Οι Άγιοι Πέντε Μάρτυρες της Σεβαστείας του Πόντου Ευγένιος, Μαρδάριος, Αυξέντιος, Ορέστης και Ευστράτιος (13 Δεκεμβρίου)
Τω αυτώ μηνί Δεκεμβρίω ΙΓ΄(13), μνήμη των αγίων μαρτύρων Ευστρατίου, Αυξεντίου, Ευγενίου, Μαρδαρίου και Ορέστου.
»» Τον Ευστράτιον και συνάθλους δίς δύω,
»» Άπαξ δύω κτείνουσι πύρ τε και ξίφος.
»» Τούς γε σύν Ευστρατίω δεκάτη Τρίτη έκτανεν άορ.
Ούτοι οι άγιοι ήσαν κατά τους χρόνους Διοκλητιανού και Μαξιμιανού των ασεβών βασιλέων και Λυσίου Δουκός επιτροπεύοντος της επαρχίας Λιμιτανέων(1) και Αγρικολάου διοικούντος όλην την επαρχίαν της Ανατολής εν έτει σyστ (296). Άνωθεν δε από τους προγόνους των εσέβοντο μεν τον Χριστόν, εκπρύπτοντο δε ότι είναι χριστιανοί δια τον φόβον των τυράννων και διωκτών. Από τούτους λοιπόν ο μεν άγιος Ευστράτιος κατήγετο από την πόλη των Αραβράκων, κατά δε την αξία ήτο Σαρινιάριος της Δουκικής Τάξως και εις αυτήν είχε τα πρωτεία(2). Οι Άγιοι Πέντε Μάρτυρες της Σεβαστείας: Ευγένιος, Μαρδάριος, Αυξέντιος, Ορέστης και Ευστράτιος. Επειδή δε ούτος επεθύμει να ομολογήσει παρρησίαν την εις Χριστόν πίστιν εφοβείτο δε το άδηλον της εκβάσεως διά τούτο, τι κάμνει; δίδει την ζώνην του εις έναν υπηρέτην, και τον προστάζει να υπάγει στην εκκλησία των Αραβράκων και να την αποθέσει εκεί, τούτο συλλογισθείς ότι, ει μεν ο Πρεσβύτερος Αυξέντιος έμβη εις την εκκλησίαν και λάβη την ζώνην εις χείρας του, βέβαια είναι σημείον ότι κατά το θέλημα του Θεού θέλει γείνη η ομολογία του, όθεν και πρέπει να μη φοβηθή κανέν βάσανον, αλλά με θάρρος να παρασταθή εις τον άρχοντα και με παρρησία να ομολογήση εαυτόν χριστιανόν. Αν δε άλλος τις ιερεύς ή εκκλησιαστικός λάβη την ρηθείσαν ζώνην του, είναι σημείο ότι πρέπει ακόμα να έχει εις το κρυπτόν την εις Χριστόν πίστιν, χωρίς να τολμήσει να παρουσιασθή. Επειδή δε ο Πρεσβύτερος Αυξέντιος έλαβε την ζώνην, υπέλαβεν ο άγιος ότι καλώς θα αποβή εις αυτόν η ομολογία της πίστεως(3). Επειδή λοιπόν ο μάρτυς είχεν αξίωμα, πρώτος αυτός να παριστά εις το κριτήριον τους αγίους μάρτυρας διά τούτο ομού με εκείνους παρέστη και αυτός έμπροσθεν του Λυσίου και πρώτον τον εαυτό του ονομάζει χριστιανόν όθεν παρά του τυράννου στερείται την ζώνην, ήτις ήτο του αξιώματος του σημείον, και γυμνωθείς εξαπλώνεται κατά γης και δέρεται. Έπειτα δεθείς με σχοινία κρεμάτε υψηλά και κατακαίεται από το πυρ όπερ ήτο υποκάτω αυτού εστρωμένον, έπειτα ραίνουσιν επάνω εις τα φλεχθέντα μέλη του όξος ομού με άλας και με τα τούβλα κατατρίβουσι τας πλευράς του. Επειδή δε δια θαυματουργίας έμεινε όλος υγιής τούτου χάριν είλκυσε εις την πίστιν του Χριστού τον Άγιον Ευγένιον, όθεν και αυτός παρρησία ομολογεί τον Χριστόν, λέγων ότι είναι σύμφωνος με τον Άγιον Ευστράτιον και προσφέρει λατρεία και σέβας εις το παρά του Ευστρατίου σεβόμενον Θεόν. Τούτο δεν βλέπω ο Λυσίας προστάζει να καρφώσωσι τους πόδας του Αγίου Ευστρατίου με σιδηρά υποδήματα και να βιάζωσιν αυτόν να τρέχει από την πόλη της Σεβαστείας έως την Νικόπολιν (ίσως της Αρμενίας). Εν τω μεταξύ δε τούτω ειδών ο Μαρδάριος τον Άγιον Ευστράτιον ούτως ατίμως βασανιζόμενον, τον πρώην όντα περιφανή και ένδοξον, εμακάρισεν αυτόν δια την υπομονή και μεγαλοψυχία του ότι δια την εις Χριστόν πίστιν και αγάπην από την προτέραν περίβλεπτον αξίαν ην είχεν ήλθεν εις τοιαύτην ελεεινή κατάστασιν, και ότι ενώ ήτο ένδοξος και λαμπρός κατά το γένος, επροτίμησε να πάσχη δια τον Χριστόν τα των κακούργων βάσανα. Όθεν ο αοίδιμος σύμβουλον λαβών εις τούτο την γυναίκα του, η οποία παρεκίνει αυτόν εις το μαρτυρίον, αφιέρωσεν πρώτον αυτήν και τα τέκνα του εις τον Θεόν, έπειτα τρέχει και φθάνει εις τον δρόμον τον άγιον Ευστράτιον και ομού με αυτόν δένεται ως κατάδικος. Ότε δε ο Λυσίας εκάθισε δια να κρίνη τους αγίους τότε πρώτος άγιος Αυξέντιος απεκεφαλίσθη, επειδή ονόμασε εαυτόν χριστιανόν, δεύτερος ο Άγιος Μαρδάριος τρυπηθείς εις τους αστραγάλους εκρεμάσθη κατακέφαλα και με σούβλας οξείας και πεπυρωμένας κατακαίεται εις τα όπισθεν μέρη της κεφαλής και εν μέσω ταύτης της βασάνου παραδίδει την ψυχήν του εις χείρας Θεού.
Τρίτος ο Άγιος Ευγένιος αποκόπτεται την γλώσσαν και συντρίβεται εις τα σκέλη με ραβδία χονδρά και εν μέσω των βασάνων τούτων παραδίδει και αυτός την ψυχή του εις τον Θεόν. Ο δε άγιος Ορέστης επειδή ενώ έρριπτε το βέλος εις το σκόπευμα εφάνη ο χρυσούς σταυρός τον οποίον είχε κρεμασμένον εις το λαιμόν του υπό τα ενδύματά του και εκ τούτο εγνωρίσθη ότι είναι χριστιανός δια τούτο ηρωτήθη από τον Λυσίαν, τι είναι. Ο δε μάρτυς απεκρίθη ότι είναι δούλος Χριστού, όθεν εδέθη ομού με τον Άγιον Ευστράτιον και επέμφθησαν και οι δύω εις τον Αγρικόλαον διότι ενόμισε συμφέρον ο Λυσίας εις εαυτόν το να πεμφθή εκεί ο άγιος Ευστράτιος, και διότι εφοβείτο την εν λόγοις σοφίαν του αγίου Ευστρατίου και δύναμη με την οποία εστηλίτευσε και ενέπαιξε και αυτόν τον Λυσίαν και την θρησκεία των Ελλήνων (εν γένει των ειδωλολατρών) και έδειξεν εις όλους φανερά την αλήθεια και ίνα μη πάλιν θαυματουργήσει και ελκύσει πολλούς εις την του Χριστού πίστιν. Ότε λοιπόν παρεστάθη εις τον Αγρικόλαον ο άγιος Ευστράτιος, όχι μόνον εστηλίτευσε και επόμπευσεν όλην την απάτην της ελληνικής πλάνης (ειδωλολατρίας) από τους ιδίου σοφούς των Ελλήνων, διότι ήτον άκρος εις την μάθησιν τούτων, αλλά και διηγήθη όλην την οικονομίαν της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου, και δια τούτων εξέπληξεν τον τύραννον. Όθεν ερρίφθη εις την φυλακήν, εκεί δε ευρισκόμενος εκοινώνησε τα Θεία Μυστήρια από τον επίσκοπο της Σεβάστειας Άγιο Βλάσιον, εις τον οποίον και ενεχείρισεν ο μάρτυς την διαθήκην ήν έκαμε διατάσσων πώς να οικονομηθώσι τα πράγματά του μετά το αυτού μαρτύριον. Τέταρτος δε ο άγιος Ορέστης απλωθείς επάνω εις ένα κράββατον σιδηρούν και πεπυρωμένον παρέδωκε το πνεύμα του των Κυρίω. Πέμπτος δε και τελευταίος ο άγιος Ευστράτιος βληθείς εις ηναμμένην κάμινον παρέδωκε και αυτός την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού και ούτως έλαβον και οι πέντε τους του μαρτυρίου αμαραντίνους στεφάνους. Η δε σύναξις αυτών τελείται εν τω σεπτώ ναώ του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου, πλησίον της αγιωτάτης Μεγάλης Εκκλησίας. Τον κατά πλάτος βίον των Αγίων όρα εις τον «Παράδεισον». Τούτον δεν συνέγραψε ελληνιστί ο Μεταφραστής ου η αρχή: «Βασιλεύοντος Διοκλητιανού». Σώζεται δε εν τη Μεγίστη Λαύρα και εν τη των «Ιβήρων» και εν άλλαις μονές του Αγίου Όρους. Δεν δύναμαι να σιωπήσω το χαριέστατον θαύμα όπερ ενήργησαν οι Άγιοι ούτοι πέντε μάρτυρες εις ένα μετόχιον της εν Χίω νέας μονής τιμώμενον εις το όνομα των πέντε τούτων αγίων Μαρτύρων, καθώς διηγείται τούτο ο ευλαβής εκείνος Νικόλαος ο Μαλαξός ο πρωτοπαπάς του Ναυπλίου. Όθεν συντόμως αναφέρω τούτο εδώ χάριν των φιλοχρίστων. Το μετόχιον αυτό προμηθείται και κυβερνάται εις όλα τα χρειώδη και αυτής της ετησίου μνήμης των αγίων από το διαληφθέν μοναστήριον της αγίας μονής, συνέβη δέ ποτέ να γίνει σφοδρότατος χειμών κατά την εορτή των αγίων, ώστε από της πολλής χιόνος όχι μόνο δεν ηδυνήθησαν να καταβώσιν οι πατέρες του μοναστηρίου και να φέρουσι τα χρειώδη εις την εορτήν κατά την συνήθειαν, αλλ’ ουδέ οι άνθρωποι της χώρας ημπόρεσαν να έλθωσιν εις την εκκλησίαν διά την υπερβολήν του ψύχους. Αλλ’ εις μεν τον εσπερινόν ήλθον τινές εις δε τον όρθρον μόνος ο εφημέριος υπήγεν εις την εκκλησίαν και ανάψας τας κανδήλας έκρουσεν το σήμαντρον και έκαμε «ευλογητόν» δια να αναγνώσει την ακολουθία. Τότε παρευθύς ιδού βλέπει πέντε ανθρώπους ευπρεπείς και ευτάκτους εμβάντας ευλαβώς εις τον ναόν, οι οποίοι από μέν το ήθος και το σχήμα εφαίνοντο ότι είναι ξένοι άνθρωποι, από δε το πρόσωπον εφαίνοντο κατά πάντα όμοιοι με τους πέντε ένδοξους τούτους μάρτυρας Ευστράτιον λέγω Αυξέντιον. Ευγένιον, Μαρδάριον και Ορέστην, καθώς φαίνονται εζωγραφισμένοι εις τας εικόνας των. Αφ’ ού δε εμβήκαν εις την εκκλησίαν, οι μεν δύω εστάθησαν εις το δεξιόν χορόν, οι δε άλλοι δύω εστάθησαν εις τον αριστερόν και ο πέμπτος ο οποίος ομοίαζεν με τον άγιο Ορέστη εστάθη εις το αναλογείον και όταν ήλθε η ώρα εκανονάρχει και ανεγίνωσκεν με λαμπρά και καθαράν φωνήν. Οι δε άλλοι τέσσαρες οι ιστάμενοι από το δεξιόν και αριστερόν χορόν ως είπομεν έψαλλον με φωνήν γλυκυτάτην και λιγηράν τα ιερά άσματα. Ταύτα δε βλέπων και ακούων ο ιερεύς έχαιρε μεν καθ’ εαυτόν και εδόξαζε τον Θεόν όστις έστειλεν αυτούς βοηθούς της ακολουθίας, ενώ δεν ήτο κανείς άλλος βοηθός, εξίστατο δε και εθαύμαζεν και δια την ομοιότητα αυτών προς την εικόνα των αγίων και δια την ευπρέπειαν και ορθότηταν και χάριν της αναγνώσεως των και δια την γλυκυτάτην μελωδίαν της φωνής των. Όθεν ευρίσκετο εις απορία, ποιοι τάχα ήσαν και δεν ήξερε τι να κάμη. Ότε δε έφιασεν η ώρα της αναγνώσεως του μαρτυρίου των αγίων ήλθεν εις το μέσον και ανεγίνωσκεν ο ομοιάζων με τον Ορέστην με πολλή παρρησία και λαμπρά φωνή, οι δε άλλοι τέσσαρες με πολλήν ηδονήν και προσοχήν μεγάλην ήνουον τα αναγινωσκόμενα. Όταν δε έφθασεν αναγινώσκων εις το μέρος όπου λέει ότι επρόσταξεν ο Αγρικόλαος να φερθή μία κλίνη σιδηρά πεπυρωμένη και επ’ αυτής να απλωθεί ο άγιος Ορέστης και ότι ούτος φερόμενος εις την κλίνην εδειλίασε δεν είπε καθώς ήταν γεγραμμένο ότι εδειλίασε αλλά ήλλαξε το ρήμα και αντί να είπη εδειλίασεν, είπεν εμειδίασεν. Τούτο δε ακούσας ο ομοιάζων με τον άγιον Ευστράτιον εσήκωσε τα όμματα του και βλέπων με πολλή παρατήρησιν τον όμοιον του Ορέστου λέγει αυτώ:
«Διατί αλλάζεις στο ρήμα και δεν το λέγεις καθώς είναι γεγραμμένον; Ανάγνωσον πάλι αυτό και εκ δευτέρου, καθώς είναι». Ο δε αναγνώσας και δεύτερον πάλι ήλλαξε το ρήμα εντρεπόμενος τρόπον τινά να είπη ότι εδειλίασεν, τότε ο άγιος Ευστράτιος λέγει με μεγαλυτέραν φωνήν: «Ανάγνωσον το γεγραμμένον καθώς το έπαθες διότι δεν εμειδίασες βλέπων την κλίνην αλλ’ εδειλίασες» και ομού με τον λόγον ευθύς και οι πέντε έγιναν άφαντοι. Ο δε ιερεύς βλέπων το τοιούτον παράδοξον έμεινε άφωνος επί ώραν πολλήν. Ελθών δε εις εαυτόν ετελείωσε την ακολουθίαν ως ηδυνήθη και μετά την θεία Λειτουργία διηγήθη εις τους παρευρεθέντες χριστιανούς την φανερά οπτασίαν ταύτην και άπαντες εδόξασαν τον Θεόν τον θαυμαστούς ποιούντα τους αγίους αυτού.
(1) Λιμιτανέων. Εν τοις Μηναίοις γράφεται Λιμιτανέων τάξεως και όχι επαρχίας, η δε λέξις λιμιτάνεος εκ του λατινικού limitaneus δηλούντος τους εν τοις μεθορίοις του κράτους φυλάττοντας στρατιώτας.
(2) Σημειούμεν ενταύθα ότι τούτου του αγίου Ευστρατίου είναι πόνημα η κατανυκτική ευχή εκείνη την οποία η Εκκλησία παρέλαβε να λέγη εν τω μεσονυκτικώ κατά πάν Σάββατον, ης η αρχή «Μεγαλύνων μεγαλύνω σε Κύριε» καθώς και του αγίου Μαρδαρίου είναι πόνημα η ευχή εκείνη, ης η αρχή «Δέσποτα Θεέ πάτερ Παντοκράτορ».
(3) Σημειούμεν ενταύθα ότι το να ζητεί τις να γνωρίσει το μέλλον δια τοιούτων σημείων δεν είναι ούτε συμφέρον ούτε συγκεχωρημένον εις τον καθένα, διότι είναι σπανιότατα ταύτα και μόλις αγίοις ολίγοις ενεργηθέντα διο ουδέ νόμος γίνονται κοινός ώστε νά μιμώνται αυτόν οι πολλοί επειδή είναι σφαλερόν το τοιούτον και επικίνδυνον καθότι πολλοί παρόμοιον ποιήσαντες ηπατήθησαν και πιστεύσαντες τω μέλλοντι ως υπό Θεού δια τινων σημείων αποκαλυφθένντι εβλάβησαν και καταγέλαστοι ώφθησαν. Ου γαρ πάντα τα τοιαύτα από Θεού, πολλά δε και από τύχης ακολουθούσιν. Ημείς λοιπόν εις όλα μας τα έργα και επιχειρήματα πρέπει να ζητώμεν τούτο μόνον, το να τελειωθή εις ημάς το του Θεού ευάρεστον θέλημα εις δε τα τοιαύτα σημεία να μην προσέχουμε ίνα μή πλάνη τινί περιπέσωμεν και φανώμεν πειράζοντες τον Θεόν. Όρα και εις το ΚΔ Κεφάλαιον της Γενέσεως στίχω 14 όπου ο δούλος του Αβραάμ ηυχήθη εις τον Θεόν να τω δείξη με τινά σημεία και σύμβολα την Ρεβέκκαν, ήν έμελλεν λαβείν γυναίκαν ο Ισαάκ. Ο Θεοδώρητος όμως λέει ότι ου συμβολικώς την ευχήν εκείνην προσενήνοχεν ο δούλος ως τινες των άγαν ηλιθίων υπέλαβον ότι δεν ήσαν αυτά συμβολικά, αλλά πίστεως και ευλαβείας δηλωτικά, ομοίως δε και ο Προκόπιος και ο Άδηλος ερμηνεύουσιν ότι δεν ήτο συμβολικός ο ικέτης, αλλά τω Θεώ πιστεύσας ως πιστός ηύξατο. Με την ερμηνείαν δε αυτήν φανερόνουσιν ούτοι ότι συμβολικώς δεν πρέπει να ευχόμεθα, αλλά απλώς επειδή άλλο είναι απλώς ευχή και άλλο συμβολική ευχή, διότι η μεν τόδε τι ως αγαθόν εξαιτεί, η δε, ως έσχεν ή έχει ή έξει, εύχεται δια συμβόλου μαθείν.
Η ιερά μνήμη των Αγίων Πέντε Μαρτύρων τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας στις 13 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Αγιολόγιον Πόντου (Άγιοι και Μάρτυρες στον Πόντο καθώς και λαογραφικά θέματα γύρω απο την Εκκλησία και τους Αγίους)
Οι Άγιοι Πέντε Μάρτυρες της Σεβαστείας: Ευγένιος, Μαρδάριος, Αυξέντιος, Ορέστης και Ευστράτιος. Πηγή. Μέγας συναξαριστής του εν αγίοις Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου. Χριστιανισμός στον Πόντο / Θρησκευτικές Παραδόσεις
Αγιολόγιον Πόντου – Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com