Εναν τρανόν ψέμαν (Παραμύθι) - Κώστας Κωνσταντινίδης, Γούς (Χούς) Χάραβα Χαλδίας Πόντου
Εναν τρανόν ψέμαν (Παραμύθι) - Κώστας Κωνσταντινίδης, Γοὺς Χάραβα
Ἕνας χαμαιλετάρτς ἔλεεν πολλὰ ψέματα καὶ ἐκόμπωνεν τὸν κόσμον. Ὅποιος ἐπέν'νεν 'ς σὴν χαμαιλέταν ἀτ ν' ἀλέθ , ἀτὸς ἔλεεν ἀτον «ἔλα ἂς λέγομε ἀπ᾿ ἕναν ψέμαν. Ἀνὲν τ᾽ ἐσὸν τὸ ψέμαν τρανόν, νὰ δίγω σε διπλὰ τὰ κοκκία τ᾽ ἔγκες, καὶ ἂν ἐκ᾿ ἔν , ἀτότε ἀφήντς καὶ τ' ἐσὰ καὶ πᾶς εὔκαιρος ς σ᾽ ὀσπίτι σ ». Ἀτὸ ἐποίν' νεν ἀτός, ἐκέρδιζεν τὸ γάβλ᾽ καὶ μὲ τ᾿ ἀτὸ ἐγόμωσεν τὴν χαμαιλέταν ἀτ μὲ τ εἵνονος καὶ τ' ἄλλονος τὰ κοκκία. Ἀτὸ τὴ μασαλὰνι ἔκ'σεν ἀτο ἕνας μελισσὰς καὶ εἶπεν τὸν νιαυτόν ἀτ «ἐγὼ θὰ πάω ἀτὰ τὰ κοκκία τ ἐπέρεν μὲ τὰ ψέματα τ , ἐγὼ ὅλα θὰ παίρ᾽ ἀτα». Φορτών᾽ ἕναν ἀραπὰν κοκκία μὲ τὸ γαϊδούρ 'κ ἐπῆεν, ἀτὸ ὀλίγα κουβαλεῖ καὶ πάει ς σὴ χαμαιλέταν. Ὁ χαμαιλετάρτς ὁντὲς εἶδεν ἀτον «ὤχ, εἶπεν, τρανὸν ἄβ' ἔρται». Ἄρ᾿ ἐκάτσαν, λέει ὁ χαμαιλετάρτς –ἅμον τ ἐποῖκεν μὲ τ ἄλλτς «ἔλα, ἂς λέομε ἀπ᾿ ἕναν ψέμαν καὶ ἤντινος ἔν᾿ τρανόν, θὰ κερδίζ τὸ γάβλ΄». «Καὶ ποῖον ἔν᾿ τὸ γάβλ;». «Τὸ γάβλ᾽ ἔν , ἂν νικᾶς με ἐσύ, θὰ παίρτς ἀτα διπλὰ τὰ κοκκία τ᾽ ἔγκες. Καὶ ἂν νικῶ σε ἐγώ, θ᾽ ἀφήντς τ ἐσὰ καὶ πᾶς». Ὁ μελισσὰς ἐδέχτεν. Λέει ἀτον ὁ χαμαιλετάρτς «ἀρχίνα καὶ πέει ἐσὺ πρῶτα...». - «Καλά», εἶπεν ὁ μελισσὰς καὶ ἐρχίνεσεν καὶ λέει: «Ἕναν ἡμέραν ἐγὼ ἐκάτσα καὶ ἐμέτρανα τὰ μελεσσίδα μ . Ἕναν μελεσσίδ τὸ βράδον ἐτέρεσα κ᾿ ἔρθεν. Ἐσ’κώθα τὸν πιρνὸν νὰ πάω ἀραεύω τὸ μελεσσίδ᾽ ἀτό. Ἐξέβα ς ἕναν ρακάν᾿ ἀπάν καὶ τερῶ ὁλόερα, πουδὲν ὁλόερα κὶ φαίνεται. Ἐπεκεῖ τερῶ ἀφκὰ χαμελὰ ᾿ς σὸ γιαζὶνς ἀπέσ᾽, ἐλέπω εἵνας ἐπίασεν ἀτὸ τὸ μελεσσίδι μ κ᾽ ἐγόσεψεν μὲ τὸ βοὐδὲν ἀτ καὶ λαλεῖς τὸ χωράφ . Ἐκατῆβα ἐκεικὰ καὶ λέγ᾿ ἀτον “ἀτὸ τὸ μελεσσίδ᾽ τ ἐμὸν ἔν᾽, ποῦ εὗρες ἀτο καὶ ἐγόδεψες ἀ;”. Λέει με « , τ' ἐσὸν ἀς σὸ ἔν᾽, ἔπαρ το». Ἐπέρα ἐγὼ τὸ μελεσσίδι μ’ κ᾿ ἔρθα, ἄμαν ἀτὸ τὸ μελεσσίδ᾽ ἀτξαμὶν ἔτονε ς σὸ ζυγών καὶ ἐπρέστεν ἡ γούλα θε. Ἐρώτεσα «ντό νὰ ᾿φτάγ᾿ ἀτο καὶ ᾿ίνεται καλά», εἴπανε με «ἄλειψον καρυδί᾽ ἐλάδ καὶ νὰ ᾿ίνεται καλά». Ἐγὼ ἔλειψα το καρυδί᾽ ἐλάδ κ ἐφύτρωσεν ἐκειαπάν' 'ς σὴν γούλαν ἀθε ἕναν δεντρὸν καρύδ΄. Ἀτὸ τὸ δεντρὸν ἐτράνυνεν, ἔγκεν καρύδα, ὁ κόσμος ἐπέν' νεν κ᾿ ἔρχουτουν ἐσύρ'νεν ς σὰ κλαδία 'θε λιθάρᾳ καὶ χώματα, ἔρουζαν ἀφκὰ τὰ καρύδα κ ἐπαίρ' ναν ἀτα κ' ἐπέν'ναν. Ἄμαν, μὲ τὸν καιρόν, μὲ τὰ πολλὰ τὰ χώματα καὶ τὰ λιθάρα τ' ἐστοιβάγαν ἐκειαφκά, ἔντον ἕναν ἅμον χωραφόπον. Τὰ καρύδα τ' ἐρούζ'ναν ἀφκὰ ἐπέν'νεν ἔτρωεν άτα ἕνας μουχτερός. ᾿Σ ἀτό, ἀπάν᾿ ἔρται ἰράστα ἕνας ἀβτζής, σύρ' κρούει καὶ σκοτών᾿ τὸν μουχτερόν. Ἐπῆρεν ἔγδερεν ἀτον καὶ ἀποπίσ᾽ ἀς σὰ κάκκαλα 'θε σύρ' ἐβγάλλ᾽ ἕναν χαρτὶν γραμμένον τ ἔλεεν «χάμαιλεταρ᾽, ἐχάσες τὸ γάβλ᾽». Ὁ χαμαιλετάρτς ἁμὸν τ ἐτέλεσεν ὁ μελισσάς, ἐνοῦντσεν, «ἀπ᾿ ἀτὸ καὶ τρανὸν ψέμαν ἄλλο 'κὶ ᾿ίνεται», ἐφόρτωσεν 'ς σὴν ἀραπὰν ἀπάν τῆ μελισσᾶ ὅσον τὸ εἶχεν κι ἄλλο κοκκία κ ἐδέβασεν άτον πλάν.
Κώστας Κωνσταντινίδης, Γοὺς Χάραβα Γεωγραφικό Λεξικόν Χαλδίας Πόντου 34ο Χανακάδες, Χούς Χάραβα, Χάραβα Κινεή, Χαρπούζι
Λεξιλόγιο:
ὑπόθεση (ΙΛΠ). // μελισσοκόμος. // τὸν ἑαυτό του (ΙΛΠ). // κυνήγι, θήραμα (ΙΛΠ). // ράχη ὑψώματος, βουνοῦ κλπ. (ΙΛΠ). // κάμπος (ΙΛΠ). // ἔζεψε (ρ. γοσεύω, ΙΛΠ). // ὀργώνει (ρ. λαλῶ, ΙΛΠ). // ἄμαθο, ἄπειρο (τουρκ. acemi, ET-TE 195). // κυνηγός (ΙΛΠ). // τὸν ἐξαπόστειλε (ρ. δεβάζω: περνῶ, ΙΛΠ). Διαλεκτολογία Πόντου, Ιδιωματισμοί της Ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία, διηγήσεις, θρύλοι, μύθοι
Στο παραπάνω κείμενο έχει διατηρηθεί η αρχική σύνταξη και ορθογραφία αν και σε πολλά σημεία υπάρχουν λάθη.
Διαλεκτολογία Πόντου - Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com