Θρύλοι και πραγματικότητα – Το Τζαμί του Αγίου Ευγενίου στην Τραπεζούντα, του κ. Μ. Μεταλλείδη
Παραθέτω το πρωτότυπο κείμενο αποδοσμένο αρχικά στην δημοτική γλώσσα και στο μονοτονικό σύστημα γραφής και ακουλούθως στην καθαρεύουσα με το πολυτονικό σύστημα γραφής με πηγή άντλησης τα Ποντιακά Φύλλα του 1937
Στον Άγιο Ευγένιο τον Τραπεζούντιο, ο οποίος μαρτύρησε κατά τη βασιλεία του Διοκλητιανού και του Μαξιμιανού μαζί με τον Ουαλεριανό, τον Κάνδιδο και τον Ακύλα, η ευσέβεια των συμπατριωτών του έστησε, την εποχή των Βυζαντινών, έναν περίλαμπρο και εξαιρετικά ωραίο ναό σε μια ξεχωριστή και πανοραμική θέση. Μετά την άλωση, ο ναός μετατράπηκε, μαζί με άλλους, σε τζαμί, και ως τέτοιο σώζεται μέχρι σήμερα με το όνομα «Γενί Τσουμά Τζαμεσί». Βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά της Τραπεζούντας, στην περιφέρεια της ενορίας του Χριστού, στο άλλο άκρο του τουρκομαχαλά Γενί Τσουμά. Είναι χτισμένος πάνω σε έναν επιμήκη λόφο που μοιάζει με χερσόνησο, του οποίου η βάση βρίσκεται κοντά στο ψηλότερο σημείο του Γενί Τσουμά, ενώ η κορυφή του χάνεται στο βάθος του Γουζγούν Ντερέ, εκεί όπου βρίσκεται και το παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου του Κουρτζά (Κουρτζιά). Άγιος Μεγαλομάρτυς Ευγένιος Πολιούχος της Τραπεζούντος του Πόντου - Βίος, Θαύματα
Εκατέρωθεν αυτού του λόφου ανοίγονται δύο απότομες χαράδρες: η μία προς τους κατάφυτους μπαξέδες του Ποταμόπου και η άλλη προς τους λαχανόκηπους του Γουζγούν Ντερέ. Ανάμεσα στους τελευταίους και στο χαμηλότερο σημείο της πλαγιάς του λόφου βρισκόταν και η σπηλιά όπου, κατά την παράδοση, μόναζε ο Άγιος. Τα τοιχώματα αυτής της σπηλιάς ήταν διακοσμημένα με διάφορες αγιογραφίες. Λίγο πιο πέρα από το τζαμί, δίπλα στο καφενείο του παλικάρου και αρχιλαθρεμπόρου Φαΐκ, άρχιζε η κατηφόρα με δύο δρόμους, από τους οποίους ο ένας οδηγούσε προς το Ποταμόπον και την πόλη, ενώ ο άλλος προς τον δρόμο του Αγίου Γεωργίου και τον λόφο Κουλέ Μποΐ. Το τζαμί αυτό είχε το συνηθισμένο κωνικό σχήμα, όπως όλοι οι μιναρέδες. Όμως στην κορυφή του είχε έναν τρούλο και πάνω σε αυτόν τη γνωστή κεραία, που έμοιαζε με πομπό ασυρμάτου. Απέναντί του, προς τον λόφο Κουλέ Μποΐ και πάνω σε έναν άλλον λόφο σχεδόν ίδιου ύψους, βρίσκονταν τα βυζαντινά τείχη και μέσα σε αυτά τα ιστορικά ανάκτορα των Κομνηνών. Όταν το 1916 η Τραπεζούντα καταλήφθηκε για ένα διάστημα από τους Ρώσους, ολόκληρη η περιοχή του τζαμιού ανασκάφηκε από τον Ρώσο αρχαιολόγο Ουσπένσκι.Οι Έλληνες της ενορίας του Χριστού, αλλά και της Τραπεζούντας γενικότερα, θα θυμούνται ίσως ακόμη δύο περιστατικά που συνέβησαν πριν από την ρωσική κατοχή της Τραπεζούντας, τα οποία οι πιο προληπτικοί τα θεώρησαν κακούς οιωνούς για την τότε κατάσταση. Αναφέρω παρακάτω και τα δύο περιστατικά, όπως τα είδα και όπως τα άκουσα, αφήνοντας την κρίση γι' αυτά στους αναγνώστες.
1. Ένα πρωινό του Σεπτεμβρίου του 1914, κατά τον πρώτο χρόνο του Ευρωπαϊκού Πολέμου, και πριν ακόμα η αφρόκρεμα του τουρκικού στρατού της Τραπεζούντας, με επικεφαλής τον υπουργό Εμβέρ πασά, υποστεί την γνωστή πανωλεθρία στο Σαρήκαμις, βρέθηκε λιπόθυμη στο προαύλιο του Αγίου Ευγενίου, προς το μέρος του Ιερού Βήματος, η φτωχή Κούρδισσα Αϊσσά, που δούλευε μεταφέροντας νερό στα διάφορα γειτονικά αρχοντικά. Οι Μουσουλμάνοι που τη βρήκαν σε αυτή την κατάσταση και στους οποίους διηγήθηκε την αιτία, την απείλησαν και την υποχρέωσαν να κρατήσει απόλυτη σιγή. Τρομοκρατημένη από την περιπέτειά της και φοβούμενη την οργή των Μουσουλμάνων, εγκατέλειψε τα πάντα και έφυγε για την ιδιαίτερη πατρίδα της. Για να δικαιολογήσει όμως την απρόσμενη αναχώρησή της, εξομολογήθηκε το πάθημά της σε ορισμένες ελληνικές οικογένειες, από τις οποίες και μαθεύτηκε το γεγονός. Είχε ξυπνήσει, όπως διηγήθηκε η ίδια, πολύ νωρίς, πριν ακόμα ξημερώσει, για να προλάβει να προμηθεύσει με νερό όλα τα σπίτια των πελατών της. Όταν όμως έφτασε στον αυλόγυρο του Αγίου Ευγενίου όπου βρισκόταν η βρύση, είδε ξαφνικά να ανοίγει η μικρή πόρτα του Ιερού Βήματος και ένας σεβάσμιος ιερέας, ντυμένος με τα ολόχρυσα άμφιά του, να βαδίζει προς το μέρος της με το δεξί του χέρι υψωμένο. Έντρομη η δυστυχισμένη Κούρδισσα από την απρόσμενη οπτασία, έχασε τις αισθήσεις της και σωριάστηκε λιπόθυμη δίπλα στους άδειους κουβάδες της, όπου την βρήκαν και τη συνέφεραν οι Μουσουλμάνοι της γειτονιάς. Ιερές Μονές (Μοναστήρια) Ναοί, Παρεκκλήσια, Προσκυνήματα στον Πόντο
2. Ένα δεύτερο περιστατικό, αιματηρό αυτή τη φορά, συνέβη αργότερα, τον Οκτώβριο του 1915. Ο χαρταετός ενός μικρού παιδιού μπλέχτηκε μια μέρα στην κεραία του μιναρέ του Αγίου Ευγενίου, με τέτοιον τρόπο ώστε ο σκελετός του, έτσι όπως έπλεξε με την κεραία, σχημάτισε έναν μεγαλοπρεπέστατο σταυρό. Το γεγονός αναστάτωσε τους Μουσουλμάνους. Συστάθηκε αμέσως ένα συνεργείο, το οποίο ανέλαβε το έργο της καταστροφής του συμβόλου της Χριστιανικής Θρησκείας που είχε στηθεί πάνω στον μιναρέ. Είχε νυχτώσει πια, και οι προσπάθειες για την καθαίρεση του Σταυρού συνεχίζονταν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Κι αυτό γιατί το κυκλικό σχήμα του τρούλου εμπόδιζε την επαφή οποιουδήποτε κονταριού ή ξύλου με την κεραία που σχημάτιζε τον σταυρό. Στο μεταξύ, η γύρω συνοικία είχε ξεσηκωθεί. Οι Μουσουλμάνοι έβλεπαν το φαινόμενο με φανατισμό και εύλογη δυσαρέσκεια, την οποία μεγάλωσε ο θάνατος ενός από τους εργάτες, ο οποίος, ενώ προσπαθούσε να καταστρέψει τον πρωτότυπο Σταυρό, έπεσε από το ύψος του μιναρέ στο κενό και σκοτώθηκε.
Οι Χριστιανοί πάλι, με εύλογη συγκίνηση, θαύμαζαν το παράδοξο αυτό γεγονός. Μετά από πολλές μέρες μάταιων προσπαθειών, κάθε ενέργεια εγκαταλείφθηκε τελικά, επειδή στο μεταξύ η οριζόντια γραμμή του Σταυρού έγειρε λίγο, και στη θέση του έμεινε ένα αναποδογυρισμένο Χ, το οποίο παρέμεινε για αρκετό καιρό και στη συνέχεια εξαφανίστηκε από τις βροχές και τους ανέμους. Τα πολεμικά γεγονότα που ακολούθησαν, δηλαδή η κατάρρευση του μετώπου, η κατάληψη της Τραπεζούντας από τους Ρώσους, η φυγή και τα δεινά των Μουσουλμάνων, ο σύντομος εκχριστιανισμός των μερών μας κ.λπ., ενίσχυσαν στον απλό λαό την φήμη ότι τα δύο παραπάνω περιστατικά ήταν θαύματα του πολιούχου Αγίου Ευγενίου. Η βαθιά θρησκευτική πίστη που χαρακτήριζε πάντα τον ποντιακό λαό έπαιξε και σε αυτά τα περιστατικά τον συνηθισμένο της ρόλο. Πάντα, όταν φτάνει η 21η Ιανουαρίου, ημέρα γιορτής του Αγίου Ευγενίου, η σκέψη μου πετάει γοργόφτερη στα ιερά του λημέρια και τα χείλη μου ψιθυρίζουν μια προσευχή στη μνήμη της πατρίδας μου, στη μνήμη όλων των ιερών σκιών του παρελθόντος.
Ακουλουθεί το πρωτότυπο κείμενο στην καθαρεύουσα με το πολυτονικό σύστημα γραφής με πηγή άντλησης τα Ποντιακά Φύλλα του 1937
Εἰς τὸν Ἅγ. Εὐγένιον τὸν Τραπεζούντιον, ὁ ὁποῖος ἤθλησεν ἐπὶ τῆς βασιλείας Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοῦ, ὁμοῦ μετὰ τῶν Οὐαλεριανοῦ, Κανδίδου καὶ Ἀκύλα, ἔστησεν ἡ εὐλάβεια τῶν πατριωτῶν του, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῶν Βυζαντινῶν, ἕνα περίλαμπρον καὶ ἐξαιρετικὰ ὡραῖον ναόν, εἰς θέσιν ἐξέχουσαν καὶ πανοραματικήν. Μετὰ τὴν ἅλωσιν ὁ ναὸς μετετράπη, μαζὺ μὲ ἄλλους, εἰς τζαμί, καὶ ὡς τοιοῦτο σώζεται μέχρι σήμερον, ὑπὸ τὸ ὄνομα «Γενῆ Τζουμᾶ Τζαμεσί». Κεῖται εἰς τὴν ΝΔ. πλευρὰν τῆς Τραπεζοῦντος, εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς ἐνορίας Χριστοῦ, εἰς τὸ ἕτερον ἄκρον τοῦ Τουρκομαχαλᾶ Γενῆ-Τζουμᾶ καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἐπιμήκους, δίκην χερσονήσου, ὑψώματος, τοῦ ὁποίου ἡ μὲν βάσις εὑρίσκεται παρὰ τὸ ὑψηλότερον σημεῖον τοῦ Γενῆ-Τζουμᾶ, ἡ δὲ κορυφὴ χάνεται εἰς τὸ βάθος τοῦ Γουζγοὺν-Δερέ, ὅπου καὶ τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγ. Γεωργίου τοῦ Κουρτζᾶ. Ἑκατέρωθεν τοῦ ὑψώματος αὐτοῦ ἀνοίγονται δύο ἀπότομοι χαράδραι, ἡ μία πρὸς τοὺς καταφύτους μπαχτζέδες τοῦ Ποταμόπου, καὶ ἡ ἄλλη πρὸς τοὺς λαχανόκηπους τοῦ Γουζγοὺν-Δερέ.
Μεταξὺ τῶν τελευταίων καὶ εἰς τὸ χαμηλότερον σημεῖον τῆς πλαγιᾶς τοῦ ὑψώματος εὑρίσκετο καὶ τὸ σπήλαιον, ὅπου κατὰ τὴν παράδοσιν ἐμόναζεν ὁ Ἅγιος. Τὰ τοιχώματα τοῦ σπηλαίου τούτου ἦσαν διακοσμημένα μὲ διαφόρους ἁγιογραφίας.
Ὀλίγον ἐκεῖθεν τοῦ τζαμιοῦ, καὶ παρὰ τὸ καφενεῖον τοῦ παλληκαρᾶ καὶ ἀρχιλαθρεμπόρου Φαΐκ, ἤρχιζεν ἡ κατωφέρεια μὲ δύο δρόμους, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς μὲν ὡδήγει πρὸς τὸ Ποτάμοπον καὶ τὴν πόλιν, ὁ ἔτερος δὲ πρὸς τὸν δρόμον τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τοῦ λόφου Κουλὲ-Μποΐ. Τὸ τζαμὶ αὐτὸ εἶχε τὸ συνειθισμένο ἐκεῖνο κωνοειδὲς σχῆμα, ὅπως ὅλοι οἱ μιναρέδες. Ἀλλ’ εἰς τὴν κορυφήν του ἔφερε τροῦλλον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν γνωστὴν κεραίαν, ἐν εἴδει πομποῦ ἀσυρμάτου. Ἀπέναντί του, πρὸς τὸν λόφον Κουλὲ-Μποΐ, καὶ ἐπὶ ἑτέρου τοῦ αὐτοῦ σχεδὸν ὕψους λόφου, εὑρίσκοντο τὰ Βυζαντινὰ τείχη, καὶ ἐντὸς αὐτῶν τὰ ἱστορικὰ τῶν Κομνηνῶν ἀνάκτορα. Ὅταν, κατὰ τὸ ἔτος 1916, κατελήφθη ἐπί τι διάστημα ἡ Τραπεζοῦς ὑπὸ τῶν Ρώσων, ὁλόκληρος ἡ περιοχὴ τοῦ τζαμιοῦ εἶχεν ἀνασκαφῆ ὑπὸ τοῦ Ρώσου ἀρχαιολόγου Οὐσπένσκυ. Οἱ Ἕλληνες τῆς ἐνορίας Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς Τραπεζοῦντος γενικώτερον, θὰ ἐνθυμοῦνται ἴσως ἀκόμη δύο περιστατικά, τὰ ὁποῖα συνέβησαν πρὸ τῆς κατοχῆς τῆς Τραπεζοῦντος ὑπὸ τῶν Ρώσων καὶ τὰ ὁποῖα οἱ προληπτικώτεροι ἐθεώρησαν ὡς ἀγγέλους κακῶν διὰ τὴν κρατοῦσαν κατάστασιν. Τὰ ἀναφέρω κατωτέρω καὶ τὰ δύο περιστατικά, ὅπως τὰ εἶδα καὶ ὅπως τὰ ἤκουσα, ἀφήνων τὴν ἐπ’ αὐτῶν κριτικὴν εἰς τοὺς ἀναγνώστας τοῦ παρόντος.
1. Ἕνα πρωῒ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1914, πρώτου ἔτους τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, καὶ πρὶν ἀκόμη τὸ ἄνθος τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ τῆς Τραπεζοῦντος, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ὑπουργὸν Ἐμβὲρ πασᾶν, ὑποστῇ τὴν γνωστὴν πανωλεθρίαν τοῦ Σαρῆ-καμίς, ἐντὸς τοῦ προαυλίου τοῦ Ἁγίου Εὐγενίου καὶ πρὸς τὸ μέρος τοῦ ἁγίου Βήματός του, εὑρέθη ἀναίσθητος ἡ πτωχὴ Κούρδισσα Ἀϊσσᾶ, ἐπαγγελλομένη τὴν νεροκουβαλήτριαν εἰς τὰ διάφορα γειτονικὰ ἀρχοντόσπιτα. Οἱ Μωαμεθανοὶ οἱ ὁποῖοι τὴν εὗρον εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους διηγήθη τὴν αἰτίαν, τὴν ἠπείλησαν καὶ τὴν ὑποχρέωσαν νὰ τηρήσῃ ἀπόλυτον σιγήν. Τρομοκρατηθεῖσα αὕτη ἐκ τοῦ παθήματός της καὶ φοβουμένη τὴν ὀργὴν τῶν Μωαμεθανῶν ἐγκατέλειψε τὰ πάντα καὶ ἀνεχώρησε διὰ τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα της. Διὰ νὰ δικαιολογήσῃ ὅμως τὴν ἀπρόοπτον ἀναχώρησίν της, ἐξεμυστηρεύθη τὸ πάθημά της εἰς τινας ἑλληνικὰς οἰκογενείας, ὑπὸ τῶν ὁποίων καὶ ἐκοινολογήθη τοῦτο. Εἶχεν ἐξυπνήση, ὅπως διηγήθη ἡ ἰδία, πολὺ ἐνωρίς, πρὶν ἀκόμη ξημερώσῃ, διὰ νὰ προκάμῃ νὰ ἐφοδιάσῃ μὲ νερὸ ὅλα τὰ σπίτια τῶν πελατῶν της. Ὅταν ὅμως ἔφθασεν εἰς τὸν αὐλόγυρον τοῦ ἁγίου Εὐγενίου ὅπου εὑρίσκετο καὶ ἡ βρύση, εἶδεν ἔξαφνα νὰ ἀνοίγῃ ἡ μικρὴ πορτούλα τοῦ ἁγίου Βήματος καὶ ἕνας σεβάσμιος ἱερεύς, ντυμένος στὰ ὁλόχρυσά του ἄμφια, νὰ βαδίζῃ πρὸς τὸ μέρος της μὲ τὸ δεξί του χέρι ὑψωμένο. Ἔντρομος ἡ δυστυχὴς Κούρδισσα ἀπὸ τὴν ἀπροσδόκητον ὀπτασίαν, ἔχασε τὰς αἰσθήσεις της καὶ ἐσωριάσθη λιπόθυμος δίπλα εἰς τοὺς ἄδειους της κουβάδες, ὅπου τὴν εὗρον καὶ τὴν συνέφεραν οἱ Μωαμεθανοὶ τῆς γειτονιᾶς.
2. Δεύτερον περιστατικόν, αἱματηρὸν ὅμως τὴν φορὰν αὐτήν, συνέβη ἀργότερα, κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1915. Ἡ «πεταλήτρα» (χαρταετὸς) ἑνὸς μικροῦ περιεπλάχη μίαν ἡμέραν εἰς τὴν κεραίαν τοῦ μιναρὲ τοῦ Ἁγ. Εὐγενίου, κατὰ τοιοῦτον ὅμως τρόπον, ὥστε ὁ σκελετός του, ἐν συμπλέγματι μὲ τὴν κεραίαν, ν’ ἀποτελέσῃ ἕνα μεγαλοπρεπέστατον σταυρόν. Τὸ γεγονὸς κατευθορύβησε τοὺς Μωαμεθανούς. Συνεστήθη ἀμέσως συνεργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπελήφθη τοῦ ἔργου τῆς καταστροφῆς τοῦ ἐγκαθιδρυθέντος ἐπὶ τοῦ μιναρὲ συμβόλου τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας. Εἶχε νυκτώσῃ πλέον, καὶ αἱ προσπάθειαι διὰ τὴν... καθαίρεσιν τοῦ Σταυροῦ ἐσυνεχίζοντο, ἄνευ ὅμως ἀποτελέσματος. Διότι τὸ κυκλικὸν σχῆμα τοῦ τρούλλου ἠμπόδιζε τὴν ἐπαφὴν οἱουδήποτε κοντοῦ ἢ ξύλου μὲ τὴν... σταυροφοροῦσαν κεραίαν. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ πέριξ συνοικία εἶχεν ἀναστατωθῆ. Οἱ Μωαμεθανοὶ προσέβλεπον τὸ φαινόμενον μὲ φανατισμὸν καὶ εὔλογον δυσφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐπηύξησεν ὁ φόνος ἑνὸς ἐκ τῶν ἐργατῶν ὅστις, ἀσχολούμενος μὲ τὴν καταστροφὴν τοῦ πρωτοτύπου Σταυροῦ, ἔπεσεν ἐκ τοῦ ὕψους τοῦ μιναρὲ εἰς τὸ κενὸν καὶ ἐφονεύθη. Οἱ Χριστιανοὶ πάλιν, μὲ εὔλογον συγκίνησιν, ἀπεθαύμαζαν τὸ παράδοξον γεγονός. Μετὰ πολλῶν ἡμερῶν ματαίας προσπαθείας, ἐγκατελείφθη ἐν τέλει πᾶσα ἐνέργεια, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ὁριζοντία γραμμὴ τοῦ Σταυροῦ ἔκλινεν ὀλίγον, καὶ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Σταυροῦ ἔμεινεν ἕν ἀνεστραμμένον Χ, τὸ ὁποῖον, διατηρηθὲν ἐπ’ ἀρκετόν, ἐξηφανίσθη κατόπιν ἀπὸ τὰς βροχὰς καὶ τοὺς ἀνέμους. Τὰ ἐπακολουθήσαντα πολεμικὰ γεγονότα, ἤτοι ἡ κατάρρευσις τοῦ μετώπου, ἡ κατάληψις τῆς Τραπεζοῦντος ὑπὸ τῶν Ρώσων, ἡ φυγὴ καὶ τὰ δεινοπαθήματα τῶν Μωαμεθανῶν, ὁ δι’ ὀλίγον μόνον χρόνον ἐκχριστιανισμὸς τῶν μερῶν μας, κλπ. ἐνίσχυσαν παρὰ τῷ ἁπλοϊκῷ λαῷ τὴν φήμην, ὅτι τὰ δύο ἀνωτέρω περιστατικὰ ἀπετέλουν θαύματα τοῦ πολιούχου Ἁγίου. Ἡ βαθεῖα θρησκευτικὴ πίστις ἡ ὁποία ἐχαρακτήριζε πάντοτε τὸν ποντιακὸν λαόν, ἔπαιξε καὶ εἰς τὰ περιστατικὰ αὐτὰ τὸν συνήθη ρόλον της. Πάντοτε, ὅταν φθάνει ἡ 21 Ἰανουαρίου, ἡμέρα ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Εὐγενίου, πετᾶ γοργόφτερη ἡ σκέψις μου στὰ ἱερά του δώματα καὶ τὰ χείλη μου ψιθυρίζουν μιὰ προσευχὴ στὴ μνήμη τῆς πατρίδος μου, στὴ μνήμη ὅλων τῶν ἱερῶν σκιῶν τοῦ παρελθόντος.
Θρύλοι και πραγματικότητα – Το Τζαμί του Αγίου Ευγενίου στην Τραπεζούντα, του κ. Μ. Μεταλλείδη – Πηγή: Ποντιακά Φύλλα 1937
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com