Μια μικρή ιστορία από την ζωή των Κλωστών της Τραπεζούντας, του Μιχαήλ Μεταλλείδη
Υπάρχουν πολλά παραδείγματα κατά τα οποία ο φανατισμός και η χριστιανική ευλάβεια των Κλωστών*, εκδηλούμενα καθ’ όν τρόπον εξεδηλούντο προκαλούσι και σήμερον ακόμα τον θαυμασμόν, την συγκίνησιν, τα δάκρυα.
Ένα από τα πολλά αυτά παραδείγματα είναι και αυτό που θα διηγηθώ παρακάτω όπως ακριβώς το άκουσα από τον μακαρίτη πατέρα μου. Σε απόσταση 4-5 ωρών από την Τραπεζούντα στην απότομη πλαγιά ενός υψηλού βουνού που σαν ουράνιο μετέωρο φαίνονταν από όλα τα σημεία της Τραπεζούντας και του οποίου η χιονοσκεπής κορυφή χάνονταν κάθε τόσο ανάμεσα στα σύννεφα, βρίσκονταν σκαρφαλωμένο το γραφικό χωριουδάκι Καρλούκ (Χιονότοπος). Μια μικρή ιστορία από τη ζωή των Κλωστών της Τραπεζούντας του Πόντου Οι κάτοικοι του Ρωμηοί και τούρκοι ζούσαν ως επί το πλείστον από την κτηνοτροφία, μα πιο πολύ από το χιόνι που μαζεύανε τον χειμώνα σε ειδικά πηγάδια και το πουλούσαν ύστερα την άνοιξη. Τα χρόνια εκείνα που οι παγοποιητικές μηχανές δεν είχαν φθάσει ακόμα ως τα μέρη μας, το απόμερο αυτό χωριουδάκι τροφοδοτούσε την Τραπεζούντα με πάγο. Ωστόσο, όταν περνούσε η εποχή του πάγου, οι φτωχοί Καρλουκιώτες κατέβαζαν κάπου κάπου και πωλούσαν και από κανένα φόρτωμα καυσόξυλα. Τους έβλεπε κανείς κάθε απόγευμα ηλιοψημένους και ροδοκόκκινους καβάλα στα κουρασμένα ζώα τους να επιστρέφουν στο χωριό τους. Για να πήγαινε κανένας στο Καρλούκ έπρεπε να διαβεί την μεγάλη γέφυρα του Ταμπακ Χανέ (Ταπάχανα), να περάσει μπροστά από την κύρια είσοδο του Διοικητηρίου (Ορτά Σαράϊ), να αφήσει αριστερά του το μεγαλοπρεπέστατο τζαμί που στα χρόνια των Κομνηνών ήταν εκκλησία και ετιμάτο ως Παναγία η Χρυσοκέφαλος, να περάσει την άλλη μεγάλη επίσης γέφυρα του Ζάνος (Ζάνος Κιοπρουσού) και να βγει στη μεγάλη πλατεία του Καπάκ Μεϊντάν και από εκεί πέρα να πάρει το δρόμο του χωριού. Τον ίδιο δρόμο ακολουθούσαν ως ένα σημείο και εκείνοι που θα πήγαιναν στην Κιθάραινα, στο Αργαλή, στην Χωλομάννα, στα Πλάτανα κτλ. Ο παπάς του Καρλουκιού, ένας σεβάσμιος γεροντάκος, μη μπορώντας να ζήσει με τα λίγα καπνικά που του δίνανε οι ευσεβείς ενορίτες του, κατέβαζε και αυτός και πουλούσε κάπου κάπου κανένα γαϊδουροφόρτ’ (φορτίον όνου) καυσόξυλα. Ένα πρωί νωρίς νωρίς κατέβηκε σαν πάντα ο παπάς για να πουλήσει τα ξύλα στην πόλη. Μπροστά ο γάιδαρος πίσω αυτός και τζώ… και τζου... ξαγρυπνισμένος και ξεθεωμένος από την κούραση μπήκε στην πόλη και έφθασε μπροστά στην πόρτα ακριβώς του διοικητηρίου Ορτά Σαράϊ. Εκεί απέναντι ακριβώς από το διοικητήριο βρίσκονταν δυο μεγάλα τουρκικά καφενεία εις τα οποία συγκεντρώνονταν όλοι οι δημόσιοι τούρκοι υπάλληλοι, δικηγόροι, δικολάβοι, αρζουχαλτζήδες (αναφορογράφοι) και διάφοροι άλλοι μπέηδες των γύρω τουρκομαχαλάδων Καλέ Ιτζή, Ταπάχανα, Ζάνος κτλ. Πρωί, μεσημέρι βράδυ τα καφενεία αυτά βοούσαν από τον θόρυβο του ταβλιού και τα γουργουρητά των ναργιλέδων. Την ώρα λοιπόν που έφτανε ο παπάς μπροστά σε αυτά τα καφενεία, ένας από τους μπέηδες θαμώνες του με ύφος απότομο άγριο και υβριστικό του φώναξε: Ουλάν* παπάζ κατζέ βερίορσουν οτουνλαρί; Δηλαδή: Πόσο τα δίνεις τα ξύλα; Τρομοκρατημένος ο γερο παπάς από την αγριοφωνάρα του μπέη απάντησε με φωνή μισοσβησμένη και τρεμάμενη: Ούτσ̌ γουρούς (τρία γρόσια) εφέντη μ΄. Ουλάν!!! ακούστηκε ξανά η φωνή του μπέη. Τι τρία γρόσια μου κοπανάς αυτού πέρα και δίνοντας ένα πιο έντονο, ένα πιο επιτακτικό τόνο στη φωνή του είπε: Έλα δύο γρόσια και τζέκ πακαλήμ (τράβα να δούμε) για το σπίτι. Κατατσακισμένος από την οδοιπορία ο παπάς σαστισμένος και φοβισμένος από το άγριο ύφος του μπέη, υπνωτισμένος από τη διαταγή του τζέκ πακαλήμ, σωματικό και ψυχικό κυριολεκτικά ερείπιο ακολούθησε ασυναίσθητα και αδιαμαρτύρητα το στενοσόκακο που του υπεδείχθη υπό τα χάχανα και τις ειρωνείες των άλλων θαμώνων του κέντρου.
Στους τελευταίους μάλιστα έκανε ιδιαίτερη ευχαρίστηση η υβριστική συμπεριφορά του μπέη προς τον φτωχό ιερέα. Σε λίγο παπάς, μπέης ζωντόβολο είχαν χαθεί μέσα στα πλακόστρωτα σοκάκια του διπλανού τουρκομαχαλά. Γκελ μπουρντάν, γκίτ σιουρντάν (έλα από δω - τράβα από εκεί), φτάσανε εν τέλει σε ένα στενό δρομάκο και εκεί μπροστά σε μια μεγάλη εξώπορτα. Διέταξε ο μπέης τον παπά να ξεφορτώσει τα ξύλα. Στο μεταξύ η μεγάλη εξώπορτα άνοιξε και ο γερο παπάς σκυφτός όντας πιο πολύ από το βάρος της τυραννίας παρά από την ηλικία και την κούραση έκανε να κουβαλήσει λίγα-λίγα τα ξύλα στον αυλόγυρο. Δεν πρόκανε όμως να κάνει την πρώτη στράτα όταν νέος καταιγισμός ύβρεων και εξευτελισμών τον υπεδέχθη. Ουλάν χαϊβάν (βρε ζώον) δεν ξέρεις ότι τα ζώα έχουν μεγαλύτερη αξία από σας τους γκιαούρηδες; Πώς θα αφήνεις έξω το ζώο κουρασμένο και νηστικό; Πήγαινέ το μέσα στην αυλή γρήγορα και δώστου λίγο χόρτο να φάει. Νευρόσπαστο κυριολεκτικά ο παπάς στα χέρια του μπέη τσακίζονταν να εκτελεί τις διαταγές του. Έμπασε το γάιδαρο του στην αυλή και πήρε να κουβαλάει και πάλι τα ξύλα μέσα στο σπίτι. Την ώρα όμως που έφερνε την τελευταία χεριά και πριν ακόμα καλοσηκωθεί για να ανασάνει, η μεγάλη εξώπορτα έκλεισε και βρέθηκε ο δύστυχος φυλακισμένος μέσα στο σπίτι. Φαντάζεται κανείς την αγωνία και τον τρόμο του. Νόμισε πως έφτασε η τελευταία του ώρα. Τα γόνατά του λυγίσανε. Η αναπνοή του κόπηκε και ένας κρύος ιδρώτας τον περιέλουσε. Όλα αυτά όμως κράτησαν για λίγα μόνο δευτερόλεπτα, γιατί την ίδια στιγμή. Ο έως τότε αγέρωχος και υβριστής του μπέης τον πλησίασε και γονατίζοντας μπροστά του άρπαξε τα δύο του χέρια και τα φιλούσε κλαίγοντας. Ανάμεσα στα δάκρυα και τους λυγμούς τρεις λέξεις μονάχα, τρεις λέξεις ελληνικές ξεχώρισαν: «Σχώρα με παππούλη». Έντρομος ο δύστυχος παπάς νόμιζε πως ονειρεύεται. Κοίταζε μια τον μπέη, μια την πόρτα και μια το ζώο του που αμέριμνο και ξένοιαστο μασουλούσε στην άλλη άκρη της αυλής το χόρτο του. Έξαφνα όμως το μέχρι της στιγμής εκείνης σιωπηλό τουρκόσπιτο ζωντάνεψε και από την μεσόπορτα του ένα κοπάδι, γυναίκες, κορίτσια και παιδιά έτρεξαν να μιμηθούν τον πατέρα τους, τον άνδρα τους, τον αρχηγό τους, τον μπέη που βρίσκονταν ακόμα γονατιστός στα πόδια του παπά. Τον αγκάλιαζαν, τον φιλούσαν και έκλαψαν. Τον πήραν ύστερα όλοι μαζί και τον έμπασαν μέσα στο σπίτι. Εκεί για να διασκεδάσουν την αγωνία και τις αμφιβολίες του τον πήγαν στην τραπεζαρία σε μια γωνιά του δωματίου αυτού βρίσκονταν ένα ντουλάπι χωμένο μέσα στον τοίχο που χρησιμοποιούνταν για μπουφές. Με ένα ειδικό ελατήριο ολόκληρο το ντουλάπι με το περιεχόμενο του υποχώρησε για να αποκαλύψει στο βάθος του μια καλοπεριποιημένη εκκλησίτσα ένα παρεκκλησάκι ολοκάθαρο. Εικόνες, κανδήλες, κηροστάτες, λαμποκοπούσαν όλα. Τότε πια ο παπάς κατάλαβε και δάκρυσε και αυτός με τη σειρά του. Το σπίτι που βρισκόταν ανήκε σε Κλωστούς και ο μπέης που παρίστανε τον άγριο, δεν ήταν παρά ένας φανατικός Έλλην ορθόδοξος που ότι έκαμε το έκαμε για να αποκοιμίσει τους μουσουλμάνους. Ωχρός από τη συγκίνηση και την ταραχή του ο παπάς με δακρυσμένα μάτια ψιθύρισε: Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων… Κλάματα και λυγμοί εσκέπασαν τα τελευταία λόγια του και η μυσταγωγία συνεχίστηκε. Μετά τις ευχές και τον Αγιασμό στρώθηκε το τραπέζι για το γεύμα. Σε όλο αυτό το διάστημα μικροί και μεγάλοι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να του εκδηλώσουν τη λατρεία τους. Ήταν νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Τον παρακάλεσαν να τους επισκέπτεται συχνά υπό το πρόσχημα ότι τους φέρνει δήθεν ξύλα να φέρει δε και να τους κοινωνήσει τα άχραντα μυστήρια. Αφού δε τον εφόρτωσαν με διαφόρων ειδών πλούσια δώρα τον επροβόδισαν με τις ίδιες εκδηλώσεις σεβασμού και λατρείας. Από τότε ο παπάς τους επισκέπτετο συχνά και με προφυλάξεις εννοείται πάντοτε για να εκτελεί μέσα στο απέριττο εκείνο παρεκκλησάκι τους τα ιερατικά του καθήκοντα. Το περιστατικό αυτό το επληροφορήθη από τον ίδιο τον παπά ο μακαρίτης πατέρας μου, ο οποίος άλλωστε ήταν και ο μόνος Έλληνας μάρτυρας του επεισοδίου που έγινε στην αρχή μπροστά στα καφενεία, με τον μπέη.
Λεξιλόγιο:
• Κλωστοί = τούρκοι οι οποίοι στα φανερά παρίσταναν τους μουσουλμάνους, στα κρυφά όμως ήταν φανατικότατοι ορθόδοξοι χριστιανοί
• Ουλάν = βρέ
Μια μικρή ιστορία από την ζωή των Κλωστών, του Μιχαήλ Μεταλλείδη - Πηγή: Ποντιακά Φύλλα 1935
Ποντιακή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com