Mουχρώνω, μουχρών’, εμούχρωσεν, Ποντιακές γλωσσικές ιδιοτυπίες – Ερμηνεία λέξεων, του κ. Ι. Σαλτσή.

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Γλώσσα

Ο γιαλός της Κερασούντας σε ένα ήσυχο λιμανάκι περί το 1900Το μουχρώνω, μουχρών’, εμούχρωσεν σημαίνουν επίσης όπως και οι λέξεις Σουχροίαμαν ή Σουχρίαμαν δηλαδή σουρουπώνει, σουρούπωσε.

Έχουμε στην αρχαία μας ελληνική γλώσσα: ομόχροια, ομοχροιάζω και ομόχρως, ομόχρωτος (Λεξικό Βυζαντίου 1852, σελίδα 931). Περιοριζόμαστε όμως τώρα στην περίπτωση που εξετάζουμε. Έχουμε ομόχροια ή ομοχροιάζει όταν η συγκεκριμένη ώρα ρίχνει σε όλα μαζί (ομού) τα γύρω το ίδιο χρώμα, το θόλο, το μαυρειδερό. Το «ομοχροιάζει» το μετατρέπουμε σε «μουχρώνει – μουχρών’» = σουρουπώνει μετά τον ξεπεσμό της αρχικής άτονης φωνής: «ο» και την τροπή του θεματικού: «ο» (του: ο της συλλαβής μο) σε: ου, πανελλήνια φαινόμενα στην κάθε διάλεκτο ή και ιδίωμα που προέκυψαν από την αρχαία μας γλώσσα. Πώς όμως το «ομοχροιάζει» έγινε «μουχρ-ώνει;» Γνωστό είναι σ’ εμάς το καμμύω και καμμύζω το οποίο έγινε καμμώνω – τσαμώνω (τ’ ομμάτι͜α μ’). Αλλά η τροπή του μουχροιάζει σε μουχρώνει είναι μια γενικότερη μορφή και η βάση της θα βρίσκεται στα «ομόχρως» και «χρώννυμι». Και στην νεοελληνική τη δημοτική γλώσσα ακούεται και υπάρχει και γράφεται ο τύπος: μουχρώνει. Από το μουχρών’(ει) έγινε το όνομα «μούχρωμαν» και από το «ομοχροιάζω» μας απόμεινε το ταυτόσημον «μουχροίαμαν» δηλαδή το σούρουπο. Παράδειγμα: «Εντώκεν ‘ς σα λόγι͜α και ας σο μούχρωμαν και ύστερα εσ’κώθεν ν’ αραεύ’ τα μωρά τ’ς ση μαχαλάν, τ΄εμέτερον η προκομμέντσα».  Μουχρώνω, εμουχροίασεν, μούχρωμαν - Ποντιακές γλωσσικές ιδιοτυπίες – Ερμηνεία λέξεων, του κ. Ι. Σαλτσή.

Σουχροίαμαν Σουχρίαμαν Ερμηνεία λέξεων Ποντιακή Εστία 1963 τ166-168 του κ. Ι, Σαλτσή

"Μουχρώνω" Ποντιακές γλωσσικές ιδιοτυπίες – Ερμηνεία λέξεων, του κ. Ι. Σαλτσή. Πηγή: Ποντιακή Εστία 1963, τ.166-168.

Διαλεκτολογία Πόντου – Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print