Ατά, ατοίν, πότε; Λαϊκές διηγήσεις (ανέκδοτο) Σουρμένων του Λεωνίδα Καζαντζίδη
Ο Μήτο του Βαρειόζ’ ασού Τσίτα είχ̌ε έναν δα̤φορά με τη Σουμουλεκάντους και έναν ημέρα αστ’ εποίκε νάκλ’ τη δα̤φορά τουνα ‘ς σον Πέτρο του Χατζηπάν παρακάλεσεν ατονα να εμπαίν’ απάν’ και να λύν’ -α.
Καλόν είπεν ο Πέτρο και ασε’ επήγε και έκουσε τη Σουμουλεκάντους έρθε και λέει το Μήτο «Εσύ λες αέτσ’ κι αέτσ’, άμα ατοίν πάλ’ λέγονε άλλο λογιώ την δα̤φορά σουνα». «Πέτρο, Πέτρο», είπεν ατότες ο Βαρειόζο στετά-στετά και θυμωμένος. «Κάτ’ λές ‘με και στέκεις, ατοίν-ατοίν, όλαν ατά, ατοίν, πότε να γίντανε». Ατά τεμέκ τα χάταλα, τα μωρά, τα τζεχέλκα, πότε να γίντανε τρανοί, γνωστικοί αρθώπ, εσνάφ; Ανέκδοτο Σουρμένων του Λεωνίδα Καζαντζίδη - Ατά, ατοίν, πότε;
Ανέκδοτο Σουρμένων του Λεωνίδα Καζαντζίδη - Ατά, ατοίν, πότε; - Πηγή: Ποντιακή Εστία.
Λεξιλόγιον
• Μήτο = Δημήτρης
• Ασου = από του (τοπικός προσδιορισμός)
• Τσίτα = χωριό των Σουρμένων
• Δα̤φορά = φιλονικία
• Αστ’ = καθώς
• Νάκλ = να τακτοποιήσει – να «κλείσει»
• Να εμπαίν’ απάν’ = να μεσολαβήσει
• Ασε = αφού
• Σουνα = σας
• Στετά = σοβαρά
• Καλά λές με και στέκεις = καλά, τι είναι αυτά που στέκεις και μου λες;
• Ολάν = καλά βρε
• Ατά, ατοίν, πότε = λέξεις που λέει κανείς όταν είναι σαστισμένος, θυμωμένος, κάτι αντίστοιχο με το κοινώς λεγόμενα: τι, ποιος, που ….
• Χάταλα = νήπια
• Τζεχέλκα = άπειρα, άσχετα, ανίδεα
• Αρθώπ = άνθρωποι (αναγραμματισμός)
• Εσνάφ = ισνάφι, σινάφι, συντεχνία (εννοεί καθάρματα)
Διαλεκτολογία Πόντου - Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com