Οι σχέσεις των Ελλήνων μετά των εθνών του Καυκάσου

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Ιστορία

Ο Προμηθέας Δεσμώτης στην κορυφή του Καυκάσου, αλυσοδεμένος στον βράχο την ώρα που ο αετός του Δία τoυ κατατρώγει το συκώτι Ο Καύκασος υπήρξε ο πρώτος σταθμός, όπως είπαμε, των Προελλήνων που ξεκίνησαν από την Ινδία, των Αρχαιο-Πελασγών, από όπου αυτοί, μετά από το πέρασμα αιώνων, πέρασαν μέσω διαφόρων φυλών στη Μικρά Ασία και στην Ελληνική Χερσόνησο.

Εκεί, πάνω στην ψηλότερη κορυφή του, τον Στρόβιλο, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, μαρτυρήθηκε ο μέγας ευεργέτης της ανθρωπότητας, ο Προμηθέας (1), επειδή έκλεψε τη φωτιά από τον ουρανό και τη μετέδωσε στους ανθρώπους. Εκεί, στην Κολχίδα, βασίλευε ο Αιήτης στην Αία (Κουταΐς) και εκεί κατευθύνθηκαν οι Αργοναύτες για να βρουν το χρυσόμαλλο δέρας. Εκεί αναπτύχθηκε αρχικά και η ελληνική μυθολογία, και εκεί κατέφυγαν, φεύγοντας από την Ινδία, οι θεοί Βάκχος και Διόνυσος. Οι αρχαίοι ιστορικοί Ζώσιμος, Φιλόστρατος, Απολλώνιος ο Ρόδιος και ο Στράβων, αφού περιπλανήθηκαν στον Καύκασο, αναφέρουν ότι στην εποχή τους σώζονταν ναοί των θεών Άρεως, Αρτέμιδος, Αφροδίτης και Εκάτης.

Η επίδραση του ελληνισμού στα έθνη του Καυκάσου συνεχίστηκε και μετά τα ομηρικά χρόνια. Γεωργιανοί ιστοριογράφοι αναφέρουν ότι ο Μέγας Αλέξανδρος, μετά την κατάλυση του περσικού κράτους, υπέταξε και τη Γεωργία μέσω του στρατηγού του Ἄζωνος, ο οποίος οδηγούσε 10.000 Μακεδόνες. Εκφράζονται με τους πιο εγκωmiαστικούς χαρακτηρισμούς για τη διοίκησή του και του διαδόχου του, του Σελεύκου, στον οποίο περιήλθε το ανατολικό τμήμα της απέραντης αυτοκρατορίας. Ο Σέλευκος φρόντισε για την εμπορική και συγκοινωνιακή ανάπτυξη στον Καύκασο και συνέλαβε το μεγαλεπήβολο σχέδιο να ενώσει την Κασπία θάλασσα με τον Εύξεινο Πόντο με διώρυγα, για την οποία ανέθεσε τη μηχανική μελέτη στον Λαρισσαίο μηχανικό Πολύκλειτο (280 π.Χ.). Επίσης, αποκατέστησε μια ασφαλή συγκοινωνιακή οδό μεταξύ των Ινδιών και του Ευξείνου, όπου στον λιμένα του Ποτίου ξεφορτώνονταν τα ινδικὰ εμπορεύματα.

Μετά τους Αλεξανδρινούς ιδρύθηκε το Μιθριδατικό βασίλειο του Πόντου με πρωτεύουσα την Αμάσεια. Οι Μιθριδάτες βασιλείς είχαν στραμμένη την προσοχή τους στη Λαζία και την Απχαζία, όπου είχε συγκεντρωθεί για λόγους εμπορίου πυκνός ελληνισμός. Εκεί, ο βασιλιάς Μιθριδάτης ΣΤ', αφού κατέλαβε τη Λαζία και κυρίευσε τη Χίο, μετακίνησε εκεί πολλούς αιχμαλώτους Χίους. Μεταξύ των Μιθριδατών βασιλέων, ο πιο αξιόλογος ήταν ο Μιθριδάτης ΣΤ', που λεγόταν Ευπάτωρ, γνωστός στην ιστορία για τον φιλελληνισμό του και για την επίμονη αντίδρασή του κατά της επέκτασης της ρωμαϊκής κυριαρχίας στον Πόντο. Ο βασιλιάς αυτός υπέταξε το ελληνικό βασίλειο του Βοσπόρου, αλλά αφού ηττήθηκε στη Σινώπη από τον Ρωμαίο στρατηγό Λούκουλο, αναγκάστηκε να καταφύγει στο Κερτς. Εκεί επιχείρησε να ξεσηκώσει τους ηγεμόνες των Γότθων και των Τατάρων σε κοινή εκστρατεία κατά της Ρώμης, αλλά απέτυχε εξαιτίας στάσης που ξέσπασε εναντίον του από τον γιο του, τον Φαρνάκη. Μετά τον θάνατό του, το κράτος των Μιθριδατών πέρασε κάτω από τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Το 14 π.Χ., με την ανοχή της Ρώμης, ιδρύθηκε νέο ελληνικό κράτος στον Πόντο, το Πολέμωνιακό, το οποίο ονομάστηκε έτσι από το όνομα του ιδρυτή του, του Πολέμωνα, γιου του Έλληνα ῥήτορα Ζήνωνα από τη Λαοδίκεια. Το 322 μ.Χ. διαλύθηκε και αυτό το κράτος και ο Πόντος μετατράπηκε σε ρωμαϊκή επαρχία.

Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ελληνικές πόλεις του Ευξείνου Πόντου διατήρησαν πάντα την ανεξαρτησία τους. Στην αρχαιότητα, κατά τους Μηδικους πολέμους, οι μεγάλοι βασιλείς της Περσίας που εκστράτευαν εναντίον των Σκυθών, των Αράβων και της Αιγύπτου απέφυγαν να κατεβούν στον Πόντο, διότι η κάθοδος μέσα από οχυρότατα φρούρια και μαχητικότατα έθνη ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Αλλά και επί των Μιθριδατών βασιλέων του Πόντου και επί της ρωμαϊκής παντοκρατορίας, διατήρησαν την αυτοδιοίκησή τους, όπως μαρτυρεί ο ιστορικός Ευγενικός, αναφερόμενος στον Πομπήιο ότι «παρέλαβε την Τραπεζούντα στη ρωμαϊκή εξουσία μόνο με πειθώ και συνθήκες, και όχι με τη βία και τον νόμο του πολέμου».

Ιστορικός φυσικός χάρτης του Πόντου με τον Εύξεινο Πόντο από την Κωνσταντινούπολη και τη Βιθυνία ως τον Καύκασο και την Κολχίδα,Και η Βυζαντινὴ Αυτοκρατορία είχε πάντα στραμμένα τα βλέμματα στον Καύκασο και ιδιαίτερα στις παραλίες της Λαζίας και της Απχαζίας για στρατιωτικούς και εμπορικούς λόγους. Επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, η Λαζία υπάχθηκε στη διοίκηση της Τραπεζούντας. Επί Ιουλιανού του Παραβάτη, πρεσβεία των εθνών που κατοικούσαν γύρω από τον ποταμό Φάση πήγε στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε την προστασία του κράτους με αντάλλαγμα την πληρωμή φόρου και την αναγνώριση της αυτοδιοίκησης των εθνών. Ο Ιουλιανός αποδέχθηκε το αίτημα, παραχώρησε αυτοδιοίκησια στους τοπικούς ηγεμόνες, τοποθέτησε δίπλα τους κυβερνητικούς επιτρόπους για την προστασία των πολιτικών συμφερόντων του κράτους, έχτισε φρούρια σε διάφορα επίκαιρα σημεία και εγκατέστησε φρουρές. Το πιο φημισμένο βυζαντινό φρούριο, η λεγόμενη Πέτρα (σημερινό Τζηχῃτζίρη), χτίστηκε επί Ιουστινιανού με πρωτοβουλία του επάρχου Τζίβου. Μέσα σε λίγο χρόνο, το μικρό ομώνυμο χωριό δίπλα στο φρούριο έγινε μεγάλη ελληνική πόλη και στη συνέχεια ανακηρύχθηκε επισκοπή. Το Βατούμ, όπως φαίνεται, δεν είχε σπουδαιότητα ούτε πριν ούτε στα μεταγενέστερα χρόνια, και λόγω του ανθυγιεινού κλίματος κατοικείτο από λίγους ψαράδες. Ωστόσο, ο χαρισματικός Γεωργιανός ιστορικός Δακήσεβιτς αναφέρει ότι ήταν πόλη γνωστή από τον 5ο π.Χ. αιώνα και ότι από εκεί καταγόταν ο μέγας ρήτορας της αρχαιότητας, ο Δημοσθένης.

Αυτές τις δύο επαρχίες, τη Λαζία και την Απχαζία, τις εποφθαλμιούσαν οι Πέρσες, οι Άραβες και οι Γεωργιανοί, οι οποίοι συχνά τις επιτίθεντο, αλλά πάντοτε αποκρούονταν. Στην Απχαζία, όπως αναφέραμε και αλλού, ήταν πολύ διαδεδομένος ο ευνουχισμός, και οι αγορές της Ανατολής και της Κωνσταντινούπολης προμηθεύονταν από εκεί ευνούχους. Επειδή όμως το κακό είχε πάρει τρομακτικές διαστάσεις —καθώς οι ίδιοι οι ηγεμόνες της Απχαζίας υποθάλπουν τον ευνουχισισμό και εκμεταλλεύονταν το εμπόριο των ευνούχων για δικό τους όφελος— ο λαός αγανακτισμένος τους φόνευσε. Όταν τα έμαθε αυτά ο Ιουστινιανός, και με την παρότρυνση του ευνούχου της αυλής Ευφρατίου που καταγόταν από την Απχαζία, έστειλε τον ίδιο στην Απχαζία μαζί με πολλούς ιερείς και δασκάλους. Ο Ευφράτιος ανέδειξε άλλους ντόπιους ηγεμόνες, απαγόρευσε αυστηρά τον ευνουχισισμό στη χώρα τους και ολοκλήρωσε τον εκχριστιανισμό της Απχαζίας. Επί Λέοντος του Ισαύρου (717 μ.Χ.), η Εκκλησία της Απχαζίας ανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη με τον τίτλο «Κάτω Ιβηρίας», περιλαμβάνοντας τη Λαζία, την Απχαζία και τη Μιγρελία.

Η βυζαντινή κυριαρχία επεκτάθηκε και στις βορειότερες επαρχίες του Καυκάσου: τη Γεωργία, την Ασετία και την Αλανία, των οποίων οι ηγεμόνες ζήτησαν πρόθυμα την προστασία του κράτους για να γλιτώσουν από τις περσικές επιδρομές. Ο βασιλιάς της Γεωργίας Μυριάν (263 μ.Χ.) προσκάλεσε από την Κωνσταντινούπολη ιερείς για να διδάξουν τα ελληνικά γράμματα και τη χριστιανική θρησκεία. Σύμφωνα με τον Γεωργιανό ιστορικό Γ. Παράτωφ, πολλοί Γεωργιανοί νέοι και πρίγκιπες, αφού εκπαιδεύτηκαν στις σχολές της Τραπεζούντας και της Κωνσταντινούπολης, μετέφρασαν στη γεωργιανική γλώσσα πολλά φιλολογικά έργα των αρχαίων Ελλήνων και ιδιαίτερα του Αριστοτέλη, διαδίδοντας την ελληνική μόρφωση και παιδεία. Επίσης, μεταφράστηκαν στη γεωργιανική γλώσσα και τα εκκλησιαστικά βιβλία, και από τις αρχές του 5ου αιώνα έπαψε να τελείται η θεία λειτουργία στην ελληνική γλώσσα.

Ελαιογραφία του Κωνσταντίνου ΙΑ' ΠαλαιολόγουΟι πολιτικές σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών έγιναν στενότερες μέσω επιγαμιών. Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, για να προσελκύσουν και να κάνουν πιστούς και αφοσιωμένους τους ηγεμόνες, τους απέδιδαν ανώτατους πολιτικούς τίτλους της βυζαντινής αυλής, όπως τον τίτλο του κουροπαλάτη. Ο βασιλιάς της Γεωργίας Βαγτάνη παντρεύτηκε την ανεψιά του αυτοκράτορα Λέοντος του Θρακός, την Ελένη (446). Ο βασιλιάς Παγκράτιος Α' (107) παντρεύτηκε την ανεψιά του αυτοκράτορα Ρωμανού Αργυρού, την Ελένη. Ο βασιλιάς Δαβίδ παντρεύτηκε την αδελφή του Μιχαήλ Παλαιολόγου. Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ ο Παραπινάκης παντρεύτηκε τη θυγατέρα του ηγεμόνα της Ιβηρίας, τη Μαρία. Η αδελφή του σεβαστοκράτορος Μανουήλ, η περίφημη βασίλισσα της Γεωργίας Θάμαρ, παντρεύτηκε τον βασιλέα Δαβίδ. Ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ο Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος, ζήτησε τη θυγατέρα του βασιλέα της Ιβηρίας και έστειλε για τον σκοπό αυτόν επίσημα τον ιστορικό Γ. Φραντζῆ το 1451, αλλά το συνοικέσιο αυτό δεν πρόλαβε να πραγματοποιηθεί εξαιτίας των ασχολιών του αυτοκράτορα για την άμυνα της πόλης ενόψει της επικείμενης πολιορκίας της από τον Πορθητή.

Ωστόσο, οι πολιτικές σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών δεν ήταν πάντα ομαλές και αδιάταραχτες. Υπήρξαν και βασιλείς της Γεωργίας που προσπάθησαν να αποτινάξουν τη βυζαντινή επικυριαρχία και να καταλάβουν τη Λαζία και την Απχαζία. Επί Θεοδοσίου του Μικρού (408-450) οι Γεωργιανοί κατέλαβαν την Απχαζία, αλλά αργότερα εκδιώχθηκαν. Παραλείποντας άλλες προστριβές μεταξύ των δύο κρατών, αναφέρουμε μόνο το εξής αξιοσημείωτο γεγονός: Επί Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, ο οποίος ξεχείμωνε στην Ταρσό της Κιλικίας λόγω στάσης που είχε ξεσηκώσει ο στρατηγός Βάρδας ο Σκληρός, ζητήθηκε στρατιωτική βοήθεια από τον βασιλέα της Γεωργίας, τον Δαβίδ τον Μέγα Κουροπαλάτη. Εκείνος διέθεσε πρόθυμα δύναμη 12.000 ανδρών, των οποίων οι ιππείς διακρίθηκαν στη μάχη και συνέβαλαν στην κατατρόπωση του αποστάτη στρατηγού. Ο βασιλιάς αυτός είχε προσωπικούς εχθρούς ορισμένους μεγαλιστάνες του κράτους του, ανάμεσα στους οποίους και τον αρχιεπίσκοπο Γεωργίας Ιλαρίωνα, ο οποίος επιχείρησε να τον δηλητηριάσει ρίχνοντας δηλητήριο στη θεία μετάληψη. Όμως, όταν ο Δαβίδ προσήλθε τη Μεγάλη Πέμπτη για να κοινωνήσει, από προαισθησέι δεν μετέλαβε των αχράντων μυστηρίων. Όταν έμαθε στη συνέχεια τις δολοφονικές διαθέσεις των εχθρών του, αγανάκτησε, συγκάλεσε τους αφοσιωμένους σ’ αυτόν άρχοντες και με διαθήκη κληροδότησε φρούρια και εδάφη της επικράτειάς του στον αυτοκράτορα Βασίλειο. Ο Βασίλειος έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές από τους πρίγκιπες και τους άρχοντες, παρέλαβε κανονικά τα κληροδοτημένα εδάφη και αναγνώρισε ως νόμιμο βασιλέα τον Παγκράτιο Α'. Επειδή όμως ο γιος και διάδοχός του, ο Γεώργιος Α', αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη διαθήκη του Δαβίδ, ενεπλάκη σε πόλεμο με την αυτοκρατορία και, αφού ηττήθηκε οικτρά, ζήτησε έλεος. Η επικυριαρχία του βυζαντινού κράτους στη Γεωργία τερματίστηκε το 1078, όταν η χώρα ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος.

Την πολιτική των επιγαμιών και των φιλικών σχέσεων με τους βασιλείς της Γεωργίας και τους ηγεμόνες των Ιβήρων —οι οποίοι ήταν ομοεθνείς και γείτονες των Γεωργιανών— καλλιέργησε ακόμη περισσότερο η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Ο Αλέξιος Β' (1297) παντρεύτηκε τη θυγατέρα του ηγεμόνα της Μεσχετίας Πεκᾶ. Ο Παγκράτιος Ε', βασιλιάς της Γεωργίας, παντρεύτηκε την Άννα, θυγατέρα του Αλεξίου Γ'. Ο Μανουήλ Γ', αυτοκράτορας της Τραπεζούντας, παντρεύτηκε την Ευδοκία, θυγατέρα του βασιλέα της Ιβηρίας Δαβίδ Ζ'. Ο Ιωάννης ο Καλλογιάννης, αυτοκράτορας της Τραπεζούντας (1446), παντρεύτηκε τη θυγατέρα του βασιλέα της Ιβηρίας Αλεξάνδρου.

Οι Ἴβηρες και οι Γεωργιανοί, λαοὶ πελασγικής καταγωγής, ξεχωρίζουν για την ηρεμία της ψυχής τους και τη φιλοξενία τους. Ο χριστιανισμός και ο ελληνικός πολιτισμός επέδρασαν σπουδαία πάνω τους. Οι κοινοί αγώνες εναντίον των βάρβαρων εχθρών από τον Βορρά, οι ζωηρές εμπορικές σχέσεις και οι συγγενικές επιγαμίες δημιούργησαν μια θερμή συμπάθεια μεταξύ των Ελλήνων και αυτών των λαών. Μετά την πτώση της Τραπεζούντας, πολλοί κατέφυγαν στη φιλόξενη χώρα τους από την Τραπεζούντα και τη Μικρά Ασία. Ιδιαίτερα το 1490, όπως αναφέρει ο Γεωργιανός ιστορικός Ιωσσελιάνη, μετά την προέλαση των Τούρκων στον Καύκασο, αναγκάστηκαν να αποσυρθούν στα ενδότερα, όπου ίδρυσαν επισκοπές και μία αρχιεπισκοπή στην Αχτάλα, η οποία διατηρήθηκε μέχρι το 1827. Εκεί πήγαν για να συλλέξουν εράνους και δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες: ο Ιωακείμ Α' το 1498 και ο Θεόκλητος Β' το 1585. Εκεί κατέφυγαν επίσης και εγκαταστάθηκαν στην Τσάλκα της περιοχής της Τιφλίδος, κατά τον Ρωσσοτουρκικό πόλεμο του 1828, πολλοί Έλληνες από τις επαρχίες Χαλδίας και Θεοδοσιουπόλεως, ακολουθώντας τον ρωσικό στρατό που αποχωρούσε. Αργότερα, κατά τον Μεγάλο Πόλεμο, όταν οι Τούρκοι —μετά την πολιτική αναστάτωση στη Ρωσσία και την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων από τις περιοχές της Αργυρουπόλεως και της Τραπεζούντας— άρχισαν να ανακαταλαμβάνουν τα εδάφη τους, πάρα πολλοί Έλληνες κατέφυγαν στον Καύκασο, όπου έτυχαν πρόθυμης και αδελφικής φιλοξενίας και περίθαλψης.

Ελαιογραφία του Μανουήλ Γ' Μέγα Κομνηνού, αυτοκράτορα ΤραπεζούνταςΣτο φιλόξενο έδαφος της Τραπεζούντας αναπαύονται τα οστά των ηγεμόνων του Καυκάσου. Εκμεταλλευόμενη τις ταραχές μεταξύ της Κάτω Ιβηρίας και των Τούρκων του Ναγεστάν, η Ρωσία κατέλαβε την Ιβηρία και εξώθησε τους βασιλείς της. Ο βασιλιάς Σολομών κατέφυγε στην Τραπεζούντα, όπου πέθανε το 1815, κηδεύτηκε μεγαλοπρεπώς και τάφηκε στο μαυσωλείο του που σώζεται μέχρι σήμερα στην αυλή του ναού του Αγίου Γρηγορίου. Ο βασιλιάς της Άνω Ιβηρίας, ο Ηράκλειος, μετά από πολλές περιπέτειες και ταλαιπωρίες διέφυγε στη Θεοδοσιούπολη, κατέβηκε στην Αργυρούπολη όπου φιλοξενήθηκε για είκοσι ημέρες, και από εκεί στα Πλάτανα της Τραπεζούντας, όπου πέθανε και τάφηκε. Επίσης, η βασίλισσα της Γουρίας, η Σοφία, κατέφυγε το 1828 στην Οινόη, όπου πέθανε και τάφηκε στον ναό της Αγίας Σοφίας.

ΔΗΜ. Γ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ (ΕΞ ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΕΩΣ) Η παραπάνω μελέτη είναι παρμένη από το βιβλίο του κ. Δ. Αποστολίδου – «ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ» – που εκδόθηκε το 1935 στη Θεσσαλονίκη.

(1) Η Ιστορία αναφέρει ότι οι Αργοναύτες παραπλέοντες την Κολχίδα, είδον τον αετό, ο οποίος κατέτρωγε το ήπαρ του Προμηθέως, το οποίο τη νύχτα ανανεωνόταν και ότι άκουσαν οιμώζοντα τον ταλαίπωρο Τιτάνα, αλλά αν ο Προμηθέας κατέκειτο επί της υψηλοτέλας κορυφής του Καυκάσου πως ήτο δυνατόν να γίνει ορατός ο αετός και να ακουσθώσιν οι οιμωγαί του Προμηθέως από μακριάς αποστάσεως;

Πηγή: Ποντιακά Φύλλα Ιούνιος – Ιούλιος 1936

Το παραπάνω ιστορικό κείμενο το έχω μεταφέρει στην δημοτική γλώσσα ώστε να είναι εύληπτο στους αναγνώστες ιδιαιτέρως των νεαρότερων ηλικιών τους οποίους σίγουρα θα δυσκόλευε πολύ η ανάγνωση του πρωτοτύπου κειμένου.

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

 

Print