Επεισόδια από την ζωή των «Κρυφών» της Αργυρουπόλεως – Από την Ιστορία των «Κρυφών» του Π. Β. Σαλλαπασίδη
Επεισόδια από την ζωή των «Κρυφών» της Αργυρουπόλεως – Από την Ιστορία των «Κρυφών» του Π. Β. Σαλλαπασίδη
1. Όπως στα περισσότερα μέρη του Πόντου, έτσι και στην Αργυρούπολη υπήρχαν αρκετές οικογένειες Κρυπτοχριστιανών (Κρυφών). Στην ενορία του Αγίου Θεοδώρου κατοικούσαν οι οικογένειες του Μολλά Μουτή και οι τρεις οικογένειες των Μελεκέντων (Αγγελοπούλων). Στην ενορία της Παναγίας ζούσε η πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια των Σαχπεντέρ (η οποία έμεινε εκεί και εξισλαμίστηκε πλήρως), η οικογένεια του γνωστού Τεφίλ (Θεόφιλου, κεμπαπτσή) από την οικογένεια Καρατσά (Μαυρίδη), η οικογένεια του Σόλωνος που τον αποκαλούσαν Οσμάν-Κατά, καθώς και άλλες. Κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1854–1858), πολλές οικογένειες της Αργυρούπολης και των γύρω περιοχών μετακόμισαν στη γειτονική Ρωσία και εγκαταστάθηκαν στη Μισχανά. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονταν τα αδέλφια και τα παιδιά του Μολλά Μουτή. Ο ίδιος ο Μολλά Μουτής δεν μπόρεσε να τους ακολουθήσει, επειδή, όπως έλεγε, ήταν ηλικιωμένος και δεν ήθελε να ξενιτευτεί. Κυρίως όμως παρέμεινε επειδή ήταν Χότζας στο Κιουτσούκ Τσαμεσή της Αργυρούπολης. Πούλησε λοιπόν το σπίτι του στην ενορία του Αγίου Θεοδώρου στον Χατζή-Παναγιώτη Γεωργίου Σαλλαπασίδη και ο ίδιος αποσύρθηκε αρχικά στο Κιουτσούκ Τσαμεσή, όπου υπήρχαν δωμάτια (καθώς παλαιότερα λειτουργούσε και ως Μεντρεσές/Ιεροσπουδαστήριο). Αργότερα νοίκιασε ένα δωμάτιο στο Χάνι του Σταυρού, για να βρίσκεται ανάμεσα σε Χριστιανούς και να μπορεί πιο εύκολα να εκτελεί τα χριστιανικά του καθήκοντα. Το σπίτι αυτό διατηρούνταν σε καλή κατάσταση μέχρι πρόσφατα. Φαίνονταν καθαρά τα σημάδια και τα καψίματα από τα κεριά μέσα στο αμπάρι του κυρίως σπιτιού, όπου η οικογένεια του Μολλά Μουτή κρατούσε κρυμμένο το εικονοστάσι. Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια. Ο δυστυχισμένος Μολλά Μουτής γέρασε και έφτασε στα πρόθυρα του θανάτου. Καταλαβαίνοντας πως έρχεται το τέλος του, μια νύχτα έστειλε κρυφά και ζήτησε τον εφημέριο της κοντινής ενορίας του Τιμίου Σταυρού, τον Παπά Δαμιανό Παπαχριστοδούλου.
— «Εγώ», του είπε, «απόψε θα πεθάνω. Πρέπει να εξομολογηθώ και να μεταλάβω. Θέλω να φύγω έτοιμος».
Φυσικά ο ιερέας τον εξομολόγησε και του μετέδωσε τα Άχραντα Μυστήρια. Αμέσως μετά, ο Μολλά Μουτής έβγαλε από τον λαιμό του ένα μικρό σταυρουδάκι, το προσκύνησε με μεγάλη ευλάβεια και του το παρέδωσε λέγοντας:
— «Πάρε αυτόν τον Σταυρό και φύλαξέ τον για ενθύμιο, για να μην τον βρουν αύριο οι άλλοι (εννοώντας τους Μουσουλμάνους) και μου τον βεβηλώσουν. Πάρε κι αυτές τις 5 λίρες, να μου κάνεις ένα Σαρανταλείτουργο και τα υπόλοιπα μοίρασέ τα στους φτωχούς για τη ψυχή μου».
Δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά και ο ευσεβής εκείνος Χριστιανός παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό της πίστης των πατέρων του. Ο Παπά Δαμιανός, συγκινημένος, του έκλεισε τα μάτια, σταύρωσε τα χέρια του, τον φίλησε, διάβασε τις νεκρώσιμες ευχές και έφυγε κρυφά. Το πρωί οι Μουσουλμάνοι τον βρήκαν νεκρό. Κατάλαβαν τι είχε συμβεί, αλλά δεν έκαναν θόρυβο. Τον κήδευσαν ως Μουσουλμάνο και μόνο ένας από αυτούς ακούστηκε να λέει: — «Ζάτι Κιαβούρ ιτή, σαλαβά τα βέρμεδη» (Δηλαδή: «Άλλωστε ήταν άπιστος, ούτε την ομολογία της πίστης δεν έδωσε»). Τον μετέφεραν στα μουσουλμανικά μνήματα (μεζαρλούκια) στη θέση Ωρομάϊσα. Φυσικά όλοι οι Χριστιανοί γνώριζαν τον τάφο του και άναβαν κρυφά κεριά πάνω σε αυτόν.
2. Ένας από τους αδελφούς της οικογένειας Μελεκέντων, ο Οσμάν (η σύζυγός του Τζαβαΐρ = Αδαμαντία, μαζί με τους δύο γιους και τις τρεις κόρες της ζουν σήμερα στην περιοχή του Κιλκίς), εργαζόταν ως μάγειρας στην Κελκήδ (Χαλκηδόνα), αν και η οικογένειά του κατοικούσε στην Αργυρούπολη. Αυτός είχε αρρωστήσει και είδε στον ύπνο του την Παναγία. Ζήτησε επίμονα μια εικόνα της Παναγίας για να την προσκυνήσει. Επειδή όμως στην Κελκήδ δεν υπήρχε ελληνική εκκλησία (καθώς ο πολυπληθής ελληνικός πληθυσμός είχε καταφύγει στη γειτονική Ρωσία κατά τις περιόδους 1821-1828, 1854-1858 και 1878-1880), ο Νικόλαος Χατζή-Λάζαρος Μολυβδάς, που εμπορευόταν τότε εκεί, έφερε μια εικόνα από την Αρμενική εκκλησία. Αφού την προσκύνησε ο θεοσεβής αυτός άνθρωπος, θεραπεύτηκε και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Το περιστατικό όμως αυτό έφτασε στα αυτιά της τουρκικής αρχής. Έτσι, ένα πρωί ο δυστυχισμένος οδηγήθηκε αλυσοδεμένος στην Αργυρούπολη και φυλακίστηκε. Ήταν γνωστό τι ποινή επέβαλλε ο τουρκικός νόμος στους αρνησίθρησκους, (βλέπε Αρχείον Πόντου – τόμος Α’ Μελέτη Α.Α. Παπαδόπουλου σελ. 35-36): κάθε Μουσουλμάνος που απαρνιόταν τη θρησκεία του τιμωρούνταν βάσει νόμου με θάνατο. Ευτυχώς επενέβησαν θαρραλέα δύο προεστοί της εποχής εκείνης, ο Χατζή-Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης (ο επικαλούμενος Χατζιάφεντης) και ο Χατζή-Λάζαρος Μολυβδάς, οι οποίοι είχαν επιρροή στους τούρκους της Αργυρούπολης. Έτσι τον έσωσαν από βέβαιο θάνατο και τον παρέδωσαν πίσω στη δυστυχισμένη οικογένειά του.
3. Θυμάμαι κατά τα έτη 1893–1895 τον θάνατο από παγωνιά του Γιαρήμ Αγά (Μισού Αγά), ενός μέλους της οικογένειας Καρατσά (Μαυρίδη). Ονομαζόταν Γιαρήμ Αγάς επειδή ήταν γνωστός και στους Μουσουλμάνους ως «Κλωστός» (διπλός/κρυπτοχριστιανός), ενώ το χριστιανικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Του άρεσε το ποτό και πολλές φορές, όταν ήταν μεθυσμένος, διακήρυττε δημόσια στην μέση της αγοράς ότι είναι Χριστιανός. Τον φυλάκιζαν επανειλημμένα, αλλά τον άφηναν ελεύθερο μόλις ξεμεθούσε, αναγνωρίζοντάς τον σιωπηρά, κατά κάποιον τρόπο, ως Χριστιανό.
Κάποια νύχτα, επιστρέφοντας μεθυσμένος στο σπίτι του, έπεσε κοντά στο παλιό κατεστραμμένο λουτρό (το οποίο τελευταία χρησιμοποιούσαν ως αποθήκη πετρελαίου) και το χιόνι τον σκέπασε. Έτσι πέθανε. Όταν βρέθηκε το πρωί, άρχισε φιλονικία για το σώμα του ανάμεσα σε τούρκους και Χριστιανούς. Η σύζυγός του, η Παρθένα, με κανέναν τρόπο δεν δεχόταν να τον πάρουν οι τούρκοι για ταφή. Δημιουργήθηκε ολόκληρο επεισόδιο, στο οποίο επενέβη μέχρι και η Ιερά Μητρόπολη Χαλδίας. Τελικά επικράτησαν οι μουσουλμάνοι, πήραν το σώμα στο τζαμί και από εκεί στο μουσουλμανικό νεκροταφείο. Η γενναία όμως σύζυγός του, η Παρθένα, την επόμενη νύχτα προσπάθησε να κλέψει από το μουσουλμανικό νεκροταφείο την σορό του άνδρα της για να τη μεταφέρει και να τη θάψει στο ελληνικό κοιμητήριο, αλλά την ανακάλυψαν οι μουσουλμάνοι και την εμπόδισαν.
Ένας από τους επιζώντες της εποχής μου, από την ίδια οικογένεια Καρατσά (Μαυρίδη), ο Τεφήλ (Θεόφιλος), ο περίφημος κεμπαπτσή, πόσες φορές δεν ξυλοκοπήθηκε με ραβδισμούς και πόσες δεν φυλακίστηκε, αλλά παρέμεινε ακλόνητος! «Είμαι χριστιανός!» φώναζε δυνατά, μέχρι που οι μουσουλμάνοι αγανάκτησαν και τον άφησαν πλέον ανενόχλητο και ελεύθερο να ασκεί τη θρησκεία των πατέρων του. Φυσικά, στο μεταξύ είχε καταλαγιάσει και η οργή των μουσουλμάνων και το πνεύμα ανεξιθρησκείας διαδέχθηκε την πίεση που ασκούνταν προηγουμένως. Μόλις κατά τα τέλη του 1910 αναγνωρίστηκαν οριστικά από το Κράτος ως Χριστιανοί και Έλληνες.
Πολλά παρόμοια περιστατικά αριθμεί η ιστορία των Κρυπτοχριστιανών, μερικά από τα οποία θα εκτεθούν σε επόμενα φύλλα, καθώς δίνουν μια πιο συγκεκριμένη εικόνα αυτής της πολυπαθούς μερίδας των Χριστιανών.
Επεισόδια από την ζωή των «Κρυφών» της Αργυρουπόλεως – Από την Ιστορία των «Κρυφών» του Π. Β. Σαλλαπασίδη - Πηγή: Ποντιακά Φύλλα 1937
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com