Στείλ΄τε τον σο Μοναστήρ’ – Λαϊκά παραμύθια της Χαλδίας του Πόντου από την συλλογή του Α. Σουμελίδη
Εἶνας χωρέτες, σὴ κρεατινῆς τὴν ἑβδομάδαν, εὑρέθεν σ’ ἕναν μοναστήρ. Ἐκεῖν τὴν ἑβδομάδαν οἱ καλογὲρ ἔτρωγαν κ’ ἔπιναν. Ὁ χωρέτες σὸν οὐρανὸν ντ’ ἐράγεβεν σὴν γῆν εὗρεν-ατο.
Ὄλεν τὴν ἑβδομάδα μὲ τοι καλογὲρς ἐντάμαν ἔτρωγεν κι’ ἔπινεν, κι’ ἄμον ντ’ ἐλογαρίασεν, ἀσὸ μοναστὴρ καὶ καλλίον πουθὲν ’κ̌’ ἐπορεῖ νὰ εὑρίκ κι’ἀγὲτς πὰ ἐσέγκεν σὸ νοῦν-ατ ν’ ἀπομέν ἐκεῖ. Ἐθάρρ’νεν οἱ καλογὲρ ἄλλο τιδὲν δουλίαν ’κ̌’ ἔχνε καὶ πάντα τρώγ’νε καὶ πῖνε. Ἐδέβαν τ’ ἐμπονέσ̌τα κ’ ἔρθεν ἡ μεγὰλ’ Δευτέρα. Τὴ μεγὰλ’ Δευτέραν πρὶν ξημερῶσνε, ἐπέραν-ατον κ’ ἐπῆγαν σὴν ἐκκλησίαν, ἐκιαπὲς δέβασμα καὶ γονατοκλισίας. Ἀσὴν ἐκκλησίαν σὸ κελὶν κι’ἀσὸ, κελὶν σὴν ἐκκλησίαν, ἀπὸ πουρνοῦ ὡς τὸ βράδο, μετάνα̤ς καὶ γονατοκλισίας, πεινασμένος ἔπεσε κ.ά. Τὴν Τρίτ, ἳνταν ἐποῖκαν τὴν Δευτέραν, τιδὲν ὁπὶς ’κ̌’ἐφέκαν. Τὴν Τετράδ ἀσὸν λιμὸν ἐπόνεσεν ἡ κοιλία-τ καὶ ’κ̌’ ἐπόρεσεν νὰ σκοῦται ἀσὸ κρεββάτ. Οἱ καλογὲρ ἄμον ντο ’κ̌’εἴδαν-ατον σὴν ἐκκλησίαν, ἔρθαν νὰ τεροῦν ντ’ ἔπαθεν.
Ἐσέβαν ἀπὲς σὸ κελίν, ἀτὸς κοὺζ καὶ βαρκίζ:—Ἢ κοιλία-μ!!! Ἢ κοιλία-μ!!!
— ’Ἀτώρα λαρώνω-σε,—εἶπεν ἕνας καλόγερος κ’ ἐπῆγγεν ἐχουλίασεν ἕναν λαδὰς, κ’ ἔρθεν νὰ θέκιατο ἀπὰν σὴν κοιλίαν-ατ.
— Λελέβω-σε,—εἶπεν-ατον—ἀτὸ ἀπ’ ἕξ εὐλογίαν ’κ̌’ ἐφτιάϊ, ἀπο-πὲς δῶσ’μ-ατο.
Σὸ λημέρα κές, ἐθέκαν τὸ τραπὲζ καὶ ἀτὸς πὰ ἐσκῶθεν καὶ μὲ τοι καλογὲρς ἐντάμαν, ἔφαγεν (ποὺ τὰ φαγία τὴ κρεατινῆς τ’ ἑβδομάδας) ὅλα ξεροφαγίας. Τὴν νύχταν ὁ χωρέτες κρυφὰ, κρυφὰ, ἐφέκεν κ’ ἔφυγεν ἀσὸ μοναστὴρ. Σὴν στράταν ποὺ ἐπέγνεν ἔρθεν ράστια ἕναν δύο παιδία, ντὸ ἐσέγκαν ἕναν σκοινὶν σ’εἶνος σκυλὶν γουλὰν κ’ ἐσπίναναν νὰ φουρκίζν’-ατο.
—Παιδία—εἶπεν—μ’ἐμπαίνετε σὴ σκὺλ τὸ κρίμαν.Ἆν θέλετε νὰ ψωφίζετ’-ατον, στείλτ’ατον σὸ μοναστήρ. Διαλεκτολογία Πόντου, Ιδιωματισμοί της Ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία, διηγήσεις, θρύλοι, μύθοι - Χαλδία - Αργυρούπολις Πόντου Gümüşhane (Πόλεις, Κωμοπόλεις, Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Χοροί, Θρύλοι, Παραδόσεις, Πρόσωπα)
Στείλ΄τε τον σο Μοναστήρ’ – Λαϊκά παραμύθια της Χαλδίας του Πόντου από την συλλογή του Α. Σουμελίδη
Λεξιλόγιο: Ἐράγεβεν = ἐγύρευε / ἀγὲτς = ἔτσι / ἐσέγκεν = ἔβαλε / τιδὲν = τίποτα, καμμιά / ἐμπονέσ̌τα = ἡ τελευταῖα Κυριακὴ τῶν ἀπόκρεω / ἀσὴν = ἀπ’ τὴν / ἀσό = ἀπ’ τὸ / πουρνοῦ = πρωΐ, πρωΐ / κὰ = κάτω / ἳνταν = ὅτιδήποτε / ἐποῖκαν = ἔκαμαν / νὰ σκοῦται = νὰ σηκωθῇ / ἐσέβαν = ἐμπῆκαν / κοὺζ καὶ βαρκίζ = φωνάζει καὶ τσιρίζει / λαρώνω = θεραπεύω / ἐχουλίασεν = ἐθέρμανε / λαβὰς = πίττα / νὰ θέκι-ατο = νὰ τὸ τοποθετήσῃ / λελέβω-σε = νὰ σὲ χαρῶ / λημέρα = μεσημέρι / ἔρθεν ράστια = συνήντησε / γούλα = λαιμός / ἔσπινκαν = ἔσφιγγαν / νὰ φουρκίζν-αζο = νὰ τὸ πνίξουν
Διαλεκτολογία Πόντου - Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.comα