Τέσσερις λαϊκές διηγήσεις από την Οινόη του Πόντου, του Αρχ. Άνθιμου Παπαδόπουλου
“Αη – Γιώργη, φαίνε το πανί μου”
Μια γυναίκα εφαίνισ̌κε. Έβαλεν το πανί ‘ς σο τουζάνιν ατες και εμπαίνισ̌κεν κ’ εβγαίνισ̌κεν και εντάνεινεν τα εικόνας και ελέεινεν τον Άη-Γιώργη:
«Άη – Γιώργη μου, φαίνε το πανί μου!». Έναν ημέραν πάλι Άη – Γιώργην εθύμωσεν και είπεν ατενα: «Να μπαίνω απέσ’ ‘ς σο τουζ΄νι σου και να φαίνω το πανί σου; Κάθει κι αρχίνα να βοηθώ ‘σε κι ογώ και να τελειώνης ατο».
“Ο ψαράν και η ψαρίτσα”
Μιαν ένας εψάρευε. Όλον-όλον πάλι επιάσε έναν ψαρίτσα. «Έτμε, είπεν ατον εκείνο, ογώ πολλά μικρόν είμαι, να τρώς με και τι ν’ αγναεύης; Μόλα με και σα μεγαλένω, έλα πιάσ’ με». Ο ψαράν πάλ’ είπε: «Τίλα να γνωρίω σε;» Οτιότες είπε και η ψαρίτσα: «χούλει τ’ όνομά μου και ν’ ακούω κι έρκομαι». «Τ’ όνομα σου τι ένι;» ερώτησεν ατ’ ο ψαρά. «Νού» είπεν η ψαρίτσα. Εμόλασεν τ’ οψάρι και επέρασεν καιρός. Έναν ημέραν έρκεται ‘ς σο γιαλόν και χουλίζει «νού ου ου, έλα να πιάνω σε!». Ένα λαλία παλ’ είπε: «νού να είχ̌ες, ‘κ̌’ εμόλανές με, και κέφαλη να είχ̌ες ‘κ̌’ εφίνισ̌κες με».
“Τα φασούλια και το πάτερ ημών”
Έναν παιδίν τα φασούλια ‘κ̌’ εγάπανε. Και έναν ημέραν, που να τρώεινανε φασούλια, εκάϊσε ‘ς σο τραπέζι χωρίς να ‘φτάη προσευκή. Είπεν ατ’ η μάννα του: «Προσευκή γιατί ‘κ̌ι ‘φτάς;». Είπεν κ’ εκείνο: «Τα φασούλια παλ’ εθέλειναν πάτερ ημών;». Τέσσερις λαϊκές διηγήσεις από την Οινόη του Πόντου (του Αρχιμανδ. Άνθιμου Παπαδόπουλου)
“Εψήλωσεν ο ουρανός”
Πρώτα οι ανθρώποι ήσανε πολλά καλοί. Και ο ουρανόν πάλι ήτανε χαμελός, σαν ατώρα ‘κ̌’ ήτονε. Και ενέβαιναν απάνου ‘ς σα κεραμίδι͜α ‘τουνα και εκονούσ̌ευανε με το Θεό. Επέκει σαν εκάκυνανε, ο ουρανός εψέλωσε και άλλου όπου ν’ ανηβαίνης και όσο να τζ̌α͜ής, ο Θεός νέ ακούει σε, νέ τζ̌οάπι δίει σε.
Τέσσερις λαϊκές διηγήσεις από την Οινόη του Πόντου. Πηγή: Ιστορική Γραμματική της Ποντιακής Διαλέκτου του αειμνήστου Αρχιμανδρίτου π. Ανθίμου Παπαδόπουλου - Αρχείου Πόντου της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών
Λεξιλόγιο
Εφαίνισ̌κεν = ύφαινε / Τουζάνιν = υφαντικός ιστός, αργαλειός / Εντράνεινεν (εκ του τηρώ-τερώ) = κοίταζε / Κάθει = κάθησε / Ψαρίτσα = ψαράκι / Έτμε (τουρκική έκφραση) = μη το κάνεις αυτό / Αγναεύης (τουρκική λέξη anladim) = καταλαβαίνεις / Μεγαλένω = μεγαλώνω-αναπτύσσομαι / Τίλα – Τίλογης, Τίλοης, Τούλαης, Τίλογα, Τίλοα, Τίλαγα, Τίλα, Τίγα (κατά το αρχαιοελληνικόν: 1) Τίνι τρόπο = με ποίον τρόπο, πως; Παραδείγματα: Τίλογης εποίκες; Τίλεα Εγνώρτσες με; Τίγα να ποίγω; Τίλοης μη κλαίω; (πως να μη κλαίω;), 2) Όπως, καθώς. Παραδείγματα: (Παροιμία) Το παιδί τίλογης είπε ο πάππος εποίκε. Τίλογα θέλεις. Παράγωγα αποτελούν τα: Τίλογος – Τίλεγος – Τίλεος - Τίλα̤ος – Ντόλογης - Ντόλοης – Ντόλοες – Ντίλεγος – Ντίλεος – Σίλεγος – Τίλεγεσσα – Τίλεεσα = τι λογής. Παραδείγματα: 1) Τίλεγος άθρωπος είσαι; Τίλεγον δουλεία έν’ ατο ντ’ εποίκες; 2) Σίλεγον θέλτς; / Χούλει & Χουλίζω = 1) φωνάζω δυνατά, ξελαρυγγιάζομαι. Παρομοίωση: «Τ’ ορνίθι χουλίζει αλακτορίτικα». 2) Καλώ – προσκαλώ. Χουλιχτά = φωναχτά. / Μολάω = αμολάω = ελευθερώνω / Εκάϊσεν = Κάθισε / Γονουσ̌εύω & Κονουσ̌εύω απ’ το τουρκικό konuşmak = ομιλώ, συνομιλώ / Τζ̌αής – τζαϊζω = φωνάζω – καλώ με έντονη φωνή / Τζ̌οάπιν - Τζ̌εβάπιν από το αραβικό djevab = απόκριση. Άσμα: Έρχουν μανάδες κ’ ερωτούν και ντο τζ̌οάπ’ να δίγω; Έρχουν χ̌οράδες κι ορφανά και ντο θ’ απηλογούμαι; Οινόη (Unye) Πόντου. Ιστορία, Λαογραφία, Πολιτισμός, Ήθη, Έθιμα, Χοροί & Τραγούδια
Διαλεκτολογία Πόντου – Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com