Χ̆ονίγα μάνα χ̆ονίγα, χ̆ονίγα (ε)πατουλίγα. Ίσον (Τίκ) χορός Κρώμνης, Σαντάς, Ίμερας

χ̆ονίγα,πατουλίγα,Αε-Σέρ,απάν’καικά,ετυλίγα,ραχ̆ά,επέμ’ναν,αχλόγια,τέρτα̤,χώρας,σ̆ελέκ,εκαπατεύτα,επουγαλεύτα,γώγος,πετρίδης,ποντιακά,τραγούδια,κρώμνη,ίμερα,σαντά,τίκΧ̆ονίγα μάνα χ̆ονίγα
χ̆ονίγα πατουλίγα
σον Αε-Σέρ απάν’ καικά
τ’ αρνόπο μ’ ετυλίγα

Ακούστε την εξαιρετική εκτέλεση του χορού από τον Γώγο Πετρίδη στη λύρα και στο τραγούδι

ποντιακή,λαογραφία,τραγούδια,χοροί,ίμερας,σάντας,σαντάς,κρώμνης,πόντου,λύρα,τίκΑκείν’ τα πέρα τα ραχ̆ά
πως επέμ’ναν αχλόγια ;
εμέν’ έφαγαν τα τέρτα̤
και τη χώρας τα λόγ͜ια

Όντες κρούς τον ανέφορο
το σ̆ελέκ φορτωμέν’τσα
κάποτε ν΄ετυχαίνα 'σε
ναι σ̆κύλ’ αφορισμέν’τσα

ο Στάθης Ευσταθιάδης δίνει άλλη εκδοχή στο παρόν δίστιχο :

Όντες κρούς τον ανέφορο
το σ̆ελέκ φορτωμέν’τσα
άλλο ‘κ̆’ είδαν τ’ ομματόπα μ’
αοίκ’σαν φωταγμέντσαν

Τα ραχ̆όπα εχ̆ονίγαν
κι εγώ-ν’ εκαπατεύτα
ας ση μάνας-ισ’ τα λόγ͜ια
εγώ-ν’ επουγαλεύτα

Λεξιλόγιο
• χ̆ονίγα = χιονίστηκα – σκεπάστηκα από χιόνι
• πατουλίγα /πατούλια ονομάζονται οι νυφάδες του χιονιού, εννοεί ότι σκεπάστηκε απ’ τις νυφάδες του χιονιού που ως γνωστόν στον Πόντο το χιόνι πάντα έπεφτε και πέφτει ακόμη πολύ παχύ
• Αε-Σέρ = Άγιος Σέργιος (τοποθεσία στα υψίπεδα της Κρώμνης όπου και το ομώνυμο παρεκκλήσιο του Αγίου Σεργίου)
• απάν’ καικά = προς τα κάτω
• ετυλίγα = κυριολεκτικά σημαίνει τυλίχτηκα, στο τραγούδι σημαίνει παντρεύτηκα (στεφανώθηκα)
• ραχ̆ά = βουνά
• επέμ’ναν = απόμειναν
• αχλόγια = α-χλόη = δίχως χλόη
• τέρτα̤ = ντέρτια, βάσανα, καημοί
• χώρας = των ξένων (τη χώρας τα λόγι͜α = τα λόγια του κόσμου)
• κρούς = κυριολεκτικά σημαίνει χτυπάς, στο τραγούδι το κρούγω τον ανέφορον έχει την έννοια ότι πήρα την απόφαση να κάνω κάτι σωματικά οδυνηρό (δύσκολο). Πράγματι ήταν πάρα πολύ δύσκολη και επίπονη εργασία να είναι φορτωμένη η κοπέλα με το βαρύ σ̆ελέκ στην πλάτη και να είναι αναγκασμένη να ανέβει (να χτυπήσει) τον ανηφορικό δρόμο ώστε να φτάσει στο σπίτι της
• σ̆ελέκ = φόρτωμα χόρτων ή ξύλων το οποίο κουβαλούσαν στην πλάτη δεμένο με μεγάλο σχοινί
• εκαπατεύτα = σκεπάστηκα (εκαπατεύτα ας σο χ̆όν’ = σκεπάστηκα απ’ το χιόνι)
• επουγαλεύτα = βαρέθηκα, αγανάκτησα

Όπως βλέπετε, παραλείπω τη φράση που είναι δυσνόητη (παλιά εγγραφή-θόρυβος κτλ). Εάν γνωρίζει κάποιος, μπορεί να συμπληρώσει ως σχόλιο τη φράση που λείπει. Παρόλα ταύτα ο κ.Στάθης Ευσταθιάδης στο βιβλίο του "Τα τραγούδια του Ποντιακού Λαού", δίνει μια άλλη εκδοχή στο παρόν δίστιχο την οποία συμπεριλαμβάνω. Στο παραπάνω βίντεο μας, Ίσον (Τίκ) χορός της περιφέρειας Κρώμνης, Ίμερας & Σαντάς, το οποίο σας προτείνουμε να ακούσετε, παίζει λύρα και τραγουδά ο Γώγος Πετρίδης.

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ