Ταβή ή Ταβί, το Τάβισμα. Ανάλεκτα εκ της μεσαιωνικής γλώσσης του Πόντου

Γλωσσολογικά,σημασιολογικά,ετυμολογικά,πόντου,μεσαιωνική,γλώσσα,τουρκική,αραβική,dava,νταβάς,ταβή,ταβί,νταβά,δαβατζής,νταβατζής,ταβατζής,κεραμέως,ταβίζωΠερί της μεσαιωνικής γλώσσης του Πόντου - Γλωσσολογικά, σημασιολογικά και ετυμολογικά Πόντου

Ταβή ή Ταβί.
Η λέξη προέρχεται απ την τουρκική και αραβική dava που σημαίνει έριδα, φιλονικία, δίκη. O Miklosich στο σύγγραμμα του Die Turkischen element in den Sudost und ost europaischen sprachen, (Το τουρκικό στοιχείο στις γλώσσες της Νοτιοανατολικής και Ανατολικής Ευρώπης ) Halfte σελ 100 , δίνει παράγωγα στην νέα Ελληνική τις λέξεις : Νταβά και Δαβατζής (νταβατζής). Στα Κυπριακά, ταβατζής είναι ο ενάγων ο απαιτητής.

Αεσέρτς (Άγιος Σέργιος), Ετυμολογικό σημείωμα Παντελή Η. Μελανοφρύδη

Αεσέρτς,μελανοφρύδης,βουνά,πόντου,γεσίρ,εσέραγά,τορούλ,μεσοχάλδιο,αεσέρ,ποντιακή,γλώσσα,λαογραφία,άγιος,σέργιος,τσιτενοί,τσίτη,χριστιανισμός,δίας,αυλίανα,αεπαύλον,κρώμνη,σίμικλη,αϊλίας,αενπέτρον,ηρακλής,ΒαλαβάνηςΣτην αξιόλογη γεωγραφική και ιστορική του μελέτη «Απ’ τα ιστορικά βουνά του Πόντου», ο κ. Δ.Κ. Παπαδόπουλος, γράφει για το όρος Αεσέρ’. Λέξη που παράγεται εκ του Γεσίρ (αιχμάλωτος) ή εκ του σωρός (σερεύω) ή εκ του Εσέρ-αγά. Πιθανόν οι παραπάνω ερμηνείες και οι ετυμολογήσεις του κ Παπαδόπουλου να είναι ορθές καθώς πολλές ονομασίες ορέων ή τοποθεσιών έχουν ιστορική προέλευση. Επειδή στην περιφέρεια Τορούλ (Μεσοχάλδιον) ήταν πασίγνωστη και περιλάλητη η ψηλή κορυφή του Αεσέρ, τον οποίον δικαίως ύμνησε στον μέγιστο βαθμό η λαϊκή μούσα, θεωρώ επιβεβλημένη την ανάγκη να προσθέσω λίγα ακόμη πάνω στην λαμπρή πραγματεία του κ. Παπαδόπουλου. Αεσέρτς στην Ποντιακή γλώσσα είναι ο Άγιος Σέργιος του οποίου οι εκκλησίες (ναοί) βρίσκονται και αλλού όπως και στην Τσίτη όπου τιμόταν ως πολιούχος.

Παρακολουθείστε το αφιερωματικό μας βίντεο

Αφορισμένε. Η ιστορία αλλά και η χρήση του λήμματος απ' τους Έλληνες του Πόντου

Αγχίνοια,κατάλυση,νηστείας,θωπευτικόν,ένιοι,πρόβουλος,αισύμη,έβρου,γεώργιος,κανδηλάπτης,αφορισμένε,πηδάλιον,εκκλησίας,παναγία,αφοριζέσθω,κοτσαμπάσιδες,ποντιακή,λαογραφία,ιστορία,διαλεκτολογία,κερασούντα"Αφορισμένε" εις την Ποντιακήν Λαογραφίαν

Εάν συγκατοικήσει κανείς με Έλληνες Ποντίους, θα διαπιστώσει ότι η πρώτη λέξη της ευχής ή της κατάρας που μεταχειρίζονται είναι η λέξη “αφορισμένε” ακριβώς όπως χρησιμοποιείται στην Ελλάδα η έκφραση "μα τον Χριστό σου, μα την Παναγία σου”. Η λέξη αφορισμένε, κοινό γνώρισμα των Ελλήνων Ποντίων έχει την αρχή της ήδη απ’ την εποχή της αλώσεως και προήλθε απ’ την επήρεια των κληρικόφρονων καθώς μετά την πολιτική υποδούλωση των Ελλήνων του Πόντου, η θρησκεία ήταν το μόνο έρεισμα του Ελληνισμού υπό την έννοια της “Πίστης”.

Γλωσσολογικά και Ετυμολογικά Πόντου, υπό του διδασκάλου Παντελή H. Μελανοφρύδη

γλωσσολογικά,πόντου,μελανοφρύδης,καρχανά,κερχανά,επόζεψες,πουρουτζίδικα,πουρούτς,κεραμεύς,ασβεστοκάμινος,γουρπάν,κέργο,κέχρο,τσάν,τουκάνι,τσανεύω,τσανεύκουμαι,τριμελεύω,λαλασεύω,αποτσανίζω,κοκκοβά̤ζω,ρυμός,καυκάλ,μαρτζαλάκ,φουτούλ,κοκκόβα̤Καρχανά ή Κερχανά (όπως προφερόταν στο χωριό του Μελανοφρύδη) ήταν άγνωστη λέξη στην περιφέρεια μας και μόνο στο μοιρολόγι : “..Γουρπάν’τς οσπιτοχάλαστε και τσαχοποζεμέντσα, εχάλασες την καρχανά σ’ κι επόζεψες το κέγρος”, εξ όσων θυμούμαι απαντάται με την σημασία του οίκου ή μάλλον του συνόλου της οικογένειας, του οικογενειακού κύκλου του οποίου η αποθανούσα αποτελούσε μέλος. Ως ορθή γραφή είναι «εχάλασες την κερχανά σ’ και επόζεψες το κέγρο σ’» αν και η πρωτότυπη γραφή του κ Μελανοφρύδη ήταν η : “Εχάλασες την κερχανά σ’ κι επόζεψες το κάστρο σ’ ”.

Ανέκδοτες διηγήσεις Γίμερας (Ίμερας) - Ματσούκας - Χαλδίας - Γλωσσικά Σύμμεικτα Πόντου

 Ποντίλαν,δεκαπενταύγουστος,σουμελά,παναγίαν,χασ̌λούχ,σαλαχανάν,μαντζάνας,εκαντούρεψεν,κωδωνόπα,ζεμπερέκια,τσ̌άπουλας,κρεμέτες,μασχαρά̤νος,μαξίμς,γιμερίτες,ιμερίτης,εμπονέσ̌τα̤,κεμεντζετζής,σαββέλης ,λαχουσ̌ίν,βούρπατλασούν Η Μαντσάνα - Γ. Καραγιαννίδου (Διήγηση Ματσούκας)
‘ς σα παλαιά τα χρόνια̤, έ κιτί καιρός, ο Κώστης ο Κολχόϊς και κάμποσοι νοματοί κι άλλ’ ασ’ την Ποντίλαν, επήγαν τον δεκαπενταύγουστον ΄ς σην Σουμελά την Παναγίαν. Τη Κώστη το χασ̌λούχ πά εκατόν παράδες. Άρ άμον ντ’ έφτασαν εκεί όλ’ επήγαν ΄ς σην λειτουργίαν. Άμον ντ΄εσκόλασεν η εγκλησία όλ’ εξέβαν εξ και κάτ’ εγόραζαν κι έτρωγαν. Ο Κώστης πά άμον την σαλαχανάν ελάστεν – ελάστεν και τσ̌ίπ τέγα̤ τηδέν ‘κ̌ επεγνέφτεν ώσπου τα ερούξεν απάν’ σ’ έναν ερίφ’ π’ επούλνεν μαντζάνας. Ο Κώστης πά άλλο αοίκα ΄κ̌΄είδεν κι αέτς πα εδώκεν δέκα παράδες κι εγόρασεν έναν.
Επήρεν ατο κι εδέβεν πλάν και σίτα̤ επορπάτνεν ελάϊζεν ατο. Αρ’ άς ελάϊξεν – ελάϊξεν ατό κάμποσον ώραν, εκάτσεν να τρώει ατο. Έδαξεν έναν βούκαν κι ερχίνεσεν να μασά το. Η μαντζάνα έτον πικρόν άμον χολήν ατός εθάρρεσεν ο ερίφς εκαντούρεψεν ατον κι επή(γ)εν να κλώθει ατο οπίσ’. Θείο, είπεν ατον, αούτο ντ’ εδώκες με πολλά μάντ’ς έν ! Έπαρ’ το οπίσ’ και δός μα έναν γενάμινον.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ