Ιστορία της Κρώμνης Α.Ι. Παρχαρίδου Ποντιακή Εστία τεύχος 53-54ον - Θρησκεία

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Ιστορία

Κρώμνη - Ενορία Αληθινής - Παλληκάρια της Κρώμνης μπροστά στον Ιερό Ναό της Παναγίας του Καστρότοιχου πριν το 1920Θρησκεία. Όταν οι χριστιανοί κάτοικοι από τα όρη κατέφυγαν στη σημερινή Κρώμνη, βρήκαν εκεί παρεκκλήσια και σκήτες ασκητών. Μάλιστα στην περιοχή Καλούλ υπήρχε και η Ιερά Μονή της Θεοτόκου.

Καθώς δε αυτοί ήσαν χριστιανοί και ως όφειλαν, συντηρούσαν τους ναούς τούτους και με την πάροδο του χρόνου ανήγειραν κι άλλους μεγαλοπρεπέστατους. Η Ιστορία της Κρώμνης Α.Ι. Παρχαρίδου Ποντιακή Εστία τεύχος 53-54 "Θρησκεία - Εκκλησία" Αλλά στην Κρώμνη και στη λοιπή Χαλδία δεν παρατηρείται το πολυπληθές εκείνο των εκκλησιδίων της Ματσούκας και μάλιστα των βυζαντινών χρόνων. Και είμαστε σε θέση να θεωρήσουμε ότι οι Χαλδαίοι δεν ήτανε τόσο φιλόθρησκοι όσο και στρατιώται. Τούτο αποτυπώνεται καλύτερα σε ένα ποίημα της εποχής των Κομνηνών, (ιδέ στην ενότητα «ποιήματα») όπου άρχοντες και υπηρέτες δεν δίνουν τον οφειλόμενο και πρέποντα χαιρετισμό σε καλόγερο, τον οποίο το ποίημα ονομάζει Χρυσόγερον(*). Αρχαίες εκκλησίες είναι αρκετές ώστε να δείχνουν ότι ο τόπος δεν ήταν τόσο κατοικημένος άλλοτε όσο επί της εποχής της τουρκοκρατίας, οπότε και ανηγέρθησαν οι περισσότερες εκκλησίες των ενοριών οι οποίες υπάρχουν έως τη σήμερον. Η δε Ιερά Μονή του Καλούλ λέγεται ότι είχε άλλοτε 7 παρεκκλήσια και 26 δωμάτια αλλά στη σημερινή εποχή ούτε οι τοίχοι της δεν έχουν διασωθεί. Εκτός των αναφερόμενων στην ιστορία εκκλησιδίων της ενορίας Σιαμανάντων, ένα αρχαίο παρεκκλήσιο ήταν και η Παναγία του Αληθινού και ο Άγιος Κωνσταντίνος ο οποίος ανοικοδομήθηκε κατά το 1897 όπου και σώζεται μέν επιγραφή αλλά είναι ελλιπής. Επί τουρκοκρατίας, όταν ο πληθυσμός αυξήθηκε, η επικρατήσασα θρησκεία στα φανερά ήταν ο ισλαμισμός, διότι οι κάτοικοι της Κρώμνης κατόπιν βίας όπως και οι κάτοικοι άλλων χωριών και πόλεων, αλλαξοπίστησαν στα φανερά αποδεχόμενοι τον Μωάμεθ, ενώ στα κρυφά διατελούσαν πάλι ως χριστιανοί εκτελώντας όλα τα καθήκοντα του χριστιανού μετά πάσης προφυλάξεως και μάλιστα εν καιρώ νυκτός. Δεν επροδίδοντο, διότι ο προδίδων βεβαίως δεν ήταν δυνατόν να είναι εκ των ομοίων του, ούτε να είναι χριστιανός. Ο τοιούτος στην παραμικρή υπόνοια κίνησης ή διάθεσης καταδόσεως θα ήταν καταδικασμένος. Αλλά όλοι οι Κρωμναίοι δεν ήταν Κρυφοί. Μερικοί από τους κατοίκους και οι περισσότεροι των νεοελθόντων ήταν χριστιανοί και μάλιστα φανατικότεροι των προγόνων τους, διατηρώντας ναούς στα κρυφά και διδάσκονταν για τα καθήκοντά του χριστιανού από τους ιερείς τους. Οι χριστιανοί αυτοί δεν έπαυσαν να φροντίζουν και για τα μοναστήρια. Μετέτρεψαν δε και το ναϊδριο της Παναγίας του αληθινού κατά τις αρχές του 18ου αιώνα σε μοναστήρι αν και ο οσμάν αγάς της ενορίας εκείνης πολύ αντέτεινε. Οι δε Κρυφοί, τους οποίους επισκεπτόταν κατ’ έτος κατά την περίοδο του ραμαζανιού ένας μολάς ο οποίος απεστέλλετο από την Αργυρούπολη από τους εκεί τούρκους και φοβούμενοι μην αποκαλυφθούν, έκτισαν κατά το 1815 ένα τζαμί στο χωρίον Αληθινός και ύστερα έκαμαν και μολά τον μολά-Πεχρέμ, γιο του Σουλεϊμάν-αγά με καταγωγή το χωρίον Αληθινός, ο οποίος ήταν κάτοχος της τουρκικής παιδείας. Κατά το πρώτο μισό του 18ου αιώνος η Κρώμνη πλουτίσασα αρκούντως άρχισε να στολίζεται με ναούς ευπρεπείς, οι οποίοι ανεγέρθηκαν σε διάφορες ενορίες της. Ολίγον κατ’ ολίγον και το αναχωρητήριο μιας γυναικός στην ενορία Οσμανάντων μετατράπηκε σε Μονή καλογραιών, η οποία είναι η Μονή της Μικρέσας λεγομένης Παναγίας. Η αρχή του 19ου αιώνα ήταν για τον τόπο, όπως και για όλον τον ελληνισμό, αρκετά σπουδαία, διότι δια μέσω της παιδείας και των νέων ιδεών είχε σπαρεί ο σπόρος του Εθνισμού και του Χριστιανισμού, της αδιαίρετης εκείνης δυάδας για την ύπαρξη του Έλληνα και με περισσότερη πλέον ελπίδα για το μέλλον βλάστησε διαμέσου της ελληνικής επαναστάσεως και του Ρωσοτουρκικού Πολέμου, κατά τον οποίο όταν οι Ρώσοι έφτασαν μέχρι την Αργυρούπολη, μερικοί από τους αγάδες και πολλοί άλλοι, αναχώρησαν από την Κρώμνη και ακολούθησαν τον ρωσικό στρατό, τον «Μεσσία» των χρόνων εκείνων. Γύρω στο 1835 ένα σπουδαίο γεγονός τάραξε τις τάξεις των Κρυφών αλλά και όλη την χώρα. Ήταν ο γάμος του Αζίζ-αγά, γιου του Μουρτεζέ εφέντη, (τον οποίο αναφέραμε σε άλλο κεφάλαιο) με μια γυναίκα την οποία πήρε από το Κελεβερίκ του Ισπίρ και η οποία ήταν από καθαρό τουρκικό γένος. Οι Κρυφοί της Κρώμνης συνήθισαν να παίρνουν γυναίκες από τουρκικές οικογένειες, αλλά πριν συνευρεθούν με αυτές, φρόντιζαν να τις εκχριστιανίσουν. Λόγω λοιπόν ενός ταξιδιού αναψυχής ή λόγω διασκεδάσεως απεσύρετο το νεαρό ζευγάρι σε κάποια Μονή όπου με διάφορα μέσα κατόρθωναν και βάπτιζαν τη νύμφη ως χριστιανή. Τούτο δε για να ευχαριστήσουν τρόπον τινά το Θείον προς το οποίο αμάρτησαν (όπως έλεγαν), διότι φανερά και ενώπιον όλων αρνούνταν τον Ιησού. Το ίδιο έπραξε και ο Αζίζ Αγάς ο οποίος οδήγησε τη νύφη στη Σουμελά όπου τη βάπτισε και την ονόμασε Σοφία. Η Σοφία όμως επρόκειτο να διαπράξει την ανοησία να προδώσει το σύζυγό της και τους συγγενείς του αγάδες και να τους βάλει όλους σε μεγάλο κίνδυνο, όταν μετά την παρέλευση καιρού έτυχε να μεταβεί στην οικία του πατέρα της. Τότε οι προεστοί αγάδες, τους οποίους κατήγγειλε ο πατέρας της Σοφίας στις αρχές της Αργυρούπολης, περιήλθαν σε δίκη για την οποία ξόδεψαν πολλά χρήματα και μόλις επιτέλους απαλλάχθηκαν αλλά και με την πανουργία της Αφιτάπ, θυγατέρας του Σεϊτά-αγά, η οποία παρουσιάστηκε μετά τη δίκη και απαίτησε την τιμωρία του Αζίζ-αγά διότι αυτή ενώ δήθεν ήταν Αρμένισσα δέχτηκε με βία από αυτόν να αλλαξοπιστήσει και με αυτό τον τρόπο έληξε η δίκη, αποδειχθέντος δήθεν ότι είναι εκ των καλύτερων μωαμεθανών που φροντίζουν για τη θρησκεία. Και επειδή ο λόγος περί της Αφιτάπ, καλό είναι να αφηγηθούμε εδώ ένα επεισόδιο της εποχής εκείνης, του οποίου σπουδαίο πρόσωπο ήταν αυτή η Αφιτάπ. Η Αφιτάπ πήρε σύζυγο τον Εμίν-αγά γιό του Ομέρ εφέντη Βαϊζογλου. Έτυχε κάποτε λοιπόν οι αγελάδες του γιού του, Σονίου, να μπούν στον αγρό τους και για το λόγο αυτό μάλωσαν μεταξύ τους οι γυναίκες τους. Αλλά η σύζυγος του Σονίου έπραξε το λάθος να περιγράψει όσα έγιναν ή λέχθηκαν στο σύζυγό της. Εκείνος δε όπως ήταν παλληκαράς, δεν έχασε καθόλου χρόνο και αμέσως κατευθύνθηκε στην οικία του Ομέρ εφέντη, συνάντησε όμως τον Εμίν αγά κοντά στην οικία του, τον οποίο εφόνευσε και από εκεί έφυγε περιπλανώμενος επί τρία και πλέον έτη στα χωριά μεταξύ Τραπεζούντας και Τρίπολης. Τέλος όμως, ο Παναγιώτης Μουσικίδης, ο παπα-Γεώργιος εκ Σιαμανάντων και ο παπα-Γρηγόριος της ενορίας Μαντζάντων θέλοντας να συμβιβάσουν την υπόθεση, παρακάλεσαν τον Ομέρ εφέντη να λησμονήσει όσα έγιναν και να τον συγχωρέσει επιτέλους. Και τον όρκισαν εις το ιερό Ευαγγέλιο ότι δεν θα τον βλάψει. Και λοιπόν, μετά από λίγες ημέρες για να τους συμφιλιώσουν, έφεραν και τους δύο στο χωριό Σιαμανάντων και αφού αφόπλισαν τον Σονίον, μετέβησαν σε συμπόσιο. Όταν όμως ο Ομέρ εφέντης αναχώρησε από το συμπόσιον, η Αφιτάπ διέταξε κάποιους ζαπτιέδες να συλλάβουν τον Σονίον και να τον οδηγήσουν στην Αργυρούπολη, ενώ η ίδια ακολουθούσε έφιππη. Εκεί λοιπόν στην Αργυρούπολη, παρουσιάστηκε στο διοικητή έτσι όπως ήταν ψηλή, αγέρωχη και ανδροπρεπής και μάλιστα συνοδευόμενη από τον τζιπουκτζήν της, κάνοντας μεγάλη εντύπωση και ζήτησε να δικαστεί ο φονιάς του συζύγου της, ο οποίος και καταδικάστηκε σε θάνατο και κρεμάστηκε άμεσα μπροστά στα μάτια της. Η ίδια επέστρεψε στο χωριό και κατέστρεψε ολοτελώς το σπίτι του. Στις αρχές του 19ου αιώνα οι ενορίες Σιαμανάντων, Φραγκάντων και Μαντζάντων οι οποίες είχαν ως τότε μία εκκλησία, διαιρέθηκαν και έκτισαν εκκλησίες η κάθε μια ιδιαίτερη, με ιδιαίτερο δικό της ιερέα. Και η μέν ενορία του Μανζάντων χωρίστηκε κατά το 1800, του δε Φραγκάντων κατά το 1820. Τη δε γενική εκκλησιαστική διοίκηση κατείχε η Μονή Αληθινού, ο ηγούμενος της οποίας εκπροσωπούσε τον Μητροπολίτη. Ηγούμενοι δε από τις αρχές του αιώνος μέχρι της καταλύσεως της Μονής επί Θεοφίλου ήσαν οι: Γερβάσιος ο Γιμεραίος (εκ της Ίμερας), ο Βαρνάβας και ο Καλλίνικος.

Η συνέχεια στο επόμενο…

(*) Χρυσόγερον = Αλλά και στα Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα της Χαλδίας σε υπαγόρευση του Γεωργίου Κανδηλάπτη συναντούμε το ποιητικό κείμενο: «Άγιος Βασίλης έρχεται κι από την Καισαρεία, χρυσόγερον επέντεσεν με τη χρυσή μαμέλαν, σην ράβδα̤ν επεκούμπιξεν κι ατόν απηλογάται…»

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print