Ανόητος. Ιδιωματικές λέξεις της ποντιακής διαλέκτου από το ανέκδοτο λεξικό του Δημητρίου Σ. Νικοπολιτίδη
Ανόητος = αβανάκης επίθετο, αβανάκ'ς, αγαθωτός, αγγουρωτός, αγλάγκανος, αγλάγανος, αγλάανος, αγνός, άγνωστος, αγροίκιστος, ακέφαλος, άλαλος, ανεγροίκιστος, ανόετος, ανόητος,
ανούας, ανούνιγος, απελέκητος, απελέκετος, απελέτσ̌ετος, απελέκιστος, ατζίμιδος, αχλάντς, θηλ. αχλάναινα, ουδ. αχλάν'κον, αχμάκης, αχμάκ'ς, αχμάχ'ς, μετων. βασμονή (η), βουκάχος, βώκος, μετων. γαβάνα (η), γαβανοκέφαλος, γαζναχοκέφαλος, γιαβανωτός, έντεκας, εξαπέσ̌ης, εξαπέσ̌'ς, εξαπέης, μεταφ. εχτράμης, εχτράμ'ς, αχτράμ'ς, ζεβζέκης, ζεβζέκ'ς, μετων. ζουδία (η), μεταφ. καρναλοκέφαλος, μεταφ. καρσανάς (ο), καρσανοκέφαλος, μεταφ. κοντοκάμισος, κοτ τοβός, κούκος επιθετ., κουτούφαλος, κουτούφαρος, λάγκος (ο), λαλωτός, λοπούτης, λοπούτ'ς, μαγκαφάς επίθ., μώμος, μωμός, μωμότσ̌ης, μωμότσ̌ον, μουμιερός, μωρόγνωμος, ξυλαγγουρωτός, περαθέμπερος, πουταλάς, ρέφανος, σαλαλός, σαλαχόρης, σαλαχώρ'ς, σερσέμης, σερσέμ'ς, σερσέμψ, σερσερής, σεύτελος, σολόπης, σολόπ'ς, σολόψ, σόρδολος, ταγκαλάκης, θηλ. ταγκαλάκαινα, ταγκαλάκ'ς, τεβεκελής, ταβακιαλής, τεκελτάρης, τεκελτέας, τεπός, τζαννός, τιβτιρίκος, τρανοκέφαλος, τυλιγαδοκέφαλος, τουλ'γαδοκέφαλος, χαϊβανάς, μετων. Χηνάρ(ιν) το, Χονάρ'(ιν), χομπούλης, χομπούλτς. Αυτός που δεν είναι σε θέση να σκεφτεί ή να καταλάβει. Ποντιακή Διαλεκτολογία, Ιδιωματισμοί της ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία
Φράση: Πολλά εξαπέης έν'.
Φράση: Πολλά αχλάναινα είσαι (είσαι πολύ ανόητη).
Ανόητος σε μεγάλο βαθμό = μαγκαφάνος επίθ., μαγκουφάνος, ξαγγουρωτός.
Φράση: Αγγουρωτός και ξαγγουρωτός (αυτός που λέγει ανοησίες και ασυναρτησίες).
Ιδιωματικές λέξεις της ποντιακής διαλέκτου από το ανέκδοτο λεξικό του Δημητρίου Σ. Νικοπολιτίδη
Διαλεκτολογία Πόντου – Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com