Ένα στιγμιότυπο από την αντίσταση του χωριού Τσίτα Σουρμένων από τα χειρόγραφα του Αντωνίου Δ. Κούση

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Ιστορία

Δημοσθένης Εφραιμίδης Τσίτα ΣουρμένωνΌθεν, λοιπόν, εκλήθη το συμβούλιον της Κοινότητος Τσίτα, όπου εκλήθησαν και οι δυνάμενοι να κρατήσουν όπλα και πήραν απο φάσεις.

Όρισαν αρχηγούς των μαχαλάδων, εις τους οποίους εδόθησαν δικαιώματα και υπο χρεώσεις στρατιωτικές. Όρισαν επιτροπάς προς εξαγοράν όπλων και πυρομαχικών, την εξεύρεσιν τροφίμων και ανακούφισιν των πτωχών οικογενειών. Όρισαν γενικόν αρχηγόν τον Δημοσθένην Εφραιμίδην και υπαρχηγόν τον Πρόεδρον του χωριού Χρήστον Γρηγοριάδην (Σουμουλέκ) και αρχηγούς σε κάθε μαχαλά και φυλάκιο. Άνοιξαν χαρακώματα γύρω στο χωριό, εμονιμοποίησαν τις σκοπιές, ημέραν και νύχτα, δημιούργησαν περιπόλους νυχτερινάς και άγρυπνον παρακολούθησιν των Τούρκων, μη επιτρεπομένων να περάσουν, ει μη μόνον τους γνωστούς και φίλους, και αυτούς με συνοδείαν. Ο Δημήτριος Σιδηρόπουλος από την ενορίαν του Τιμίου Σταυρού, οπλοδιορθωτής, ανέλαβεν, χωρίς αμοιβήν, να διορθώνει τα όπλα και χωρίς αμοιβήν έφτιαξε και εδώρισε, επί πλέον, εις κάθε ακριανόν φυλάκιον, από μίαν σάλπιγγα, ιδίας του κατασκευής. Επίσης ο Ιωάννης Παπουτσής, μετά του υιού του Ιορδάνου, διέθεσεν όλην την παραγωγήν των, εκ πέντε χιλιάδων οκάδων φουντουκίων εις τα φυλάκια. Επίσης ο Βασίλειος Κούσης και ο Αλέξανδρος Κούσης, όλα τα δέματα καπνού που αγόρασαν από τα Πλάτανα, ως καπνέμποροι, εις τα φυλάκια, με ένα χαβάνι, δώρον, εις τους φύλακας. Και πολλοί άλλοι, όλα διέθεσαν υπέρ βωμών και εστιών, διά την αντιμετώπισιν των πασιποζούκων τούρκων. Ήτο το σύνθημα της Τσίτα. Όλοι οι Τούρκοι, φυγόστρατοι και πασιποζούκοι, συνενωθέντες υπό την αρχηγίαν του Μουτούρογλη, τριγύριζαν το χωρίον Τσίτα, με την προοπτικήν να το πατήσουν, να το κάνουν γιάγμα, όπως όλα τα άλλα χωρία. Καθημερινώς μας εμήνυαν και μας εφοβέριζαν ότι χίλιοι πεντακόσιοι θα ’ρθούμε και θα σας σφάξωμε. Διά του στόματος του Προέδρου τους απαντούσαμε: ελάτε να μας σφάξητε, σας περιμένομεν. Εν τω μεταξύ, το χωρίον Τσίτα ενισχύετο με την αγοράν όπλων και με την εφευρετικότητα του Παναγιώτη Κούση (Πάντσ̌ο του Θεφανέκ) και του Χρήστου Κούση (Χρήστο του Ρακανά) να επινοηθούν, να φκιάσουν κανόνι από κορμό κερασιάς και να το στήσουν απάνω στη μεγάλη πέτρα του Ταχτσίδη (Ταχτσ̌όγλη) που εδέσποζε όλο το χωριό. Και επί πλέον οι οπλοφόροι έμπαιναν με τη σειρά και έκαναν βολή πολυβόλου, εξεπίτηδες, δια να δείξουν ότι έχουν πολυβόλο. Και το κανόνι που εφαίνετο ευκρινώς διεδόθηκε αμέσως στους πασιποζούκους Τούρκους ότι το χωρίον Τσίτα διαθέτει και πολυβόλον και τόπι. Επί πλέον γινόταν προπαγάνδα από τους Έλληνες και τους προκαλούσαν ναλθούν, να αναμετρηθούν. Οι Τούρκοι καθημερινώς και ανέβαλον την επίθεσίν των. Δεν απεγοητεύθησαν όμως και όλο επερίσσευε η δύναμίς των. Μερική άποψη της Τσίτας 2014. Φωτογραφία από τον περίβολο του ερειπωμένου ναού του Τιμίου Σταυρού. Δεξιά διακρίνεται ο Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως του ΣωτήροςΚαι άρχισαν να κινούνται δολίως. Έβαλαν τους αγάδες στη μοιρασιά, οι οποίοι όρισαν τοποθεσίαν συναντήσεως στους μύλους του Χατζ̌η Πάνο, στο μισό δρόμο από τα Χάνια της Κεντρικής Σχολής προς του Τσίτα, προς συνάντησιν με τους προεστούς του χωριού, δήθεν για το καλόν μας, δολίως, όμως. Η συνάντησις έγινε τη νύκτα. Οι αγάδες έφθασαν στο σημείο αυτό, που ήτο δασώδες. Σε λίγο έφθασαν οι προύχοντες με επικεφαλής τον Πρόεδρον του χωριού και με δέκα εξ οπλοφόρους, που έζωναν κρυφά το μέρος. Εάν οι Τούρκοι τους σκοτώσουν δολίως, να τους περιποιηθούν καταλλήλως. Πρώτοι άνοιξαν την συζήτησιν οι Τούρκοι, οι αγάδες. «Γνωρίζετε», τους είπαν, «ημείς από ανέκαθεν θέλομεν το καλό το δικό σας και ερχόμεθα να σας προστατεύσομεν, να μας αφήσετε να σας διαφυλάξομεν από τους ληστάς, να βάλομεν στο χωριό σας ως φύλακας τα αγαδοπαίδια, καμιά εκατοστή τον αριθμόν, και σεις να κοιμηθείτε ήσυχα, να τους πληρώσετε, μόνον, το φαγί και μικροχαρτζιλίκι». Όλα αυτά σκοπίμως, ώσπου να βάλουν την δύναμιν αυτήν μέσα στο χωριό και να πιάσουν τα επίκαιρα σημεία, και τότε αλίμονό μας, με ένα σφύριγμα θα ορμούσαν και οι έξωθεν του χωρίου πασιποζούκοι και θα μας διέλυαν και θα έφθανε το μοιραίον. Οι προεστοί του χωριού και ιδίως ο Πρόεδρος Χρήστος Γρηγοριάδης (Σ̌ουμουλέκ), άνθρωπος ξύπνιος και δραστήριος και παλικαράς, «αυτό δεν μπορεί να γίνει», είπε. «Ημείς πήραμε την απόφαση μόνοι μας να κρατήσομεν το χωριό». «Μα πώς θα το κρατήσητε, ούτε τροφήματα έχετε, ούτε πολλά όπλα, ούτε πυρομαχικά και προπαντός είσθε λίγοι», είπαν οι αγάδες. Τότε ο Πρόεδρος απήντησεν, τουρκιστί: «Αζτάν αζκεϊτέρ τσακιτάν τσοκ κιτέρ». Δηλαδή: «Από τους πολλούς πολλοί θα σκοτωθούν και από τους λίγους λίγοι». Σαν να τους έλεγε το: «Μολών λαβέ» των Σπαρτιατών.

Ένα στιγμιότυπο από την αντίσταση του χωριού Τσίτα Σουρμένων από τα χειρόγραφα του Αντωνίου Δ. Κούση (Επιμέλεια, γλωσσική και συντακτική προσαρμογή: Ιωάννης Φ. Κούσης) Πηγή Ποντιακή Εστία τεύχος 199

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print