Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην ποντιακή διάλεκτο (Α΄ Μέρος)
Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην ποντιακή διάλεκτο
• Τεμέκ (τουρκική) demek = δηλαδή
• χ̌όσ̌ (περσική) hos = καλός, ωραίος, βέβαια
• ιγεύω – ιεύω (τουρκική) uymak = ταιριάζω Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην Ποντι(α)κή διάλεκτο
• χουσμετκιάρτς (αραβοπερσική) hiz metkǎr = υπηρέτης
• τσ̌ίπ (άγνωστου ετύμου) = απαράλλαχτα, ολωσδιόλου
• ινά̤τ (αραβική) inad = πείσμα
• παχτζ̌άδες (τουρκική) bâġče - μπαχτσέδες = περιβόλια
• γιόκ (τουρκική) yok = όχι
• νά̤ (τουρκική) ne = ούτε
• σεβκιλήσσα (τουρκική) sevgili = αγαπημένη
• γολάγια (τουρκική) kolay (το κολάϊ) = εύκολα, ευκολία
• αχούλ (τουρκική) akil = νούς, μυαλό
• τάτ̌ (τουρκική) dat & tat = γεύση, νοστιμάδα
• ισ̌μάρ’ (τουρκική) ismar = νεύμα
• οτουνούμ (τουρκική) odunum = κυριολεκτικά σημαίνει τα ξύλα μου, μεταφορικά είναι δηλωτικό αλύγιστης επιμονής
• τσ̌ιφτά̤ (τουρκική) cifte = ζευγάρι
• τ̌ά̤κ & τ̌έκ (τουρκική) tek = μονό, μοναδικό
• γουρπάν (τουρκική) kurban = θυσία
• σιλάχ (αραβική) silah = όπλα
• ινατλούκ (τουρκική) inatlik = γινάτι, πείσμα
• σαήδες (αραβική) sai = αγγελιαφόροι, έκτακτοι ταχυδρόμοι
• πεϊλιβάνος & πεχλιβάνος (περσική) = παλαιστής
• τσ̌αλκούγια (τουρκική) calgi = μουσικά όργανα
• χαϊρ’ (αραβική) hayir = καλοσύνη, ευεργεσία, φιλανθρωπία
• ρεντζιπέρτς (περσική) renciper = γεωργός
• γαρσ̌ού (τουρκική) karsi = αντίκρυ, απέναντι
• εσύρεψεν (τουρκική) surmek = βάσταξε, διήρκησε
• γέμ’ (τουρκική) yem = τροφή για ζώα
• γοσ̌εύω (τουρκική) kosmak = ζεύω τα ζώα στο αλέτρι, στο αμάξι
• σ̌ασ̌εύω (τουρκική) sasmak = θαυμάζω, απορώ
• άτσ̌απα (αραβική) acaba = άραγε
• πατσ̌ή (τουρκική) baci = αδελφή
• πισ̌κίλ’ (τουρκική) puskul = φούντα
• τσ̌ίτ’ = τσεμπέρι
• αρσ̌ίν (τουρκική) arsin = πήχης (μονάδα μέτρησης μήκους)
• ετα̤βιρεύταμε (τουρκική) devirmek = κατηφορίσαμε, αναποδογυριστήκαμε
• γαρή (τουρκική) kari = γυναίκα
• κ̌εσ̌ά (τουρκική) kοse = γωνία
• πετσ̌ερεύω (τουρκική) becermek = καταφέρνω
• καϊρεύω (τουρκική) kayirmak = προστατεύω, υποστηρίζω
• κ̌ιοπετλήσσα (αραβοπερσική) kispetli = κόρη με ωραίο παράστημα, επιδεικτικό παρουσιαστικό
• χ̌όνενα (τουρκική) sen = εύθυμη, διασκεδαστική
• ατέτ (αραβική) adet = έθιμο
• τα̤βάν (αραβική) dava = δίκη, επίπληξη (εξ’ ου και ταβίζω)
• γιασ̌αεύω (τουρκική) yasamak = καλοπερνώ
• πελίν & πέλιν (τουρκική) belli = φανερό
• σ̌ασ̌ιρεύω (τουρκική) bastan sasirmak = τα έχασα ολότελα, σάστισα
• τοπλαεύω (τουρκική) diye toplamak = τάχα να μαζέψει
• τσ̌εχέλενα (αραβική) cahil = άμαθη, & τσ̌αχάλτς σε περίπτωση ανδρός
• σοεύω (τουρκική) soymak = ληστεύω
• μεϊντάν (αραβική) Meydan = στη μέση, πλατεία
• τέκ-τούκ (τουρκική έκφραση) tek-tuk = σπάνια
• τεϊμέ (τουρκική) degne = κάποτε
• ίλα̤μ (αραβική) ille = προπαντός
• γουρουτζής (τουρκική) Kurusu = αγροφύλακας
• γαβουρμάν (τουρκική) Kavurma = καβουρμάς
• τεά̤ (τουρκική) diye = δήθεν
• ζατ̌ή (αραβική) zati = φυσικά (επίρρημα)
• γιόκσαμ (τουρκική) yoksa = ή, μήπως
Συνεχίζεται . . .
Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην ποντιακή διάλεκτο (Α΄ Μέρος) Πηγή: Χρονικά του Πόντου. Οι αραβοτουρκικές και περσικές λέξεις στα παρόντα αφιερώματα αλιεύονται από μύθους, ιστορίες και λαϊκές διηγήσεις του περιοδικού Χρονικά του Πόντου εκδόσεως 1944
Ποντιακή Διαλεκτολογία, Ιδιωματισμοί της ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία
Διαλεκτολογία Πόντου – Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com