Θεόδωρος Βαρ. Τσανακτσίδης - Πορεία προς τη λύτρωση 1853-1923 - Ιστορικό ντοκουμέντο Α΄Μέρος
...Μια μέρα ενώ έβοσκα τα βόδια, ένα ξέφυγε και μπήκε σε τούρκικο χωράφι με τριφύλλι. Ο ιδιοκτήτης του με θεώρησε υπεύθυνο και μικρός όπως ήμουν, άρχισε να με δέρνει.
Μ’ έβαλε στη φάλαγγα δεν ξέρω για πόση ώρα. Κάποτε κουράστηκε και μ’ άφησε. Το τσομπανόπουλο ο Θόδωρος, με πρησμένα πόδια, με αφόρητους πόνους και κουτσά - κουτσά έφτασα στο σπίτι με τα ζώα. Μόλις με αντίκρυσε η γιαγιά μου αμέσως κατάλαβε τι έγινε και με ρώτησε «Νεπέ γιαμ ο κιόρτς εντόκεσε». Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά και με δάκρυα στα μάτια την ιστόρησα όσα έπαθα από το βάρβαρο Τούρκο...
Σημείωμα του συγγραφέα
Οι λόγοι για τους οποίους αποφάσισα να γράψω και να φέρω στο φως αυτό το μικρό ιστορικό ντοκουμέντο είναι κυρίως τρεις.
–Ο πρώτος εκπληρώνει μια υπόσχεση, που έδωσα στον εαυτό μου όταν ήμουν έφηβος. Είδα και αισθάνθηκα στο πετσί μου τη βαρβαρότητα και τη θηριωδία των Τούρκων. Σε μια τέτοια δύσκολη στιγμή είπα: «Βοήθα Θεέ μου να καταγραφούν καλά στο μυαλό μου. Ίσως κάποτε χρειασθεί να τα ιστορήσω ή να τα γράψω»· και ο Θεός με αξίωσε να την εκπληρώσω.
–Ο δεύτερος: Είναι ένα μνημόσυνο για όλους τους Πόντιους (ιερεύς - άνδρες - γυναίκες - παιδιά - βρέφη - γονείς - αδέλφια - συγγενείς - δασκάλους) που βιάστηκαν, βασανίστηκαν και σφαγιάστηκαν από τούρκικο χέρι.
–Και ο τρίτος. Να γνωρίζουν οι επερχόμενοι ότι ο κίνδυνος της χώρας μας από ανατολάς προέρχεται από ανθρώπους χωρίς αισθήματα και βούληση (Τούρκοι). Με την ευκαιρία της έκδοσης ευχαριστώ τον Θεό που με αξίωσε, στα εννενήντα τέσσερα χρόνια μου, να χαρώ τους κόπους μου. Από καρδιάς ευχαριστώ όλους όσους με οποιονδήποτε τρόπο με βοήθησαν στη συλλογή στοιχείων και μαρτυριών· ιδιαίτερα ευχαριστώ τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου που στήριξαν την προσπάθειά μου. Επίσης ευχαριστώ τον κ. Κεμεντζετζίδη Στυλιανό για τις φιλότιμες προσπάθειες που κατέβαλε για την καλύτερη παρουσίαση του βιβλίου. Θεόδωρος Β. Τσανακτσίδης
Πρώτο κεφάλαιο: Η ιστορία της οικογένειάς μου. Η τούρκικη καταπίεση
Για να στήσει και να οργανώσει κανείς μια ομάδα ανθρώπων (ένα χωριό) που έχει κοινή θρησκεία (Χριστιανοί Ορθόδοξοι), κοινά ήθη και έθιμα (Πόντιοι) και κοινή καταγωγή (Έλληνες), μπορεί να είναι αρκετά εύκολο, μια και δεν υπάρχουν βασικές διαφορές. Όταν όμως αναγκάζεσαι να ιδρύσεις ένα τέτοιο χωριό κάτω από την απειλή της τούρκικης θηριωδίας, τότε, δεν είναι και το ευκολότερο.
Στα χωριά της Τραπεζούντας, στην περιφέρεια Τζαβισλίκ, ζούσαν οι προπαππούδες μας αρμονικά με τους Τούρκους συγχωριανούς τους. Όμως οι απαιτήσεις και η συμπεριφορά των αγάδων ήταν πολλές φορές παράλογες και εξοντωτικές για τους Έλληνες, τόσο οικονομικά όσο και ηθικά. Ωστόσο η φτώχεια και η δυστυχία ανάγκαζε τους προγόνους μας να υπομένουν όλες αυτές τις ταπεινώσεις, προσδοκώντας ότι κάτι με την πάροδο του χρόνου θα αλλάξει. Η κατάσταση της ανέχειας υποχρέωνε τους άνδρες να ξενιτεύονται και τις γυναίκες να δουλεύουν σκληρά στους αγρούς και τα τσιφλίκια των αγάδων. Θα πρέπει όλοι να γνωρίζουν ότι οι Έλληνες του Πόντου ποτέ δεν ήταν ίσης αξίας άνθρωποι με τους Τούρκους. Πάντοτε καταπιεσμένοι και πάντοτε αδικημένοι. Όλες τις δύσκολες εργασίες και τα πιο άγονα χωράφια θα τα είχαν οι Έλληνες Πόντιοι, οι οποίοι επιπλέον, πλήρωναν και κεφαλικό φόρο από 10-40% στον αγά. Οι Έλληνες και ειδικά οι Πόντιοι μπορούσαν να υπομένουν και να ανέχονται πολλά και να τα ξεπερνούν εύκολα. Την ηθική όμως, παραβίαση και προσβολή από Τούρκο ειδικά, δεν τη δέχονταν και ούτε τη συγχωρούσαν. Τουναντίον υπερασπίζονταν μέχρι θανάτου, τις ηθικές και πατριωτικές τους αξίες.
Αυτές τις αξίες παραβίασε ο αγάς της περιφέρειας Τζαβισλίκ και ανάγκασε τις ποντιακές οικογένειες των προπαππούδων μας, να εγκαταλείψουν τα χωριά τους, για να ιδρύσουν (στήσουν) καινούργια, στην περιφέρεια Καρά - Σου Αταπαζάρ - Νικομήδειας του νομού Σκοντάρεως της Κωνσταντινούπολης. Στο σημείο αυτό θέλω να τονίσω πως ό,τι γράφω σ’ αυτό το μικρό μου πόνημα, είναι απολύτως αληθινό. Καταγράφω γεγονότα, όπως μου τα διηγήθηκαν οι μεγαλύτεροί μου και όπως εγώ προσωπικά τα έζησα. Αιτία λοιπόν του ξεσηκωμού ήταν η ανάρμοστη συμπεριφορά του αγά της περιοχής, προς τη γυναίκα του παπά - Συμεών. Το ιστορικό έχει ως εξής: Ο προπάππους μου ονομαζόταν Χατζηβαρύτιμος Λαζαρίδης και είχε επτά αδέλφια. Τα τρία ασχολούντο, κατά κύριο επάγγελμα, με την επεξεργασία του ξύλου. Είχαν στο βουνό νερότορνο και κατασκεύαζαν πινακίδια (τσανάκια), σκαφίδια (σκάφες), ζουμάτρα (ζυμωτήρια), γαβάνες (ειδικά σκεύη για το βούτυρο) και ό,τι άλλο μπορούσε να κατασκευαστεί από ξύλο. Συνήθως τα είδη που κατασκεύαζαν τα πουλούσαν στα γύρω χωριά, προκειμένου να συντηρούν τις οικογένειές τους και να καλύπτουν τις ανάγκες τους.
Μια μέρα τα δύο αδέλφια πήγαν για το προγραμματισμένο εμπορικό ταξίδι και ο τρίτος κατέβηκε στο χωριό για να δει τι γίνονται οι οικογένειες. Άκουσε όμως ότι κάτι φοβερό συνέβη στο σπίτι του παπά - Συμεών, το οποίο προσέβαλε βάναυσα τα ελληνοχριστιανικά μας ήθη. Ο παπά - Συμεών είχε στη ποιμένειά του (παπαζλίκι) τρία χωριά, τα οποία ήταν υποχρεωμένος να υπηρετεί. Και έτσι τον περισσότερο χρόνο έλειπε από το σπίτι του. Αυτήν την υποχρεωτική απουσία, εκμεταλλεύτηκε πονηρά και δόλια ο αγάς. Ανενόχλητος και σίγουρος διότι είχε εξουσία, έγινε κυρίαρχος της παπαδιάς. Αυτό το τρομερό νέο μετέφερε στ’ αδέλφια του στο βουνό ο αδελφός του προπάππου μου. Οι Πόντιοι είναι λαός βαθεία θρησκευόμενος και πιστός. Δεν μπορούν να ανεχθούν προσβολή του θρησκευτικού τους συναισθήματος από κανέναν, πολύ δε περισσότερο από βίαιο Τούρκο μωαμεθανό.
Ήταν Κυριακή όταν έφθασαν τα αδέλφια στο χωριό. Πήγαν στην εκκλησία και μετά στο σπίτι του παπά - Συμεών, για να συζητήσουν για το σκάνδαλο που διεδόθη στο χωριό. Ο παπάς και η παπαδιά επιβεβαίωσαν τις φήμες και τους εξήγησαν πως: «Ό,τι έγινε, έγινε χωρίς τη θέλησή μας αλλά κάτω από απειλές και για τη ζωή μας ακόμη». Τότε τα αδέλφια ζήτησαν από την παπαδιά να τους ιστορήσει πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα. Η παπαδιά τους είπε: «Μια μέρα ήρθε ο αγάς έξω από το σπίτι μου και άρχισε να φωνάζει «Καΐση αφέντη - Καΐση αφέντη»· βγαίνω λοιπόν έξω στην πόρτα και τον βλέπω. «Τι θέλεις αγά μου, του λέω, ο παπάς πήγε για παπαζλίκι σ’ άλλο χωριό». Τότε αυτός μου λέει «Ας τον περιμένω καλύτερα για να μην έρχομαι πάλι αύριο· έχω κάτι να του πω». Τότε του είπα· «Αγά αφέντη πες σε μένα τι θέλεις».
Άρχισε να μου λέει ότι τα κτήματά του μένουν ακαλλιέργητα γιατί δεν μπορούν οι γυναίκες να τα περιποιηθούν όπως πρέπει και συνέστησε να δουλέψουν οι άνδρες στα χωράφια του, για να είναι αφ’ ενός μεν κοντά στις οικογένειές τους και αφ’ ετέρου να έχει καλύτερη σοδειά διότι κάθε χρόνο ζημιώνει». Όσο όμως συζητούσαν ήρθε ο παπάς και καλωσόρισε τον αγά. Αφού είπαν πολλά, έφαγαν και έφυγε. Μετά από την επίσκεψη εκείνη ο αγάς πηγαινοερχόταν στο σπίτι του παπά με το αιτιολογικό ότι είχε να συζητήσει ζητήματα του χωριού. Με τις συχνές λοιπόν επισκέψεις ο αγάς έγινε κύριος της παπαδιάς. Μόλις το άκουσαν τ’ αδέλφια οργίστηκαν και τους είπαν, ότι θα έπρεπε να τους σκοτώσουν. Τους έβαλαν όρους: «Ή θα σας σκοτώσουμε ή θα κάνετε τυφλά αυτά που θα σας πούμε». Αφού λοιπόν πληροφορήθηκαν ότι ο αγάς θα επισκεπτόταν ξανά την παπαδιά εκείνη την εβδομάδα συμφώνησαν, αυτοί μεν να μη γυρίσουν στη δουλειά τους στο βουνό και ο παπάς κι η παπαδιά να μη μαρτυρήσουν τίποτα. Όταν έρθει, της είπαν, θα τον δεχθείς όπως πάντοτε, χωρίς να υποψιαστεί τίποτα. Και με τη συμφωνία, κατέστρωσαν το σχέδιο εξόντωσης του αγά. Πήραν ένα σχοινί, το λάδωσαν καλά και το κρέμασαν στη θέση που κρεμούν το ξυλάγκ (είναι ένα ξύλινο δοχείο το οποίο έχει σχήμα αυγού και το οποίο χρησιμεύει για την αποβούτυρωση του γάλακτος).
Ο αγάς φωνάζει έξω από το σπίτι του παπά «Καΐση αφέντη - Καΐση αφέντη». Βγήκε η παπαδιά και του απαντά ότι ο παπάς είναι σε άλλο χωριό. Εκείνος όμως θρασύς όπως ήταν της λέει: «Ζαράζ γιοκ παπαδιά, πηράζ οτουράιμ» δηλαδή ας κάτσω λίγο να ξεκουραστώ. Το ξεκούρασμα αυτό έφτασε μέχρι το πρωί. Η παπαδιά έπαιξε το ρόλο της πολύ καλά· τουφέρθηκε όπως και πρώτα χωρίς αυτός να υποψιαστεί τίποτα. Ο αγάς έβγαλε τα ρούχα του και ξάπλωσε στο κρεβάτι κοντά στο τζάκι. Τα αδέλφια ήταν κρυμμένα μέσα στις αποθήκες του σταριού (στα γαβρανέ). Μόλις ο αγάς αποκοιμήθηκε, η παπαδιά έδωσε το σύνθημα και τα αδέλφια μπήκαν στο σπίτι και κρέμασαν τον αγά. Μετά από αρκετή ώρα τον ξεκρέμασαν και τον φορτώθηκαν στις πλάτες τους αλλάζοντας καθ’ οδόν. Τον μετέφεραν στο δάσος όπου είχαν τις εγκαταστάσεις παραγωγής ξύλινων σκευών (τους τόρνους) και τον πέταξαν στα σκουπίδια. Μόλις που είχε χαράξει και ο ήλιος ακόμη δεν φαινόταν στον ορίζοντα. Μέσα στην απόλυτη ησυχία ακούγονταν μόνον τα γάργαρα νερά του ποταμού και το κελάηδισμα των πουλιών. Ο ένας αδελφός ξύπνησε και προχώρησε στον τόρνο για να προετοιμάσει τα υλικά για την εργασία. Όμως έκπληκτος βλέπει τον αγά να προσπαθεί να σηκωθεί. Φωνάζει τα άλλα του αδέλφια «Πάσ̌σ̌α - πάσ̌σ̌α νεπέ αβούτος ο αφορισμένος έγκεν ψ̌ύν» και του απαντά ο αδελφός «Κι λέσ-α κιόλας ντο στέκ’ς ντώσ’ σκοτώσον άτον». (Αδελφέ - αδελφέ βρε αυτός ο αφορισμένος (αγάς) ξαναζωντάνεψε. Απάντηση: Το λες κι όλας; Χτύπησε και σκότωσε τον αμέσως).
Τότε με το τσεκούρι που κρατούσε στο χέρι, έχοντας και τη σύμφωνη γνώμη και διαταγή των αδελφών, τον χτύπησε στο κεφάλι και τον άφησε στον τόπο. Θάνατος ακαριαίος. Άνοιξαν ένα λάκκο και κει έθαψαν το πτώμα του αγά. Έλεγαν, μάλιστα τα αδέλφια, ότι ο αγάς τους παρακάλεσε και ίσως τους ικέτευσε να μην τον σκοτώσουν, αλλά βέβαια αυτό δεν το απέφυγε.
–Στο σημείο αυτό θα παρακαλούσα τον αναγνώστη να μεταφέρει τη σκέψη του στην κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την εποχή και να αναλογισθεί τους βιασμούς, τις λεηλασίες, τους σκοτωμούς και τους εμπρησμούς που πραγματοποιούσαν οι Τούρκοι εναντίον των Ελλήνων. Και νομίζω ότι αν δεν δικαιώσει, τουλάχιστον θα κατανοήσει αυτήν την πράξη των αδελφών.
Ο εξαφανισμός όμως του αγά θα προκαλούσε ερωτηματικά στους Τούρκους και βάσιμες υποψίες ότι έγινε από τους Έλληνες. Έπρεπε λοιπόν πάση θυσία και το συντομότερο, τα αδέλφια του Χατζηβαρύτιμου, ο παπάς και η παπαδιά να φύγουν από το χωριό Τζαβισλίκ της Τραπεζούντας και να μετοικίσουν σε άλλο χωριό. Έτσι και έγινε. Εγκαταστάθηκαν στα χωριά Σοχπάνα - Σοχτερέ - Μουζαμάνα της περιφέρειας Κιουμονσχανέ (Αργυρούπολης), αλλάζοντας συγχρόνως και το επίθετό τους από Λαζαρίδης σε Τσανακτσόγλου. Η περιοχή της νέας εγκατάστασης είναι τελείως άγονη - ξερότοπος και λιθαρότοπος. Μόνον φρούτα ευδοκιμούν και επί πλέον είναι κάτω από την επίβλεψη αγάδων. Είναι ένας τόπος που δεν μπορεί να προσφέρει τίποτε στα αδέλφια ούτε καν το επάγγελμά τους δεν μπορούν να ασκήσουν (διότι χρειάζονται νερό και δάσος). Αναγκάζονται λοιπόν να ξενιτεύονται για να συντηρήσουν τις οικογένειές τους. Μπροστά σ’ αυτό το αδιέξοδο αποφασίζουν και πάλι να μετοικίσουν. Τα δύο αδέλφια ο Θόδωρος και ο Νικόλαος έφυγαν για τη Ρωσσία. Οι υπόλοιποι κατέβηκαν στην περιοχή Αλαγερί (ελληνικά Ποντοηράκλεια). Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των παππούδων μας, στην Αργυρούπολη θα πρέπει να έμειναν περισσότερο από επτά χρόνια. Μετά από επτά περίπου χρόνια παραμονής του Ιγνατίου και του Χαράλαμπου στην περιοχή Καρασού και αφού εξερεύνησαν και εργάστηκαν στα δάση της περιοχής και βεβαιώθηκαν ότι θα μπορούσαν να ασκήσουν άνετα το επάγγελμά τους και να έχουν κοντά τις οικογένειές τους, κατέβηκαν στην Αλαγερί για να ενημερώσουν τα αδέλφια τους και να τους προτρέψουν να εγκατασταθούν στην Καρασού. (Καρασού = Μαύρος ποταμός). Μπροστά σ’ αυτήν τη νέα κατάσταση, παρακάλεσαν τους Τούρκους εμπόρους της περιοχής Αδά - Παζάρ, τους οποίους γνώριζαν καλά, διότι τους προμήθευαν εμπορεύματα (τσανάκια - ζουμάτρα - σκαφίδια - καθίσματα κ.λ.π.) να εισηγηθούν στις αρχές, ώστε να επιτρέψουν στους τεκνετζίδες (σκαφιδοπαραγωγούς) να δημιουργήσουν χωριά στην περιοχή τους. Η απάντηση από τις τούρκικες αρχές ήταν θετική και με ευνοϊκούς όρους. Δεν θα πλήρωναν φόρο για επτά (7) χρόνια.
Βιογραφικό σημείωμα.
Ο Θεόδωρος Τσανακτσίδης γεννήθηκε στο Γιασλί - Κιατσίτ της Νικομήδειας το έτος 1904. Ο πατέρας του ονομαζόταν Βαρύτιμος και η μητέρα του Σαΐα, το γένος Κυριάκου Ελευθεριάδη. Είναι το πρώτο παιδί ενδεκαμελούς οικογένειας. Παρακολούθησε τα μαθήματα του δημοτικού σχολείου ως την πέμπτη τάξη του, χωρίς ωστόσο να το τελειώσει λόγω απουσίας διδασκάλου. Το 1921 με τον ξερριζωμό των Ποντίων έρχεται οικογενειακώς στην Ελλάδα και εγκαθίσταται κατ’ αρχήν στον Βόλο και κατόπι στο νησί Σκιάθος (Βόρειες Σποράδες). Το 1923 γίνεται κάτοικος Ακρινής - Κοζάνης. Το 1925 παντρεύεται την Ειρήνη Κοτσεγερίδου του Σάββα και της Φωτεινής στον Ξηροπόταμο Λαγκαδά. Μέχρι τον Μάρτιο του 1944 ζει στην Ακρινή ασχολούμενος κυρίως με τη γεωργία και επικουρικά με την κατασκευή κοφινιών - καλαθιών. Είναι πολύτεκνος (11 παιδιά). Τον Απρίλιο του 1944 μετοικεί στη Θεσσαλονίκη. Τον Ιούλιο του 1981 απεβίωσε η σύζυγός του Ειρήνη και έκτοτε ζει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης. Τον Φεβρουάριο του 1986 τιμάται από τον Παναγιώτατο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ.κ. Παντελεήμονα το Β’ με το χρυσό μετάλλιο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου.
Το βιβλίο αυτό (σε αντίγραφο) μου το δώρισε με πολύ συγκίνηση ένας εγγονός του κ. Θεόδωρου Τσανακτσίδη (δεν θέλησε να αναφαρθεί το ονοματεπώνυμο του) με την παράκληση να το προβάλλω μέσω του Kotsari.com ώστε και με αυτόν τον τρόπο να εκπληρωθεί μια απο τις επιθυμίες του συγγραφέα παππού του όπως αναφέρονται στην εισαγωγή του βιβλίου: "Να γνωρίζουν οι επερχόμενοι ότι ο κίνδυνος της χώρας μας από ανατολάς προέρχεται από ανθρώπους χωρίς αισθήματα και βούληση (απο τους τούρκους)".
Συνεχίζεται . . .
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com