Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην Ποντι(α)κή διάλεκτο (Δ΄ Μέρος)

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Γλώσσα

Ελληνίδες της Τραπεζούντας με τις επιχώριες παραδοσιακές τους ενδυμασίες περί το 1900• τέρτ, ντέρτι (τουρκική) = καημός, πάθημα
• χουρταρεύω, γουρταρεύω (τουρκική) = γλιτώνω, σώζω
• γιαγκούν (τουρκική) = πυρκαγιά
• γιασίρ, γεσίρ (τουρκική) = ορφανό (κυριολεκτικά: αιχμάλωτο)

• μανάτ̌, μανάτ̌α̤ = ρώσσικο νόμισμα ίσο με 2,5 της δραχμής
• π̌ουρτία (τουρκική) = αποσκευές
• μουχαπ̌έτ, μουχαπ̌έτα̤ (τουρκική) = διασκεδάσεις, γλέντια
• τσ̌ιτσ̌έκ (τουρκική) = λουλούδι
• χοτλάχ’ς (τουρκική) = βρυκόλακας (χοτλαεύω = βρυκολακιάζω)
• ετοκ̌ουνεύτεν = προσβάλθηκε από τον βρυκόλακα
• μεζαρλούκ, μεζαρλούκια (τουρκική) = τουρκικά νεκροταφεία
• τ̌απ̌ούτ (τουρκική) = το σανίδι όπου τοποθετούν τον νεκρό τούρκο για να τον λούσουν (μεταφορικά, ο κοκαλιασμένος νεκρός)
• τάσ̌ π̌αρτσ̌ασίν (τουρκική) = κομμάτι πέτρας
• γάγιατ̌εν (τουρκική) = ο υπερθετικός βαθμός του «πολύ»
• γιατσ̌ίν (τουρκική) = η εσπερινή προσευχή του χότζα
• τσ̌ουπέν (τουρκική) = μανδύας
• εκαμτσ̌ιλά̤εψεν (τουρκική) = μαστίγωσε (καμτσίκι = μαστίγιο)
• ση γοναγού ατ’ το καπ̌ουλούχ’ = στην πόρτα του σπιτιού του
• πατμάν (τουρκική) = μονάδα βάρους 6 οκάδων
• ζόρ (τουρκική) = δύσκολο, δυσκολία
• κουζεύω, γουζεύω (τουρκική) = θυμώνω
• μισκίντς (τουρκική) = χαμένος
• μαραπαλούκ’ (τουρκική) = το έργο των κολλήγων που σκάβουν τα κτήματα των γαιοκτημόνων και ζούν από αυτά
• τσ̌ιπ = πολύ, τελείως Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην Ποντι(α)κή διάλεκτο Δ' Μέρος
• γοτζ̌ά, κοτζ̌ά (τουρκική) = μεγάλος, πελώριος (κοτσ̌αμάνος, γοτσ̌αμάνος)
• γαζανεύω, καζανεύω (τουρκική) = κερδίζω
• ιψιζλίκια (τουρκική) = παράνομες πράξεις, ατιμίες (εξ ου και ατεψίης ή ετεψίης)
• τσ̌εκμετζ̌έ (τουρκική) = χρηματοκιβώτιο ή συρτάρι όπου βάζουν χρήματα
• τ̌απιέτ (τουρκική) = συνήθειες
• ζατί ((αραβοτουρκική) zati = φυσικά (επίρρημα)
• ταβελεεύω (αραβοτουρκική) εκ του ταβή-ταβίζω dava = βρίσκομαι σε δικαστική διαμάχη (ο διάδικος λέγεται τα̤βετσ̌ής)
• εσάρεψεν, σαρεύω (τουρκική) = περιτριγύρισε, έζωσε
• τσ̌όλ, τσ̌όλα̤ (τουρκική) = έρημο
• καρίπς, καρίπης (τουρκική) = ξένος στα ξένα
• σιλατσ̌ής (τουρκική) = ο ξενιτεμένος που επιστρέφει στην πατρίδα του
• εσ̌άσ̌εψα (τουρκική) = τα έχασα, σάστισα, απόρησα
• ζαέρ (τουρκική) = βεβαίως
• τσ̌αλγουτσ̌ής (τουρκική) = οργανοπαίκτης
• σαγαπσούης (τουρκική) = απροστάτευτος
• τεζκιάχ’ (τουρκική) = πάγκος
• ερίφς, χερίφς, αρίφς, ερίφης (τουρκική) = άνθρωπος, άντρας (θηλυκό: χερίφ’σσα)
• πινιτζ̌ής (τουρκική) = καλός ιππέας
• μα̤έρ (τουρκική) = μήπως
• ολάν (τουρκική) = κλητικόν: βρέ!
• γατιρτζ̌ής, κατιρτζ̌ής (τουρκική) = αγωγιάτης, κυριολεκτικά ο μουλαράς, (κατιρτζιλούκια = αγώγια)
• τσ̌οτζ̌ούκ, τσ̌ουτσ̌ούκ, τσουτζουκλάρι (τουρκική) = παιδί
• σααπούς (τουρκική) = ιδιοκτήτης
• σενέτ (τουρκική) = γραμμάριο
• τσ̌όρμπατζης (τουρκική) = αφεντικό
• χαρτσ̌λούχ, χαρτζιλίκι (αραβοτουρκική) = οικονομική βοήθεια, έξοδα για ταξίδι
• κόγξ̌ου (τουρκική) = γείτονας

Πηγή: Χρονικά του Πόντου. Οι αραβοτουρκικές και περσικές λέξεις στα παρόντα αφιερώματα αλιεύονται από μύθους, ιστορίες και λαϊκές διηγήσεις του περιοδικού Χρονικά του Πόντου εκδόσεως 1944  Ποντιακή Διαλεκτολογία, Ιδιωματισμοί της ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία  -  Μνημεία λόγου της Ποντιακής φιλολογίας στα τοπικά γλωσσικά ιδιώματα των Ελλήνων του Πόντου

Διαλεκτολογία Πόντου – Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print