Ἅνεμε κι ἀγράνεμε!... Ανέκδοτη διήγηση Ματσούκας Πόντου του Γεωργίου Ζερζελίδη

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Γλώσσα

Άνεμε και αγράνεμε - Ανέκδοτη διήγηση Ματσούκας Πόντου - Γεωργίου ΖερζελίδηἍνεμε κι ἀγράνεμε!... Ανέκδοτη διήγηση Ματσούκας Πόντου του Γεωργίου Ζερζελίδη

Τοῦ γυναικίων μαναχὸν κ̌ὶ τελεῖ’νταν. Οὐρανὸν ἐκαραμούτωσεν, τὰ ραχ̌ία ’κλείδωσαν, ἄνεμον συντυλίζ’ τοῦ δεντροῦ τὰ κλαδία, ἐβράδυνεν ὁ Θεὸς κ’ ἐπαῖρεν κὰ τὸ χ̌ονωτόν.
—Καρή, ἐγὼ θ’ ἐπέγ’να σοῦ Νικόλα κές’ νὰ τερῶ πότε θὰ δαβαίν’ κά, κάτ’ θ’ ἐσημαρλάευα τον, ἅμα μετ’ αἴκον καιρὸν πουδὲν ’κ̌ὶ πάω, τὴν ψ̌ή μ’ σò γιαπάν’ ’κ̌’ εὗρα,—κ’ ἔψεν τ’ ἄψιμον, ἐποῖκεν τὸν τσίχαρον ἀτ’, τὰ ξύλα ἐλαντάξαν κι ἀτὸς ἐκαλοκάτσεν.
Ἡ καρή ἐτέρενεν τὰ σχέδια ’χαλάαν πρέπ’ νὰ παίρ’ τ’ ἔμπρα̤ ’θε:
—Νέπρε κιὰ παρὲ ἃς ἐλανάριζαμε ἀοῦτα τὰ μαλλία, κ’ ἔκχ̌εν κὰ τὸ σακκὶν τὰ μαλλία κ’ ἐρχίνεσαν. Ἐριφ’ς ξάν’, κ’ ἐείνε λαναρίζ’. Πολλά ’κ ἐδέβεν: κρίκ! κρίκ! κάτ’ χτυπὰ σὴν πόρταν. Ἡ καρή ἐτσ̌άκεψεν τὴ δουλείαν: ὁ φίλος ἀτ’ς ! ’Αμὰν τὸ τερτίπ’, ἐρχίνεσαν τὴν τραῳδίαν:
«Ἅνεμε κι ἀγράνεμε ντὸ χτυπᾶς τὸ καρακίδ’,
ἄντρας-ι-μ’ ξάν’ τὸ μαλλὶν κ’ ἐγὼ ἀπάν’ σὸ λαναρίδ’»
(παραλλαγή... κ’ ἐγὼ ἡ λαναρίστρα̤).

Σημ. Ἀνάλογο ἀνέκδοτο με τις παρακάτω παραλλαγὲς ὑπάρχει καὶ στὴν Τῆνο (δὲν ξέρω ἂν καὶ σ’ ἄλλα μέρη τῆς ’Ελλάδας). Ἡ πληροφορία τῆς κ. Κατίνας Φωσκόλου Τηνιακῆς, κατοίκου ’Αθηνῶν, Σ. Κροκιδᾶ 27.
α) ”A Βοριὰ καὶ Νότα, μὴ χτυπᾶς τὴν πόρτα, ἄντρας μου
σακκιὰ δὲν εἶχε καὶ στὸ μύλο δὲν ἐπῆγε.
β) Φύγε μπαμπούλα ἀπ’ ἐδῶ
[καὶ τοῦ παιδιοῦ ὁ μπαμπᾶς εἶναι ’δῶ
κι’ ὅταν φύγῃ ὁ μπαμπᾶς ἔλα μπαμπούλα νὰ τὸ φᾶς. Διαλεκτολογία Πόντου, Ιδιωματισμοί της Ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία, διηγήσεις, θρύλοι, μύθοι

Λεξιλόγιο: τοῦ γυναικίων μαναχὸν ’κ̌ὶ τελεῖ’νταν (φρ) = τῶν γυναικῶνε μόνο δὲν τελειώνουν—πολλά ’ναι ποὺ σκαρώνουν οἱ γυναῖκες / ἐκαραμούτωσεν = σκοτείνιασε, κατσούφιασε / συντυλίζ’ = τυλίγει tο ένα με το άλλο, δέρνει ἄγρια / ἐπαῖρεν κὰ τὸ χ̌ονωτόν = ἄρχισε νὰ χιονίζῃ με τὴν ψυχή του / θ’ ἐπέγ’να = θὰ πήγαινα / θὰ δαβαίν’ κά = θὰ ἀναχωρήσῃ κάτω (στὴν Τραπεζοῦντα) / θ’ ἐσημαρλάευα (τουρκ. ismarlamak) θὰ παράγγελα / μετ’ αἴκον = με τέτοιο / πουδὲν = πουθενά / τὴν ψ̌ή μ’ σò γιαπάν’ ’κ̌’ εὗρα = (φράση) δὲν βρῆκα τὴν ψυχή μου στὸ ὕπαιθρο, δὲ κινδυνεύω τὴν ζωή μου / τσίχαρον = τσιγάρο / ἐλαντάξαν = ἔλαμψαν με τὴ ζωηρὴ ἀνάφλεξη / ἐκαλοκάτσεν = στρογγυλοκάθισε / ’χαλάαν = χαλάσανε / νὰ παιρ’ τ’ ἔμπρα ’θε = (φράση) νὰ πάρῃ τὸ μπρός του, νὰ προλάβῃ / Νέπρε = προσαγόρευση στοὺς ἄρρενες / κιὰ παρὲ = λοιπὸν μιὰ κ’ εἶναι ἔτσι / ἔκχ̌εν κά’ = ἄδειασε χάμου / ξάν’ = ξαίνει / πολλὰ ’κ̌ ἐδέβεν = δέν πέρασε πολλὴ ὥρα / ἐτσ̌άκεψεν τὴ δουλείαν = (φράση) ἀντιλήφθηκε τὸ πρᾶγμα (τουρκ. çakmak = ἐννοῶ, καταλαβαίνω) / ἀμὰν = (τουρκ. hemen) ἀμέσως / τερτίπ’ = (τουρκ. tertip) τέχνασμα / καρακίδ’ = μάνταλο / σὸ λαναρίδ’ = στὸ λανάρι.

Διαλεκτολογία Πόντου - Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print