Μονάζω - Μονάσω - Μονή. Διαλεκτολογικά κείμενα Πόντου, του κ. Ιωακείμ Σαλτσή
Μονάζω - Μονάσω - Μονή. Διελεκτολογικά κείμενα Πόντου, τοῦ κ. Ιωακείμ Σαλτσή
Μονάζω: Λοιπὸν ὑπάγετε καλῶς καὶ μόνη πάλιν πέσω, μονάσω (=θὰ μείνω ὁλομόμαχη) πάλιν ὡς ὀψέ (=κάπου ἀργά) καὶ πάλιν ἡσυχάσω. Κ. 2019.
Τὸ κλασσικὸ «μονάζω» σημαίνει: ζῶ μόνος. Στὴ βυζαντινὴ περίοδο πῆρε καὶ τὴν ἔννοια: ἀσκητεύω. Ἡ λέξη διατηρήθηκε στὴν Ποντιακή, ὅμως μὲ τὴ σημασία τοῦ : προσφέρω φιλοξενία, διαμονή, διανυχτέρευση σὲ ἰδιαίτερο δωμάτιο ἢ ἁπλῶς κατάλυμα σὲ ξένο, ἐπίσης κρατῶ, τὴ νύχτα, συντροφιὰ κάποιον που εἶναι μόνος. Παράγωγα ἀπὸ τὸ μονάζω ἔχομε τά: μόναγμαν, μόνασμαν, μονὴ (=φιλοξενία γιὰ διανυχτέρευση). Στὴν Ἄδισα καὶ ἄλλα χωριὰ τῆς Χαλδίας εἶχαν καὶ τὴ λέξη «μονατός», μὲ τὴν ἴδια σημασία. ΑΠ. 20, σ. 135.
Κοτύωρα: Τὸν ξένον τὸν ἄνθρωπον ποιος μονάζ', τὸν Χριστὸν μονάζ'. Ἔρθαν τρί' νομάτ' ὁλόξενοι. Ὁ ἀφέντα μ' ὁ Νικηφόρον ἐπῆρεν ἀτ'ς ἀπέσ', ἐμόνασεν ἀτ'ς, ἐφάσεν κ' ἐπότ'σεν ἀτ'ς κι' ἀς τ' ἔνοιξεν ὁ καιρός, ἀπεχαιρέτ'σαν κ' ἐδέβαν πλάν. Τὸ μόναγμαν εὐλοῖαν ἔν' 'ς σ' ὁσπίτ', εἶντἂν ἔξοδεύς, ὁ Θεὸς δῖ' σ' ἀτα πλέα καὶ πλέτερα. 'Απόψ' 'α μονάζω τὴν ἀδελφή μ', ἄντρας ἀτ'ς επήεν 'ς σὸ χωρίο. ΑΠ. 7, σ. 147. 'Απόψ' θὰ μονάζομε τὴν ἄχαρον π' ἐπέθανεν, τὴν Εὐτέρπην—τὸ ὑστερόν'ν ἡ νύχτα τ'ς ἔν'.
Κερασούντα: Οἱ Κερασουνταίοι φάζουν, ἅμα ‘κ̌ι΄‘ μονάζουν, οἱ Ὀρτουλοῦδοι ἔμ' φάζουν ἔμ' μονάζουν. ('Ἀνέκδοτο: «Ὁ Πεῖκας κι' ὁ Ἀμανατίκας). ΑΠ. 19, σ. 287.
Χαλδία: Ἕναν ἡμέραν σῖτᾶ ἔρχουσον 'ς σ' ὁσπίτ' ν-ἀτ', ἐτέρεσεν ἔρθεν 'ς σὴν πόρταν ἀτ' ἕνας χ̌ιλέμορφος ἄντρας καὶ δώδεκα νομάτ' συντρόφ'... κ' ἐπαρακάλεσαν άτον νὰ μονάζ' ἀτ'ς. ΑΠ. 15, σ. 116.
Μονὴ: Σίδερα τὸν ἐφόρεσαν, εἰς φυλακὴν τὸν βάνουν· ἁπλῶς οὐδὲν τὸν ἤφηκαν (=μόνο που δὲν τὸν ἄφησαν) τὸ νὰ κακοπαθήσῃ εἰς τὴν μονὴν (=στὴ διαμονή), εἰς τὴν στρωμνήν, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν του. Κ. 2331.
Ἡ «μονὴ» στὴν ἀρχαία σήμαινε: διαμονὴ ἀλλὰ καὶ χρονοτριβή, ἀργοπορία. Στὴ βυζαντινή: διαμονὴ ἀλλὰ καὶ μοναστῆρι. Στὴν Ποντιακὴ διαφυλάχτηκε μὲ τὶς σημασίες: διαμονή, διανυχτέρευση, προσφορὰ φιλοξενίας ἀλλὰ καὶ μοναστῆρι, σὲ ὁρισμένες περιφέρειες.
Κοτύωρα: Ἔφτωχοι εἶμες, ἄμαν γιὰ τὴν μονὴν (=μόναγμαν, μονατόν, διαμονή...) ὅσταν ἔν', πάντα πα ἔλα μένον.
Σάντα: Ὅλᾶ τ' ὀρνα̤ 'ς σὴν μονὴν (=στὴ διανυχτέρευση, στὸν τόπο τοῦ ὕπνου) κι' ὁ χόχορον (=ἡ κουκουβάγια) 'ς σὴν βοσ̌κὴν (Γιὰ τὸν ἰδιότροπο, τὸν ξενότροπο, τὸν αἰώνιον ἀντίρρηση). ΑΠ. 3, σ. 15.
Σταυρί: Ἡ κλήδα κ' ἡ μονὴ καὶ τῆ δεντροῦ τὰ φύλλα. (Σημαίνει: Μεγάλο πλῆθος, ὅπως στὸ ἔθιμο τοῦ κλήδονα, στὸ μοναστῆρι...). Μεταφορά. ΑΠ. 9, σ. 76.
Χαλδία: Κι' ἄν θέλτς φαγίν, μονὴν, ποτήν, ἐγὼ ἐσὲν μονάζω. ('Ἀπὸ ἡρωϊκὸ ἆσμα...).
Μονάζω - Μονάσω - Μονή. Διελεκτολογικά κείμενα Πόντου, τοῦ κ. Ιωακείμ Σαλτσή - Πηγή: Ποντιακή Εστία 1961
Διαλεκτολογία Πόντου - Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com