"Τα πρόβατα, το βούτορον και το τυρίν" (Κοτυώρων Πόντου). Μνημεία του ποντιακού λόγου – Ιστορίες, διηγήσεις, παραμύθια.
Έτον έναν αντρόγυνον. Ο άντρας οκνέας, ξάϊ ‘κι έκαμνεν. Την δουλείαν ‘κ̌’ εγάπανεν. Όλον λόγια λιπαρά και φαγεία ανάρτυστα. Είπεν έναν ημέραν την γυναίκαν ατ’.
- Γάρη, κάτ’ ενούντζα, ‘ά φτάγω ημερ’κά, ‘ά τοπλαύω τα παράες, ‘ά αγοράζω πρόατα. Εξέρτς; Ατά τ’ ευλοημένα γεννούν κι απογεννούν κ’ ευτάνε έναν τρανόν σιρίν. Τ’ άρ’ θα σκαλών’νε τα πρόατα και δίν’νε μας το γάλαν, το ξύγαλαν, το βούτορον και τα κοβλάκια, το τυρίν με τα τα̤νεκέδες, τα μαλλία, τεμά̤κ ήντα̤ν σύρ’ η ψ̌ή μουν θα έχωμ’ ατα.
- Λελεύω σε, είπεν ατόν η ‘υναίκα ‘τ’, την μάννα μ’ πα ‘α δίγωμε ολίγον τυρίν;
- Αστά, νέκουτσ̌η, είπεν εκείνος, ποίσον οικονομίαν, το τυρίν άπλα δίπλα μη ταγουτεύ’ς και λάσ̌κεσαι.
"Τα πρόβατα, το βούτορον και το τυρίν" (Κοτυώρων Πόντου) - Μνημεία του ποντιακού λόγου – Ιστορίες, διηγήσεις, παραμύθια. Πηγή: Αρχείον Πόντου, τόμος 15ος) της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών Τα πρόβατα, το βούτορον και το τυρίν (Κοτυώρων Πόντου)
Λεξιλόγιο:
Οκνέας = οκνηρός / ξάϊ ‘κι έκαμνεν = δεν εργαζόταν διόλου / Γάρη – γαρή = γυναίκα / Ενούντζα = σκέφτηκα / ημερ’κά = ημεροκάματα / τοπλαύω τα παράες = μαζεύω τα χρήματα / τρανόν σιρίν = μεγάλο κοπάδι / άρ' = λοιπόν / σκαλών’νε = ξεκινούν / ξύγαλαν = γιαούρτη / κοβλάκια = καρδάρες / τα̤νεκέδες = τενεκέδες / τεμά̤κ - (ντεμέκ) = δήθεν, τάχα / ήντα̤ν σύρ’ = ό,τι τραβά – ό,τι λαχταρά / Αστά, νέκουτσ̌η = στάσου γυναίκα / ταγουτεύ’ς και λάσ̌κεσαι = σκορπάς αράδα
Διαλεκτολογία Πόντου – Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com