Ιδιωματισμοί της Ποντιακής διαλέκτου: Χωρολόγι, Μανάτια, Τσααιτεύω, Γουζίν, Έφαγαμε - έπαμες, Κορκόδειλας. 'Α Μέρος
Χωρολόγι
Η «Χώρα». Γενικώς οι ξένοι, σε αντίθεση με τα συγγενικά πρόσωπα. Η χώρα ντο λέει μη τερείς = μη κοιτάς τι λένε οι ξένοι. Τη χώρα π’ ακούει, τη χώρας γίνεται = όποιος ακούει τις συμβουλές των ξένων αποξενώνεται απ’ την οικογένειά του.
Τη χώρας τα λόγια̤ = ξένες, ανεύθυνες φήμες. Χωρολόγι = Προκειμένου να επιστήσουν την προσοχή των μικρών ώστε να συνηθίζουν να είναι σεμνοί στην εμφάνισή τους, μόλις φαινόταν η γύμνια τους, φώναζαν : Χωρολόγι ! Χωρολόγι ! που σήμαινε Ντροπή, θα σε γελά ο κόσμος. Οι μικροί έσπευδαν να κρύψουν την γυμνότητα τους κι έτσι από μικρή ηλικία συνήθιζαν στη σεμνότητα.
Μανάτια
Εμείς χρησιμοποιούσαμε την λέξη κολονκύθ’ και διακρίναμε μόνο εκτός απ τα συνηθισμένα, τα νεροκολόνκυθα (γιατί τα χρησιμοποιούσαν και ως δοχεία νερού) και μελοκολόνκυθα (τουρκιστί μπάλ γαπαού), κόκκινα μακρουλά και πολύ γλυκά. Τα κολοκύνθια χρησιμοποιούνταν στη μαγειρική με κρέας, με τσιργάνια (τσιγαρίδες από λίπος – άλειμμαν), με γάλα (γαλοκολόνκυθο) ή ξερά κομμένα σε λωρίδες. Επίσης και σε πίττες διαμέσα̤. Στη Ματζούκα εκτός της λέξης κολονκύθ’ ήταν σε χρήση και η λέξη μανάτ’ – μανάτα̤ = βρασμένα κολοκύθια, φουρνομάνατα = κολοκύθια ψημένα σε φέτες στο φούρνο, μανάτ’ κολονκύθ’ = άσπρο και γλυκό κολοκύθι, καστανίτσα, κατάλληλο για να ψηθεί στο φούρνο. Εννοείται ότι η λέξη δεν έχει καμμία σχέση με το τουρκικό εμανέτ = παρακαταθήκη, εξ ου και το ανδρικό όνομα Αμανάτς – Αμανάτης και Αμανατίδης. Ούτε θα πρέπει να συγχέεται με τη λέξη μανάτ που σημαίνει ρούβλι. Έστειλεν ατόν ο γυιός ατ’ εκατόν μανάτα̤ . Συνήθως τα ρούβλια τα έλεγαν ασημένα̤. Πόσα ασημένα̤ παίρ’ την ημέραν; Ενώ οι λογιότατοι τα ρούβλια τα έλεγαν καρποβόλα. Γίνεται λόγος περί ρουβλίων λόγω της πολύ συχνής και τακτικής μετανάστευσης των Ελλήνων Ποντίων στις χώρες της ρωσικής επικράτειας.
Τσααιτεύω
Παλιότερα δοθείσης ευκαιρίας έγραψα πάλι για τη συγκεκριμένη λέξη αλλά από λάθος την κατέγραψα ως τσαετεύω. Το πρώτο συνθετικό -τσα- έχει τη σημασία του λεπτός, ολίγος. Τσατσίν = ξερό κλωνάρι-λεπτό κλαδί. Εξέβεν ση κορώνας τα τσατσία ή κλαδία = βγήκε στα λεπτά κλαδιά όπου μόνο η κορώνα μπορεί να κρατηθεί. Τσατσία και κλαδία πιάν’ = λέγεται για άνθρωπο που βρίσκεται σε αμηχανία και επιζητεί προφάσεις και δικαιολογίες. Τσατσοφωτίζ’ αρχίζει να φέγγει, έρχεται η αυγή, εξ ου και τσατσοφώτιμαν = γλυκοχάραμα. Με τη λέξη αυτή ως πρώτο συνθετικό και τη σημασία του ολίγος παράγεται το τσααιτεύω = μαζεύω λίγα απ’ τα υπολειπόμενα. Όταν τίναζαν απίδια, μήλα, καρύδια και μάζευαν τα φρούτα, θεωρούσαν αμαρτία να μαζέψουν όλα τα φρούτα, αλλά επιβαλλόταν να αφήσουν μερικά πάνω στα δέντρα για τους διαβάτες. Τα παιδιά ή οι διαβάτες μάζευαν αυτά τα υπόλοιπα, ετσααίτευαν, περισυνέλεγαν τα τσααίτα̤. Χάϊτε πάμε τσααιτεύομε τη Κλωνάρας το σποντυλάπ’. Επίσης τσααίτα̤ λέγονταν τα λίγα χόρτα που έμεναν κατά το θέρος αραιά στα βουνά, στα λαγκάδια, στους βράχους και τα οποία μάζευαν, ξέραιναν και τα ανακάτευαν στα άχυρα για τα ζώα. Έλεγαν : επήγαμε ‘ς σα τσααίτα̤.
Γουζίν
Το αντίθετο της κόψης του μαχαιριού, του τσεκουριού, του σκεπαρνιού και γενικώς κάθε κοπτικού οργάνου. Τη μαχ̆αιρί το γουζίν, τ’ αξιναρί το γουζίν. Εντώκεν ατον με τη κάμας το γουζίν. Τ’ ατουνού ο νούς πα κόφτ’ άμον τ’ αξιναρί το γουζίν = δεν κόβει το μυαλό του. Γουζωτός = χοντροκέφαλος, αυτός που δεν μπορεί να καταλάβει να εμβαθύνει σε κάποιο νόημα ή κατάσταση. Γουζία παρανύφ’σσα = άμυαλη γυναίκα που δεν κόβει το μυαλό της. Η λέξη δεν έχει καμμία σχέση με το γούζο (τουρκικά) = ανήλιο μέρος, αντίθετο προς το ηλέπορον, ηλιακόν.
Έφαγαμε – έπαμες
Οι Δεσμενέτ’ στην περιφέρεια Κιουρτούν, μεταχειρίζονταν τον δωρικό τύπο έφαγαμες, έπαμες, έρθαμες κτλ. αντί του έφαγαμε, έπαμε, έρθαμε. Είναι άξιο παρατήρησης ότι οι Κοτυωρίτες (Ορτουλούδες) που ως γνωστόν αποικίστηκαν απ’ το Κιουρτούν και διατήρησαν το γλωσσικό ιδίωμα της περιφέρειας εκείνης δεν χρησιμοποιούσαν αυτόν τον δωρικό τύπο επικοινωνίας.
Κορκόδειλας
Ευτυχώς για τους Έλληνες του Πόντου, ο Δαφνοπόταμος και ο Χαρσιώτης, ο Ίρις και ο Άλυς δεν είχαν κορκόδειλους. Η λέξη όμως υφίστατο . Υπήρχε στην πατρίδα μας ένα σκουλήκι μεγάλων διαστάσεων μάκρους έως 0,50μ και πάχους περίπου ανδρικού δακτύλου, το οποίο ονόμαζαν κορκόδειλαν.
Πηγή: Π.Η.Μελανοφρύδης - Ποντιακή Εστία Τεύχος 147-168ον. Συνεχίστε την ανάγνωση σας στα επόμενα αφιερώματα.
Ποντι(α)κή Διαλεκτολογία - Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com