα μου διότι διατάχθηκαν να φύγουν. Ευτυχώς οι στρατιώτες ήταν παρόντες όταν ξεκίνησα με τον παπά για το αλώνι και έτσι μου υποδείχθηκε να φύγω, αλλιώς θα υπήρχε κίνδυνος να με κρατήσουν εκεί. Έφυγα, αλλά μέχρι να βρεθώ στο σπίτι μου είδα κι έπαθα. Έκανα ολόκληρη διαδρομή για να αποφύγω τους σκοπούς και βρέθηκα στο σπίτι μου κατά τις 3 τα μεσάνυχτα. Ποτέ δεν ξεχνώ αυτή μου την ταλαιπωρία και την ιστορία του παπά. Έτυχε μια φορά να έρθει εδώ στο Γραφείο του Μικτού Συμβουλίου Χαλδίας (υπηρεσία Ανταλλαγής), του οποίου ήμουν ο Γραμματεύς, και τον γνώρισα και τα είπαμε. Διέμενε τότε, αν δεν απατώμαι, στην περιφέρεια Νιγρίτης. Δεν ξέρω αν ζει, πάντως αν ζει θα είναι υπέργηρος.
Την επομένη λίαν πρωί βγήκα απ' το σπίτι για να κατορθώσω να ιδώ τον φίλο μου Ευριπίδη Χειμωνίδη. Πράγματι τον είδα στο παράθυρο. Η επικοινωνία όμως με τους άνδρες απαγορευόταν, γι' αυτό και χρησιμοποίησα για τον σκοπό αυτόν τον ανθυπολοχαγό και τον σταθμάρχη χωροφυλακής Κρώμνης Σαφίτ μπέη και τους παρακάλεσα όπως φροντίσουν για να δώσω ένα ψωμί και καπνό στον Ευριπίδη. Κάλεσε αμέσως ο ανθυπολοχαγός τον επιλοχία και του είπε ότι έχει υποχρέωση να δώσει το ψωμί και τον καπνό στον Ευριπίδη, διότι κατ' επανάληψη κατά την στη Σάντα μετάβασή του φιλοξενούνταν στην οικία του και συνεπώς έχει υποχρέωση να του φανεί τώρα χρήσιμος δίνοντάς του ένα ψωμί. Και έτσι κατάφερα να δώσω το ψωμί, λίγο καπνό και τσιγαρόχαρτα. Ποιος όμως πρόλαβε να φάει από τόσους άνδρες; Και έτσι πεινασμένοι και υπό ραγδαία βροχή πήραν την άγουσα προς εξορία οδό. Μέρος απ' τα τρόφιμα που είχαν συγκεντρωθεί για τους εξόριστους φορτώθηκαν στα μουλάρια και ακολούθησαν τον στρατό. Ευτυχώς έμειναν πολλά που διανεμήθηκαν στους αφιχθέντες την επομένη υπόλοιπους Σανταίους, που υπήρξαν τυχεροί. Κατά το ολιγοήμερο διάστημα της στην Κρώμνη διαμονής τους είχαν πλήρη ελευθερία κινήσεων, σε αντίθεση με τους πρώτους, που δεν επιτρεπόταν να επικοινωνήσουν με κανέναν.
Καλαμαριά, Απρίλιος 1957 – Ζαχαρίας Μουσικίδης

Το τραγικό πέρασμα των εξόριστων Σανταίων από την Κρώμνη του Ζαχαρία Μουσικίδη «Ένα απ’ τα πολλά δείγματα της εθνικής αλληλεγγύης» Πηγή: Ποντιακή Εστία 1957

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print