Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην Ποντι(α)κή διάλεκτο (Ε΄ Μέρος)

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Γλώσσα

Εξώφυλλο του περιοδικού Χρονικά του Πόντου (1944)• Αϊλιάνης (αραβική) haile = φοβερός, τρομερός, τραγικός
• αρζού (περσικό) arzu = επιθυμία
• γιαρένης (τουρκική) yar = φίλος
• ζαπούνης (περσική) zebun = αδύνατος, καχεκτικός

• καβάζης (αραβική) kavas = κλητήρας
• καζέπης (αραβική) kazip = ψεύτης
• κεκές (τουρκική) keke = τραυλός
• κοτσ̌άπασ̌ης (τουρκική) = koca=μέγας & bas=κεφάλι
• κούρος (τουρκική) = kuru = ξερός (όπως και η τυρόπιτα που είναι ξερή απ’ έξω)
• κουτσ̌ούκης, κουτσ̌ούκ (περσική) kucuk = μικρός
• μαβής (αραβοτουρκική) mavi = γαλάζιο
• μουκτάρης, μουχτάρης (αραβική) muhtar = ενοριάρχης
• πεκιάρης, μπεκιάρης, πεκιάρτς (τουρκικό) bekar = άγαμος
• σ̌ακαρής (τουρκική) sakar = απαίσιος, γρουσούζης
• Σαμπουρκάσης, Σαμουρκάσης, Σαμουρκασίδης (περσοτουρκική) = αυτός που έχει πλατιά φρύδια
• σ̌εβέλης (τουρκική) zevli = κατηφορικός
• ταπάκης (τουρκική) tabak = βυρσοδέψης 
• τερέπης, τερέμπεης (τουρκική) dere=κοιλάδα, bey=κύριος, ηγεμόνας
• τομούζ (τουρκική) domuz = γουρούνι
• τσ̌αλούμ, τσαλίμι (τουρκική) calim = επίδειξη
• χαμψί (τουρκική) hamsi = το ψάρι γαύρος Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην Ποντι(α)κή διάλεκτο (Ε΄Μέρος)
• χατζής (αραβική) haci = προσκυνητής
• κακούλης (περσική) kakul = σγουρομάλλης
• τζ̌αρτζ̌άφ (τουρκική) = σεντόνι
• άντζαν, άντζα (τουρκική) = μόλις
• τσ̌ίρ τσ̌ιπλάχ (τουρκική) = ολόγυμνοι
• τ̌αρτ̌αγάνα̤, τ̌αρτ̌αγανίζω (τουρκική) = κουρέλια, κουρελιάζω
• ογραεύω (τουρκική) = ενσκήπτω
• πασ̌κεί (τουρκική) = μήπως
• κ̌ιατίπς (τουρκική) = γραμματέας (από το κιτάπι)
• ταχσουλτάρτς (τουρκική) = εισπράκτορας
• γα̤ραμά̤τα̤ (τουρκική) = κυβερνητικά δωρήματα
• νισ̌αν (τουρκική) = σημάδι
• γονάχ, κονάκ, κονάκι (τουρκική) = σπίτι
• σιγκίν (τουρκική) = ξίφος
• χαϊφι (τουρκική) = κρίμα, άδικο
• ινανεύω (τουρκική) = εμπιστεύομαι, πιστεύω
• ταζιρά̤ζω (τουρκική) = επιπλήττω. Ετ̌αζουρλάεψεν = μάλωσε, επέπληξε
• κουζεύω (τουρκική) = θυμώνω
• κ̌ιουλπαστία (τουρκική) = μπριζόλες
• ατσ̌άψαν, ατσ̌άπας (τουρκική) = άραγε
• πεσλεύω, πεσλεεύω (τουρκική) = ταγίζω, ταϊζω
• εσ̌ϊαν (τουρκική) = υπάρχοντα
• κολτούκα̤, κολτούκια, γολτούχια, γολτούχ (τουρκική) = μασχάλες
• τ̌ιτ̌ίν (τουρκική) = καπνός
• πιλπίλ (τουρκική) = αηδόνι
• καπιλέ (τουρκική) = οικογένεια
• κίρβας (τουρκική) = καρδιακός φίλος
• χετιάδας (τουρκική) = δώρα
• νοφούς μιτίρης (τουρκική) = υπάλληλος που τηρεί τα μητρώα αρρένων
• γιαραεύω (τουρκική) = οφελώ
• σ̌ονλίκ, σ̌ολίκ (τουρκική) = εκείνος που δίνει τον τόνο, την ευθυμία
• εσ̌κουέδες (τουρκική) = ληστές
• τσ̌ορμπάν, τσ̌ορβά, σ̌ουρβά (τουρκική) corba = σούπα
• τ̌ά̤κ-τ̌ούκ (τουρκική) = μετρημένοι
• σαφίν (τουρκική) = καθαρό
• νέμινκ̌ιν (τουρκική) = με κανένα τρόπο
• χόσ̌ πέσ̌ (τουρκική) = οι συνηθισμένες φιλοφρονήσεις
• γετ̌ισ̌τιρεύω (τουρκική) = κάνω να μεγαλώσει
• μινκ̌ίν, μιγκ֖̌ίν (τουρκική) = τρόπος, μέσον σωτηρίας
• π̌έκ̌ι (τουρκική) = πολύ καλά
• τσ̌ίπ π̌ουμπούρς (τουρκική) = ολότελα κούφιος
• π̌οκ̌ούμ (τουρκική) = σκατό μου
• τοουσ̌εύω (τουρκική) = μαλώνω, λογοφέρω
• γριντζώνω (ξένη χλευαστική λέξη) = χαμογελώ με ηλίθιο ύφος
• χιουκ̌ιουμάτ (τουρκική) = δικαστήριο
• μεϊχανετζ̌ής (τουρκική) = κάπελας, ιδιοκτήτης καπηλειού
• τσ̌αρσ̌ίν (τουρκική) = αγορά
• μουσ̌τερής (τουρκική) = πελάτης
• νιέτ (τουρκική) = σκοπός, στόχος
• τ̌εκ̌ελτού (τουρκική) = απλοϊκή, χαζή
• εσούρεψεν (τουρκική) = τράβηξε
• κιο̤ρά̤ν, κερέν, κιορέν, κιοράν (τουρκική) = κατάλληλο, ταιριαστό
• όγλουμ (τουρκική) = παιδί μου
• πέϊ ζατές (τουρκική) = το παιδί του μπέη, αριστοκράτης
• ταγιανεύω & ταγιανίζω (τουρκική) = αντέχω
• γομάρ, γομάρι (τουρκική) = φόρτωμα
• εγνατούρεψεν (τουρκική) = του έδωσε να καταλάβει
• χουσούμς (τουρκική) = συγγενής
• κια͜ζίν, κεζίν, κιαζίν (τουρκική) = μεταξωτό ύφασμα
• γαρά̤ρ (τουρκική) = απόφαση
• αλαϊ (τουρκική) = παρέα
• χουσμέτ, κισμέτ (τουρκική) = τύχη
• πεϊχουτά (τουρκική) = του κάκου, άδικα
• σάγ σαλίμα̤ (τουρκική) = με το καλό
• τσ̌ατ̌εύω (τουρκική) = συναντώ
• τοκουνεύω (τουρκική) = βουτώ
• πίν παρτσ̌άδες (τουρκική) = χίλια κομμάτια
• μέρισα̤μ (τουρκική) = και όμως, ενώ (αντιθετικό)
• χαβεζλούκια (τουρκική) = επιθυμίες, έρωτες, πόθοι
• μουράτα̤, μουράτ (τουρκική) = ιδανικά, λαχτάρες, πόθοι  Ποντιακή Διαλεκτολογία, Ιδιωματισμοί της ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία

Πηγή: Χρονικά του Πόντου. Οι αραβοτουρκικές και περσικές λέξεις στα παρόντα αφιερώματα αλιεύονται από μύθους, ιστορίες και λαϊκές διηγήσεις του περιοδικού Χρονικά του Πόντου εκδόσεως 1944

Διαλεκτολογία Πόντου – Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print