Ο Παφραίος καπετάν Ασλάν του Πόντου ή Παναγιώτης Χατζηθεοδωρίδη
Στο προηγούμενο τεύχος της «Ποντιακής Εστίας» (αριθμ. 144) δημοσιεύσαμε το πρώτο μέρος από την αφήγηση που έκανε στις 28 Οκτωβρίου 1956, ο καπετάνιος του αντάρτικου στον Πόντο Παναγιώτης Χατζηθεοδωρίδης ή Ασλάν (λεοντάρι) στον κ. Γεώργιο Θ. Αντωνιάδη για τα γεγονότα στα οποία συμμετείχε και ο ίδιος.
Ο γενναίος Πόντιος Πάφραλης στην καταγωγή - Χατζηθεοδωρίδης πέθανε το 1964 στη Νέα Πάφρα Σερρών.Το τρίτο μέρος της αφήγησης τιτλοφορείται «Αρχίζουν οι Τούρκοι τις εξορίες και τον πυρπολισμό των χωριών στην περιοχή της Πάφρας, Σαμψούντας, Γάβζας, Κιοπρού, Αλάτσαμ κ.τ.λ.» και έχει ως εξής: Με την επανάσταση των κομμουνιστών στη Ρωσία και την αποχώρηση των Ρώσων από την Τραπεζούντα, οι Τούρκοι ενθαρρύνονται και αρχίζουν να καίνε τα χωριά μας και τα γυναικόπαιδα να τα στέλνουν στις εξορίες προς την περιοχή της Κασταμονής και από τις χιλιάδες που έστειλαν το 1918, με την ανακωχή επέστρεψαν μόνον οι μισοί. Μόνον από το χωριό μου, τη Γαϊνάρτσα, έστειλαν στην εξορία 25 ανθρώπους (γέρους και γυναικόπαιδα) από τους οποίους γύρισαν μόνον δύο. Και εμείς στα βουνά, ανυπεράσπιστοι και μόνοι, χωρίς κανέναν να μας βοηθήσει, τρέχαμε από βουνό σε βουνό, για να σώσουμε ό,τι μας είχε απομείνει, δηλαδή ο πατριωτισμός μας και η πίστη μας στην ορθοδοξία, τη θρησκεία των πατέρων μας. Στις κρίσιμες αυτές στιγμές, στέλναμε ανθρώπους μας στη Ρωσία, για να βρουν τους Ποντίους Έλληνες στο Βατούμ και να ζητήσουν βοήθεια, όπως τους είχαν πει πριν από το 1915 όλοι τους οι τότε επίδοξοι για κυβερνήσεις στον Πόντο. Ο Παφραίος καπετάν Ασλάν του Πόντου ή Παναγιώτης Χατζηθεοδωρίδη Σε μια από τις αποστολές μας αυτές και μέσα στην απελπισία μας, πήγαμε κρυφά στην παραλία του Τσουμπουγάζ', λίγο έξω από την Πάφρα, προς τη Σαμψούντα, και βρήκαμε καΐκι, το νοικιάσαμε και στείλαμε ανθρώπους μας για το Βατούμ, όπως τον Ιωσήφ Τομπάκογλου, καπετάνιο στην περιοχή Τομούζαλαν της Πάφρας, τον Λευτέρη Τσαουσίδη, γιο του μεγάλου καπετάνιου της Γάβζας Πιτς Βασίλ, επικεφαλής μιας ομάδας από δέκα - δεκαπέντε άνδρες, για να συναντήσουν τους ανθρώπους μας στο Βατούμ. Προηγουμένως τους είχαμε εφοδιάσει και με τουρκικές χρυσές λίρες για την αγορά όπλων. Όταν το καΐκι προχώρησε αρκετά μέσα στον Εύξεινο Πόντο, οι Ρώσοι που ήξεραν για την αποστολή αυτή από προηγούμενη συνεργασία μας με αυτούς, ειδοποίησαν τους Τούρκους, τώρα φίλους και συμμάχους τους, και με δικά τους καΐκια, με ένοπλους, σταμάτησαν το καΐκι που είχαμε ναυλώσει και άρχισαν να πυροβολούν εναντίον των ανθρώπων μας που ήταν επάνω στο καΐκι. Άλλοι έπεσαν στην θάλασσα, μήπως σωθούν, αλλά πνίγηκαν, ενώ άλλους τους σκότωσαν. Μέσα στους πυροβολισμούς, ο καπετάνιος Ιωσήφ Τομπάκογλου τραυματίζεται βαριά στο χέρι. Για να βοηθήσει, παραμένει στο καΐκι και ο Λευτέρης Τσαουσίδης. Εκεί τους συλλαμβάνουν οι Τούρκοι και τους οδηγούν στην Αμάσεια, όπου καταδικάζονται σε θάνατο. Σώθηκαν εξαιτίας της ανακωχής που έγινε και επέστρεψαν πάλι στα μέρη μας προς το τέλος του 1918. Από τους 38 ανθρώπους μας, σώθηκαν μόλις εφτά άνδρες. Οι μέχρι τότε φίλοι μας Ρώσοι, από τη μια στιγμή στην άλλη, έγιναν οι πιο μισητοί εχθροί μας και όχι μόνον δεν μας βοήθησαν, αλλά και μας πρόδιναν και μας κυνηγούσαν και αυτοί, γιατί ήταν κομμουνιστές και έλεγαν πως τώρα σύμμαχός τους είναι η Τουρκία και όχι οι Πόντιοι. Τέτοια περιστατικά συνέβησαν πάρα πολλά και κάποια φορά ένα καΐκι, όταν έφυγε από το Βατούμ με όπλα και πυρομαχικά, ειδοποιήθηκε από ανθρώπους της κομμουνιστικής κυβέρνησης η τουρκική κυβέρνηση ότι έφυγαν από το Βατούμ με καΐκι Έλληνες, με προορισμό τη Σαμψούντα ή την Πάφρα. Μετά από την πληροφορία αυτή, οι Τούρκοι τους έστησαν ενέδρα και όταν έφτασαν κοντά στην παραλία του Κουμτζουγάζ', τους συνέλαβαν, πήραν και το φορτίο των όπλων και των πυρομαχικών.
Έτσι, μέσα σε όλους εμάς τους αγωνιστές του αντάρτικου του Πόντου, o κομμουνισμός έγινε ο πιο μισητός εχθρός μας, γιατί οι Τούρκοι δεν μας ήθελαν στο έδαφός τους, όπως έλεγαν, οι κομμουνιστές, όμως, τι κέρδος είχαν από τη δολοφονία Ελλήνων πατριωτών; Γιατί η μέχρι τότε φίλη μας Ρωσία έγινε αυτόματα ο εχθρός μας; Αυτό δεν μπόρεσα να καταλάβω μέχρι αυτή τη στιγμή που σου αφηγούμαι αυτά τα γεγονότα. Και θέλουν τώρα τη φιλία μας και δεν ξέρω τι άραγε κάνουν σε βάρος των Ελλήνων που ζουν στον Πόντο και μάλιστα εναντίον εκείνων που μας βοηθούσαν και ήταν συνεργάτες μας. Την περίοδο της ανακωχής, εκατοντάδες από εμάς τους ένοπλους δεν κατεβήκαμε στα χωριά μας, τα οποία, άλλωστε, ήταν όλα σχεδόν καμένα. Παραμείναμε στα βουνά, γιατί δεν είχαμε εμπιστοσύνη ούτε στην ανακωχή ούτε στους Τούρκους. Η εμφάνιση του Μουσταφά Κεμάλ ήταν το καλοκαίρι του 1919, αρχές Ιουλίου, που έρχονται στο βουνό άνθρωποί μας και μας λένε ότι ήρθε από τους συμμάχους, από την Κωνσταντινούπολη, ένας αξιωματικός με πολλά λεφτά και θέλει να σταματήσει τις μάχες μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων ανταρτών, γι’ αυτό καλεί όλους όσους βρίσκονται στο βουνό να κατεβούν στα χωριά τους και να παραδώσουν τον οπλισμό τους στη χωροφυλακή. Δεν ξέραμε για ποιον πρόκειται. Αξιωματικός των συμμάχων, μας έλεγαν και εμείς θέλαμε να τον δούμε και να ζητήσουμε, μάλιστα, τη βοήθειά τους για εμάς και τις οικογένειές μας. Όταν μάθαμε ότι θα βρίσκεται στη Γάβζα, στείλαμε εκεί τον μεγαλοκαπετάνιο Πιτς Βασίλ' (Βασίλειο Τσαουσίδη, από το Ναρλίκ της Γάβζας) να πάει να τον συναντήσει και να του θέσει τα προβλήματά μας. Ο Βασίλ' Αγάς, όπως τον λέγαμε, είναι αυτός που του χάρισαν οι Ρώσοι το μακρύ ξίφος στην Τραπεζούντα το 1916. Πήγε στη Γάβζα, για να συναντήσει τον Κεμάλ. Τότε δεν τον ξέραμε ως Μουσταφά Κεμάλ, αλλά ως έναν αξιωματικό των συμμάχων, που θέλει να μας βοηθήσει. Εκεί που αναζητούσε ο Πιτς Βασίλ' να βρει τον Κεμάλ, είδε καμιά εκατοσταριά ένοπλους Τούρκους στρατιώτες που ήταν μπροστά στο σπίτι του Σαρίπαπας. Ίσως να ήταν το σπίτι του επισκόπου Γάβζας Ιερόθεου Χριστοδουλίδη. Εκεί, καθώς πήγαινε να τον συναντήσει, έτσι όπως ήταν με το μακρύ ξίφος, με το πηλήκιο του Ρώσου αξιωματικού, τον πλησιάζει ένας αξιωματικός και τον ρωτάει πώς κυκλοφορεί μέσα στην πόλη πάνοπλος, με τίνος διαταγή. Ο Βασίλ Αγάς, χωρίς να γνωρίζει ποιος είναι, του απαντά: «Με την εντολή των συμμάχων και των Ρώσων φίλων μας». Ξαφνικά, ο αξιωματικός του δίνει ένα χαστούκι. Ο Βασίλ Αγας, βλέποντας και τους εκατό ενόπλους γύρω, δεν μπορεί να αντιδράσει. Του λέει μόνον: «Άκου, τουρκόπαιδο, γι’ αυτό που έκανες δεν θα μπορείτε από αύριο εσείς οι Τούρκοι να κουβαλάτε τους νεκρούς σας με τα κάρα που έχετε στη διάθεσή σας. Θα σας δείξω εγώ ποιος είμαι. Έτσι, ξαναρχίζουν οι εχθροπραξίες και μόνον αργότερα μάθαμε ότι αυτός ο Τούρκος αξιωματικός, που είχε έρθει δήθεν να μας βοηθήσει, οργάνωνε στα κρυφά τον τουρκικό στρατό. Αντάρτικο Πόντου / Αγώνες ανεξαρτητοποίησης / Αντίσταση κατά των Τούρκων
O καπετάν Ασλάν του Πόντου ή Παναγιώτης Χατζηθεοδωρίδης αφήγηση στον κ. Γεώργιο Θ. Αντωνιάδη το 1956 Πηγή Ποντιακή Εστία
Θεωρώ λίαν απαραίτητο κάτω απο αυτήν την σπουδαίας ιστορικής σημασίας αφήγηση του κ. Αντωνιάδη να παραθέσω κι ένα κείμενο του αείμνηστου φίλου μου, δικηγόρου Κιλκίς κ. Θεόδωρου Παυλίδη με τίτλο: "Η δράση των Ποντίων ανταρτών στην Ελλάδα μετά την Ανταλλαγή". Στην ενότητα της αναφορά του με τίτλο "Οι άλλοι αντάρτες του Πόντου" αναφέρει τα κάτωθι:
Οι παρακάτω οπλαρχηγοί αντάρτες δεν είχαν λιγότερη προσφορά στον ποντιακό αγώνα (με εξαίρεση 3-4 διακεκριμένους) από τους καπετάνιους που αναγράφονται παραπάνω. Ήσαν το ίδιο γενναίοι και αγωνίστηκαν το ίδιο με τους άλλους αντάρτες για την προστασία της ζωής, τιμής, υπόληψης και αξιοπρέπειας των Ρωμιών του Πόντου. Απλώς δεν βρέθηκαν πένες να φέρουν το έργο τους στην επιφάνεια και να τους κάνουν ευρύτερα γνωστούς. Υπό αυτή την έννοια, δεν υπάρχουν μικροί και μεγάλοι Πόντιοι αντάρτες. Υπάρχουν γνωστοί και λιγότερο γνωστοί αντάρτες. Αν μελετήσει κανείς τα τουρκικά αρχεία, βλέπει εκεί εκατοντάδες ονόματα Ποντίων ανταρτών που με τη δράση και τα κατορθώματά τους, έγιναν ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων πολιτών και Τσετών. Και όμως στην Ελλάδα είναι τελείως άγνωστοι. Χρέος μας λοιπόν είναι να ερευνήσουμε και να αναδείξουμε την ιστορία και εκείνων των αγωνιστών. Γνωρίζουμε πάρα πολλά ονόματα από αυτούς τους αντάρτες, αλλά δεν γνωρίζουμε αν ήρθαν στην Ελλάδα, πού εγκαταστάθηκαν και ποιοι είναι οι συγγενείς τους. Μεταξύ λοιπόν των Ποντίων ανταρτών που κατάφεραν και ήρθαν με την Ανταλλαγή στην Ελλάδα, εκτός από τους παραπάνω πολύ γνωστούς αντάρτες (επονομαζόμενους και μεγάλους), είναι και οι παρακάτω:
– Χατζηθεοδωρίδης Παναγιώτης (Ασλάν), Νέα Μπάφρα Ν. Σερρών.
– Τσαουσίδης Λευτέρης, γιος του Πίτς Βασίλ, Σιδηρόκαστρο Ν. Σερρών.
– Σταυρίδης Συμεών (Χαμπιλιίν Συμεών), Αδριανή Ν. Δράμας.
– Σακαλίδης Κωνσταντίνος (Κωσταντίν Τσαβούς), Νέα Μπάφρα Ν. Σερρών.
– Σαρουτσίδης Γεώργιος (Αντίκ Γιώργη), αρχικά Τερψιθέα Ν. Δράμας και μετά Παρανέστι.
– Καρυπίδης Αντύπας (Καρύπογλου Αντύπα), Κατάφυτο Νευροκοπίου Ν. Δράμας.
– Τομπάκογλου Ιωσήφ (Τσολάκ Γιεσίφ), Νέα Μπάφρα Ν. Σερρών.
– Καρασαββίδης Νικόλαος (Ιστιλίν Νικόλα), Νέα Μπάφρα Ν. Σερρών.
– Αράπογλου Αβραάμ (Αράποον Αβράχ), Νέα Μπάφρα Ν. Σερρών και μετά Βαθύτοπος Ν. Δράμας.
– Γαβριηλίδης Ηλίας (Καρά Πιπέρ), Ανατολή Ν. Σερρών.
Και μια και η εισήγησή μου αφορά την πορεία των Ποντίων ανταρτών στην Ελλάδα, εννοείται ότι δεν μπορώ να αναφερθώ στη ζωή και τη δράση των εκατοντάδων Ποντίων ανταρτών που άφησαν τα κόκαλά τους στα χώματα του ιερού Πόντου, μεταξύ των οποίων είναι τα ονόματα των μεγάλων οπλαρχηγών Αντώνιου Χατζηελευθερίου, Ανθόπουλου Βασιλείου, Αναστάσιου Παπαδόπουλου, Δημήτριου Χαραλαμπίδη, Χαράλαμπου Κοντοβραχιονίδη, Δημοσθένη Ουζουνίδη, Καβάκλοον Γιουβάνη, Καρά Ηλία, Άκτεκελή Αλέκο, Κέλ Σάββα, Κιλικλί Ισταύρη κλπ. Αμισός (Σαμψούντα) - Πάφρα Πόντου. Ιστορία, Χοροί, ήθη, έθιμα, παραδόσεις.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com